Του Γιώργου Τσώμου

Ανθίζουν αυθαίρετα σαν μανουσάκια και σαν κρίνα. Πάνω στις ραχούλες σε χειραψία με τα σύννεφα, καβάλα στο τρακτέρ, στις ποταμούλες τσαπί και μποστάνι. Στα καφενεία να βροντοχτυπάν τα ζάρια στο πλακωτό, τη ντάμα σπαθί στη δηλωτή. Ορειχάλκινοι Απόλλωνες και Ερμείς. Παλικάρια που παλεύουν και μοχθούν, για την ελάχιστη γενναιοδωρία μιας γης, από τις πλέον καταφρονεμένες. Στη μια αυλακιά το νερό, στην άλλη κλωνάρι ο ιδρώτας, μέχρι να δέσει η ντομάτα, να γίνει μπάλες το τριφύλλι, να κοπεί το τιμολόγιο, το ακάλυπτο παπατζιλίκι των εμπόρων.
Απέναντι και μακριά από τις άυλες λαγνείες, τα τζάμπα τρικολόρ σενάρια των μεγαλουπόλεων. Πιγκωμένοι με τα ταξίδια. Είναι και ‘κείνα τα χαμένα βλέμματα των φευγάτων φίλων και χωριανών στις επιστροφές την Πασχαλιά και ακόμη πιο πολύ τον Δεκαπενταύγουστο Στη χειραψία τι γίνεται και τι φτιάνεις απαντάνε με ένα κρύο υπομειδίαμα, μ’ ένα ψίθυρο: Αθήνα, σε μια εταιρεία, παίζεται κάτι, συζήτηση να γίνεται, χαμπέρι κανένα. Άσε καλύτερα. Αντί το λούσιμο να είναι Μαραθώνα με δυο ξεβγάλματα πάλμολιβ για λιπαρά, χίλιες φορές η αγκαλιά του άχραντου Ήλιου, το χάδι του νοτιά, του ματωμένου δειλινού η νοσταλγία. Με την καρδερίνα στην γκορτζιά, τον κορυδαλλό στα οργωμένα, το αηδόνι στο Γράβο. Ψάξε του τη μελωδία στα Ηρώδεια και τα Βούπερταλ χάλε, με Μαντόνες και πριμαντόνες. Ο ρυθμός για χρόνια, Χέβυ μέταλ Ηπειρώτικος. Αλλά σαν κλείσει η μέρα τα τεφτέργια, η νύχτα έρχεται, σέρνοντας τ’ αγκομαχητά της. Και οι νύμφες δεν πρόκειται να φανούν. Έτσι το σώμα που πότισε γενναιόδωρα την ξεραΐλα με ιδρώτα και προσδοκία, αρχίζει να λαμπαδιάζει, διψασμένο το ίδιο, από όλες εκείνες τις επιθυμίες που το κάνουν να αιμορραγεί.
Διότι σε ποιο κλίβανο, όλη αυτή η νιότη, θα κάνει παρανάλωμα τις φλογερές ορέξεις που απ’ τους κροτάφους μέχρι τις πατούσες, δημιουργούν πύρινα μέτωπα; Πουθενά. Όχι ακριβώς, διότι εμφανίζεται εκεί το δαιμόνιο του εμπειροτέχνη Νεοέλληνα σκηνοθέτη, να στήσει σκηνικά διδάγματα πρόκληση και υπόκλιση για το ίδιο το Χόλυγουντ. Ινδουιστικούς ναούς αποτέφρωσης της κατάθλιψης, με παραλλαγές αρχαίο δράμα, έως θέατρο του παραλόγου Βιτόριο ντε Σίκα και Εμίρ Κουστουρίτσα για γέλια και για δράματα. Κάποιες χαραμάδες προς τη φωτισμένη νύχτα, κάτι παλιό μπερντέδες πάρκιγκ, για ολοκαίνουργιους κινητήρες, με καμένες τσιμούχες και διαρροή λαδιών.
Σ’ ένα τυχαίο πρατήριο, σαν μικρό σκαλίδι στην Εθνική οδό, έχει στήσει το ιερό τέμενος και διακονεί κάθε βράδυ ο μοναδικός Λεωνίδας. Για εγγυημένο ολονύχτιο χάος. Μπροστά οι αντλίες της AVIN πετρόλιουμ και μέσα στο βαρ το εμπάτε αγόρια στο χορό για μια υγιή συναισθηματική απονεύρωση εκατό οκτανίων, από την πετρελαιοκηλίδα μιας άπατης λεβεντοσύνης.
Η πίσω πλευρά του σκηνικού, αλουμινοκατασκευή τζαμλίκι, με προοπτική το ποτάμι. Γαλήνιος, αδιάφορος, βαριεστημένος, ο Καλαμάς γίνεται ακούσια ο Γάγγης της μετενσάρκωσης, για την στάχτη μιας υπέροχης νιότης-φτηνοδουλειάς.
Η παντοκράτειρα της απόγνωσης Παγώνα, ψηλή εποπτεία στο τελωνείο θλίψεων, θριάμβων και ψυχικής σπατάλης. Ορχηστικές καταγγελίες του έρωτα και ξανά του έρωτα, ο οποίος πεισματικά αρνείται να φανεί, να καταδεχτεί. Όλο το παράξενο κουβάρι, σε χείμαρρους Τζόνυ, ρετσίνας, κόκα κόλας, πάνω στο δισκάκι του Λεωνίδα Αλε-ρετούρ.
Οι ξανθιές ιέρειες της λαγνείας, εκπεσόντες άγγελοι του Σοσιαλισμού, σε κοινωνική προσφορά αγροτικών αναγκών και ψυχικής αναστύλωσης, κολλάνε τα βαριά- ανθυγιεινά πολιπολιτισμικά ένσημα, δυστυχώς αλλού. Έτσι ο πετρελαϊκός αιθέρας, δεν μετουσιώνεται σε θεία μετάληψη και ο Ιερός Λόχος με τις αμαρτωλές προθέσεις, αποδέχονται μιαν ακόμη ήττα.
Χωμένος και χαμένος στην αιθαλομίχλη, σκεφτόμουν πόσες λυγερές και σήμερα θα κάνουν την αναμονή υπομονή, τις επιθυμίες πουπουλένιο μαξιλάρι, για καρτέρι και καρτερεί. Πόσοι άγγελοι με νεκρωμένες τις αισθήσεις θα πολιορκήσουν τα φαρμακεία, για ένα χημικό ταξίδι στην παραίσθηση, τη στιγμιαία άνοδο και τη δια βίου κατάρρευση. Πόσες γυναίκες στη μέγιστη χυμώδη ανθοφορία και καρποφορία δεν θα γνωρίσουν τη αγκαλιά και το τραγούδι του θεριστή. Ο φόβος μη χαθεί και ο τρύγος, με το γρήγορο πέρασμα από τη λάμψη του Ιούνη στη χλομάδα του Σεπτέμβρη, δημιουργεί ρυτίδες αγωνίας. Άλλη μια γύρα Λεωνίδα και βάλε λίγο Δεροπολίτισσα. Το χάραμα και ενώ η αυγή έχει μουσκέψει τα πλατανόφυλλα με τα πρώτα της δάκρυα, βγαίνει σιγά σιγά ο επιτάφιος, τρεκλίζοντας. Άκλαυτος.
Υ.Γ.: Το κείμενο είναι αφιερωμένο στον Πωλ Μαντέλο, που γνωρίσαμε την άλλη μέρα. Ένα μασίφ Ηπειρώτη, πατριώτη, ευγενή. Τότε που η διπλανή Γερμανία ήταν θρήνος αυτός πέρασε τον Ατλαντικό, αβρόχοις ποσίν. Στην πλέον κανιβαλική παγκόσμια οικονομική αρένα, έγραψε τη δική του ιστορία δημιουργώντας, προκοπής, οικοδομικές επιχειρήσεις ονείρων. Αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε να διδάσκουν τα παιδιά μας και να διοικούν και όχι κάποιοι νικημένοι, προσκυνημένοι γραφειοκράτες, που αφού χόρτασαν από τους φόρους απέκτησαν μαζί με τη χοληστερίνη και όραμα. Αυτοί που όσο να τους πληγώνει η πατρίδα, δεν θα υποστείλουν ποτέ τη σημαία της, από την ψηλότερη βουνοκορφή της καρδιάς τους.
Σχολιάστε