απο τις Φιλιατιώτικες αναμνήσεις του αείμνηστου Πολ Μαντέλου

Το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή της Χριστιανοσύνης, για μας τους Ορθόδοξους. Φέτος πάλι θα κάνω Πάσχα μακριά απ’ την πατρίδα, στην 2η πατρίδα την Νέα Υόρκη, με την οικογένεια, τα αδέλφια κλπ συγγενείς- καλά θα είναι. Έκατσα λοιπόν και έγραψα ότι θυμάμαι από το πως το γιορτάζαμε το Πάσχα στο Φιλιάτι τα παλιότερα χρόνια, έτσι για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι. Δυο βδομάδες πριν την Ανάσταση οι γυναίκες άρχιζαν παστράδα του σπιτιού. Μάζευαν τα βαριά χειμωνιάτικα σκεπάσματα και στρωσίδια, βελέντζες και χειράμια και τα έπλεναν, άλλες στο ποτάμι άλλες στις νεροτρουβιές και τα έβαζαν στον γιούκο. Μετά έβαφαν όπου χρειάζονταν μέσα στο σπίτι, με ασβέστη, αλλά και τα πεζούλια και τις αυλές. Τελείωναν με μια καλή φασίνα κι όλα άστραφταν από καθαριότητα. Οι άντρες έψαχναν να βρουν κάνα καλό μανάρι, για την πασχαλιάτικη σούβλα. Τα παιδιά φτιάχναμε παρέες να πούμε το Λάζαρο. Έτσι, το Σάββατο του Λαζάρου, πρωί πρωί δεκάδες παρέες με ένα καλάθι κι ένα μικρό γουργούλι, παίρναμε σβάρα τις γειτονιές, τα σπίτια και λέγαμε: ¨Ηρθ’ ο Λάζαρος, ήρθαν τα Βάγια¨. Όλοι άνοιγαν τις πόρτες και μας έδιναν, άλλοι αυγά, άλλοι λεφτά, ότι είχε ο καθένας. Κάποιοι δεν άνοιγαν καθόλου… Στα σπίτια που πενθούσαν δεν πηγαίναμε. Την Μεγάλη Βδομάδα όλα ήταν σε μεγάλη κίνηση. Άρχιζαν κι έρχονταν οι ξενιτεμένοι να κάνουν Πάσχα σπίτι τους. Οι γυναίκες το πρωί κάναν προετοιμασίες, για τα νηστίσιμα φαγητά της μέρας, το απόγευμα εκκλησία. Την Μεγάλη Τρίτη, Μεγάλη Τετάρτη φτιάχνονταν τα κουλούρια κι έβλεπες όλη μέρα σινιά και ταψιά να πηγαινοέρχονται στους φούρνους, του Κοψιά, του Παρούση, του Σκουτέρη, του Μαντζιάρα. Κάποιοι είχαν στα σπίτια κεραμιδένιους φούρνους και τα έψεναν μόνες τους οι γυναίκες. Μοσχομύριζαν οι γειτονιές. Την Μεγάλη Πέμπτη βάφονταν τα κόκκινα αυγά. Το βράδυ πήγαιναν και στόλιζαν τον Επιτάφιο, συνήθως γυναίκες και κοπέλες. Την Μεγάλη Παρασκευή μόλις νύχτωνε όλοι πηγαίναμε καλοντυμένοι στην εκκλησία με τις σκούρες λαμπάδες. Η περιφορά του Επιτάφιου στο Φιλιάτι ήταν μαγική εικόνα. Μπροστά η Μπάντα του Δήμου, ακολουθούσαν τα εξαπτέρυγα κι ο Επιτάφιος πανέμορφα στολισμένος και τριγυρισμένος από στρατιώτες. Πίσω του οι παπάδες, οι αρχές και η χορωδία από καλλίφωνους Φιλιατιώτες να ψέλνουν το ¨ο γλυκύ μου έαρ..¨, και παραπίσω εκατοντάδες κόσμου με τις λαμπάδες στα χέρια ακολουθούσαν. Πρώτη στάση στο Νοσοκομείο, μετά στο Πρακτορείο. Διαδρομή μαγική, εικόνες μοναδικές. Το απόγευμα του Σαββάτου οι γυναίκες ετοίμαζαν την μαγειρίτσα, κάποιοι έψεναν κι όλας. Η πένθιμη εικόνα των ημερών άρχιζε να αλλάζει. Το βράδυ στις 12 ακούγαμε το ¨Χριστός Ανέστη¨ από την μελωδική και μοναδική φωνή του Παπαγιάννη κι αρχίζαμε να ευχόμαστε ο ένας στον άλλον. Στους γονείς, τους συγγενείς, τους φίλους, τους γειτόνους: ¨Χριστός Ανέστη- Αληθώς Ανέστη¨. Στο σπίτι μας περίμενε η ζεστή μαγειρίτσα και τα κόκκινα αυγά και βάζαμε συναγωνισμό ποιανού θα βγει πιο γερό. Το πρωί της Κυριακής στις αυλές και στις αλάνες άναβαν φωτιές κι ετοιμάζονταν οι σούβλες. Ψητά, κοκορέτσια, τυριά, αυγά, κρασιά και ούζα όλα στα τραπέζια ή στο σιάδι. Μέχρι να ψηθεί το αρνί πήγαιν’ ο χορός από τα κλαρίνα του ράδιου ή του μαγνητόφωνου τρεις παράδες. Κι άλλο τόσο μετά το φαγοπότι. Σε όλες τις γειτονιές ακούγονταν μουσικές, χαρούμενες φωνές κι έβγαινε καπνός στις αυλές. Το βράδυ είχαμε τα πανηγύρια με τα κλαρίνα. Στο Φιλιάτι έβαζε κλαρίνα ο Τάση Δήμος, τον Φώτο Γκόγκο, τον Νίδα Τσέλλα, τον Ρούκουνα, τον Κίτσιο Λούμπα, τον Λάζο Νικολαγιάννη, τον Κοτίτσιο και την αδερφή του με την σπουδαία φωνή. Στα χωριά είχανε στο Πλαίσιο, στο Γηρομέρι, στο Φοινίκι, στη Σίδερη κλπ. Εμείς, η νεολαία τα γυρνάγαμε όλα με τη σειρά. Τα γλέντια ήτανε παντού σπουδαία και περνάγαμε θαυμάσια.
Την Δευτέρα, που συνήθως ήτανε τ’ Αϊ Γιωργιού, πηγαίναμε στο εκκλησάκι κάτω από το Φοινίκι- στην Πηγή. Οι περισσότεροι με τα πόδια, αφού και το αυτοκίνητο πήγαινε ως το πούσι του Χατζή. Όσοι δεν μπορούσαν να περάσουν το ποτάμι έδιναν κάτι στον Λιάκο Μπούστρα και στον Μηνά Ανδρούτσο και τους πέρναγαν γκοτσι. Εκεί, στην θαυμάσια τοποθεσία κάτω από τις Καριές, παίζαμε, ψέναμε, χορεύαμε τραγουδάγαμε και περνάγαμε φανταστικά, μέχρι το απόγευμα. Τέτοιες ήταν οι χαρές του Πάσχα τα παλιότερα χρόνια. Τα έγραψα αυτά γιατί πέρσι το Πάσχα που βρέθηκα στην πατρίδα, είδα κάποια έθιμα να διατηρούνται αλλά τα περισσότερα έχουν χαθεί. Και περισσότερο με στεναχώρησε πως έχει χαθεί η αγάπη μεταξύ των πατριωτών. Το Μεγάλο Σάββατο είχα πάει το βραδάκι, με το φίλο Γιώργο Κώτση, στο Πλαίσιο. Ο ταβερνιάρης ετοίμαζε τη σούβλα για την επόμενη, κάποιοι χωριανοί πρόθυμα έκατσαν παρέα και μας κέρασαν. Όμως έμαθα πως δεν γλεντάνε όπως τα παλιά χρόνια, δεν πάνε κλαρίνα στο χωριό το Πάσχα. Στο Φιλιάτι, το βράδυ της Ανάστασης ερημιά. Στο ΤΑΓΜΑ που για τρεις μέρες τον παλιό καιρό δέχονταν κόσμο και γίνονταν γλέντια τίποτε. Στο Γηρομέρι και στη Σίδερη κρατάν το έθιμο αλλά ο κόσμος λίγος. Στο Φοινίκι γίνεται πιο χωριανικό, αυτοί περνάν καλύτερα. Η νεολαία γέμισε ασφυκτικά τα μπαράκια, το Λιοτρίβι, το Παρελθόν κλπ. Οι μεγαλύτερες ηλικίες…στην τηλεόραση, κρίμα.
Σχολιάστε