«Θέλω να σε σφίξω, μα γίνεσαι άνεμος και γελάς, όπως την πρώτη φορά, που ξεχάστηκες στην ώρα, στιγμές ενός ασήμαντου απογεύματος/ είναι κι ο χρόνος περασμένος, σε λίγο πλησιάζει άλλη μια βιαστική νύχτα, το θυμάσαι; δεν θέλαμε ποτέ τη νύχτα στις καρδιές μας.» Γιάννης Βέλλης
«Τι και αν κερδίσαμε, την Τροία, βαριά ήταν άρρωστη/ όσο κι αν πανηγύριζαν, με χρυσά στεφάνια, εκεί μέσα, τίποτα δεν έλαμπε/ στα μάτια μια απογοήτευση, μια συμφορά, η νίκη, χαμένοι σέρναμε, την ίδια πορεία/ πρωταγωνιστές, οι αδυναμίες και ανάξιοι άρχοντες/ οι βασιλιάδες, μαζεύαν τη δόξα, όσο άδοξα πέφτανε οι μαχητές, στα κάστρα/ αυτά που για δέκα έτη, ξαναχτίζονταν και περίμεναν/ η φυγή, ήταν ανάγκη, ήταν θυσία στην αξιοπρέπεια/ όση χάναμε, δεχόμενοι εντολές και η πτώσις έφτανε/ ζητούσε ιερείς, μάντεις, όσους μας παγίδεψαν σε ένα λάθος, να δώσει κατάρες/ εμείς κρατούσαμε, τη σιωπή, μοναχή, απροστάτευτη/ είναι η κρίσις ή η αδυναμία μας, για κάτι μεγάλο;/ ακόμα χτυπάνε, τα κύματα, χωρίς απαντήσεις/ τι είναι η λύπη, σαν φύγανε όλοι;» Γιάννης Βέλλης
«Πολλά τα αδιέξοδα των ανθρώπων, έρχονται, δένονται μαζί τους, γιγαντώνονται, λες και γεννήθηκαν μόνο γι’ αυτό/ ακατανόητο πως πλησιάζουν, αγνώριστα κάθε φορά, μετά τρώνε τη σάρκα των ονείρων για καλύτερο αύριο, στο τέλος κάθονται/ με τέτοια ηρεμία, άλλωστε τέλειωσαν το έργο τους επιτυχώς, όσο η αγωνία χαράζει τα πρόσωπα, διαλύει τις ψυχές, μαραζώνει τα λουλούδια, ό,τι καλό υπάρχει ελεύθερο/ και τι μένει; κάποιο παράθυρο ανοιχτό, ξεχασμένο, για λίγο ήλιο, ή ένα πέρασμα του ανέμου σαν χτύπημα, να θυμίζει ότι κάτι κινείται, αισιόδοξο; ίσως, μπορεί και παντελώς αδιάφορο για τη συνέχεια.» Γιάννης Βέλλης
Σχολιάστε