Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Αρχαιολογικές θέσεις περιοχής Μουργκάνας

Δανειστήκαμε πολλά στοιχεία από την μελέτη: «Αρχαίοι Οικισμοί της Μουργκά- νας» του Θωμά Σόρογκα, φιλόλογου- αρχαιολόγου).

Λιθαρόστρουγκα: Ανηφορίζοντας από τον Αϊ- Μηνά του Κοκκινολιθαρίου τον ελικοειδή δρόμο, λίγο πριν την Πρέσπα, αριστερά από τον πρώτο αυχένα, ξεπρο- βάλλει μια στενόμακρη, φύσει οχυρή, σχεδόν γυμνή, ασβεστολιθική ράχη. Στο ψηλότερο σημείο της διατηρούνται λείψανα αρχαίου κάστρου, με περίμετρο 600 περίπου μέτρων και με μικρό ορθογώνιο πύργο. Το τείχος διατηρείται καλύτερα κοντά στο διπλανό εξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, όπου και λίθοι του κάστρου χρησιμοποιήθηκαν για το χτίσιμό της. Υπάρχουν διάσπαρτα ελληνικά όστρακα.

Βίγλα Κεραμίτσας: Η ονομασία προέρχεται από το λατινικό ρήμα viglo=α- γρυπνώ, εποπτεύω, φρουρώ. Βρίσκεται δεξιά του δρόμου Κεραμίτσας- Ραβενής, μπροστά στη διακλάδωση προς το Μαλούνι, πάνω σ’ έναν επίκαιρο κωνικό ασβε- στολιθικό λόφο. Από τα φυλάκια που υπήρχαν στο λόφο οι φύλακες επόπτευαν τον αρχαίο δρόμο που οδηγούσε από τη θάλασσα της Σαγιάδας στην ηπειρωτική ενδοχώρα.

Την ίδια πορεία ακολουθούσαν το τούρκικο ντερβένι και τα κοπάδια των Σαρα- κατσαναίων. Στην κορυφή του λόφου υπάρχουν ερείπια αρχαίας ακρόπολης. Τούτο προϋποθέτει την ύπαρξη παρακείμενης κώμης ή μικρού οικισμού.

Ραβενή: Περιτειχισμένος οικισμός της κλασικής περιόδου, σε επίκαιρο φύσει οχυρό λόφο, πάνω από το σημερινό χωριό. Ανατολικά, προς τον ποταμό Καλαμά, ο λόφος πέφτει απότομα, ενώ η πρόσβαση προς τον οικισμό γινόταν από βόρεια με έναν ήπιο ανηφορικό δρόμο που οδηγούσε στην πύλη εισόδου, πλάτους 3 μέτρων. Το τείχος που περιβάλλει την κορυφή του λόφου έχει περίμετρο 600μ. Το πλά- τος του είναι 3,5μ. και είναι κατασκευασμένο από πολυγωνικούς λίθους. Τέσσερις συνολικά ορθογώνιοι πύργοι αύξαναν την προστατευτική και αμυντική θωράκιση του οικισμού, που πρέπει να αριθμούσε 500 – 1000 κατοίκους. Οι Ραβενιώτες το ονομάζουν «Καστρί». Στο εσωτερικό διατηρούνται πολλά λείψανα αρχαίων κτιρί- ων, που διαγράφουν ένα ορθογώνιο σύστημα οικοδομικών τετραγώνων. Υπάρχουν διάσπαρτα θραύσματα κεραμιδιών στέγης και βρέθηκαν νομίσματα της εποχής. Αρχαίοι τάφοι αναφέρονται δυτικά του κάστρου, στην Αγία Παρασκευή, στην Αγία

Μαρίνα και στη θέση «Αναβρυστικά», δίπλα στον Καλαμά.

Μπράνια: Ο Στέφανος Βυζάντιος αναφέρει ως μεσογειακή πόλη της Θεσπρωτίας και την πόλη Βρυάνιον, που την τοποθετεί στη σημερινή Μπράνια (Αγία Μαρίνα), κοντά στη Λεπτοκαρυά. Η πόλη, με το ιστορικό της γεφύρι, ήταν κομβικό σημείο διέλευσης από και προς τα θεσπρωτικά παράλια και την ηπειρωτική ενδοχώρα Γλωσσολογικά δικαιολογείται η εξέλιξη της τοπωνυμίας Μπράνια από την αρχική Βρυάνιον. Η Μπράνια μετονομάστηκε στη δεκαετία του ΄60, σε Αγία Μαρίνα.

Γαρδίκι: Ανάμεσα στα χωριά Γαρδίκι και Λέκουφα υπήρχε αρχαίος οικισμός, τον οποίο οι Σλάβοι μετονόμασαν σε Γραδ ή Γαρδ (= πόλη, οικισμός)2. Ο αρχαίος

  1. Οι επιδρομείς Σλάβοι μετονόμασαν γενικά κάθε αρχαίο οικισμό

οικισμός βρίσκεται επάνω σε ένα φύσει οχυρό, στρογγυλό ασβεστολιθικό λόφο με επίπεδη κορυφή. Η θέση προσφέρεται για τον έλεγχο όλης τη γύρω περιοχής. Από τις τρεις πλευρές της είναι κρημνώδης. Προσιτή είναι μόνο από τις βόρειες λοφο- σειρές της Γλούστας – Μουργκάνας. Οι ντόπιοι την ονομάζουν «Πύργο».

Στην επίπεδη κορυφή του λόφου σώζεται σε ύψος δύο δόμων, το ισοδομικό τείχος, πάχους 3 μ., με συνολική περίμετρο 500 μ. Δύο ισχυροί ορθογώνιοι πύργοι προστατεύουν τη βόρεια πλευρά και την κεντρική πύλη. Στο κέντρο του οικισμού διατηρούνται τα θεμέλια μεγάλων ορθογώνιων, διοικητικών ή λατρευτικών κτιρίων. Ο αρχαίος αυτός οικισμός των 500 – 1000 κατοίκων υδρευόταν από κοντινή πηγή νερού. Ζωντανός είναι ακόμα ο θρύλος για τη μονοβύζα, βασίλισσα του Κάστρου, που, αγνάντευε από τα τείχη τη μάχη κάτω στον κάμπο, είδε με σπαραγμό να πέ-

φτει ο μονάκριβος γιος της κι από τότε, ο κάμπος ονομάστηκε μαυρόκαμπος.

Το «Κάστρο του Λιά»: Πάνω και δυτικά από του Λιά, υπάρχει η τοποθε- σία «Κάστρο ή Καστρί» (της πόλης). Εκεί βρίσκονται λείψανα ενός αρχαί- ου κάστρου, πάνω σ› ένα πρόβουνο – αντέρεισμα του συμπαγούς όγκου της επιβλητικής Μουργκάνας, πάντα γρανιτένιας και «μούργκας» στην θέα της. Η κορυφή του πρόβουνου με φύσει οχυρές πλαγιές από τρεις μεριές, ενώ η βόρεια βατή πλευρά αποτελεί τη μόνη του πρόσβαση από τον κοντινό αυχένα του βουνού. Η προσιτή πλευρά αυτή του κάστρου προστατεύεται με τείχος, πάχους 1,5 μ., από πολυγωνικά και ορθογώνια λιθάρια λατομείου. Η περίμετρος τείχους και γκρεμού υπο- λογίζεται σε 400 περίπου μέτρα. Τρεις ορθογώνιοι πύργοι προέχουν και ενισχύουν την

βόρεια πύλη και ένας την δυτική πλευρά- οικιστική μονάδα των 500 κατοίκων.

Το «Λεμικό» του Τσαμαντά: το τοπωνύμιο «Λεμικό», είναι γλωσσική παρα- φθορά της λέξης «Ελληνικό». Οι ονομασίες αυτές φαίνεται ότι κατάγονται από την εποχή που επικρατεί ο χριστιανισμός, ο οποίος χαρακτήριζε «ελληνικούς», δηλαδή ειδωλολατρικούς, όλους τους αρχαίους ναούς και δεν ήταν λίγες οι καταστροφές σε κάθε χτίσμα που θύμιζε αρχαία Ελλάδα και ειδωλολατρία.

Πρόκειται για έναν ελληνιστικό τειχισμένο οικισμό με ακρόπολη, μια ώρα ΝΑ από τον Τσαμαντά, απέναντι από την Ι.Μονή του Αγίου Γεωργίου Καμίτσανης.

Ο αρχαίος αυτός οικισμός είναι κτισμένος πάνω στην άκρη της νότιας απόληξης του ασβεστολιθικού υψώματος ¨Σταρόδα¨. Η θέα προς το φαράγγι του Κόζιακα προ- καλεί δέος, ενώ στο βάθος του φαραγγιού ο ποταμός Πάβλας (αρχ. Ξάνθος) ρέει, κάτω από την Πόβλα και τη Λιντίζντα προς τον κάμπο του Βούρκου της Αλβανίας.

Η περίμετρος του ισοδομικού τείχους, που σώζεται σε ύψος τεσσάρων δό- μων, είναι περίπου 500 μέτρα. Ένας πύργος προστάτευε την πύλη του οικισμού στην ΝΔ γωνιά. Η ανατολική και νότια πλευρά του έχει φυσικό οχυρό τους απότομους γκρεμούς. Πριν χρόνια ο χώρος καλλιεργούνταν ως σταροχώραφο. Και ο οικισμός αυτός βρίσκεται σε επίκαιρη, οχυρή θέση, έχει οπτική επαφή με το κάστρο του Λιά και κυρίως έλεγχε τις διόδους προς και από τη Σωτήρα, τη Λεσι- νίτσα, τη Λιντίζντα, τη Ρίπεση και το Μαρκάτι και γενικότερα το Βουθρωτό, τους Αγίους Σαράντα και το Δέλβινο.

Κεφαλοχώρι (Γλούστα): Η ομαλή, ήπια, προσήλια και «εύυδρος» (σημ. βρύση Μπιτσινάρα) αυτή τοποθεσία στα ριζά της Βελίκας, στο φυσικό πέρασμα προς και από Τσαμαντά, Βούρκο και περιοχή Δελβίνου, δικαιολογεί την ύπαρξη εδώ αρχαί- ου οικισμού, που σίγουρα είχε οικιστική σχέση και καταφύγιό του το Κάστρο-α- κρόπολη του Γαρδικίου. Ο Αραβαντινός τοποθετούσε εδώ πολίχνη με το προελλη- νικό όνομα Βόλουρος ή Βουλωρός.

Ταφικά ευρήματα Κεφαλοχωρίου (Γλούστας): Σε έργα διάνοιξης που έκανε εκ- σκαφέας στη Γλούστα τις 14/7/ 1993, στον περίβολο του σπιτιού του Γιώργη Μού- τσιου,βρέθηκεοικογενειακός

τάφος της ελληνιστικής επο- χής. Ο τάφος περιείχε έξι (6) ταφές και πλούσια κτερί- σματα. Σαράντα τρία συνο- λικά πήλινα αγγεία συνόδευ- αν τις τέφρες των έξι νεκρών. Εννιά χρυσά στεφάνια από λεπτό έλασμα χρυσού και μια ταινία, σε σχήμα φύλ- λων βελανιδιάς, σφενταμιού

και μυρτιάς, λάμπρυναν με ξεχωριστή τιμή τους νεκρούς.

Ένα, ακόμη, ζεύγος χρυσών ενωτίων (σκουλαρικιών), που συνόδευαν την οικοδέ- σποινα -πιθανόν -του τάφου, αποτελεί δείγμα προηγμένης υψηλής μικροτεχνίας. Το στέλεχος των σκουλαρικιών είναι κατασκευασμένο με συρματοτεχνική και απο- λήγει σε κεφαλή λυγκός (σαρκοβόρο ζώο με οξυδερκή μάτια) κατασκευασμένη με σφυρηλάτηση λεπτού ελάσματος χρυσού. Τρεις χρυσές δάνακες (μικρά κέρματα) με έκτυπες μορφές από νομίσματα ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ του Κοινού των Ηπειρωτών, συ- νόδευαν ακόμα τους νεκρούς, για να πληρώσουν – κατά έθιμο -τα πορθμεία, τα ναύλα, στον βαρκάρη Χάροντα. Αιχμές δοράτων, εγχειρίδια, ξιφίδια, πόρπες και στλεγγίδες(ξέστρεςγιαάλογα)ολοκλήρωναντααγαπημένα

συνοδευτικά αντικείμενα των νεκρών. Η χρήση του τάφου τοποθετείται στην περίοδο από τα τέλη του 3ου π.Χ. αι. μέ- χρι και το 1000 π.Χ., για 100-120 χρόνια, για 3-4 δηλ. γε- νιές, επιβεβαιώνοντας έτσι τις φιλολογικές μαρτυρίες ότι η ευρύτερη περιοχή αυτή της Μουργκάνας και της Θε- σπρωτίας συνέχισε να κατοικείται και μετά την καταστρο- φή της Ηπείρου από τους Ρωμαίους το 167 π.Χ.

Τα πλούσια ευρήματά του εκτίθενται σε περίοπτη θέση

στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κέρκυρας. Ευχόμαστε να παλιννοστήσουν σύντομα

– μαζί με τόσες άλλες θεσπρωτικές αρχαιότητες- από τα μουσεία των Ιωαννίνων και της Κερκύρας στο αρχαιολογικό μουσείο Ηγουμενίτσας- κι ας είναι λειψό, άκομψο και ανεπαρκές, για τη φιλοξενία των τόσων θησαυρών της θεσπρωτίδος γης.

Σχολιάστε

Ετικετοσύννεφο