απο τις αναμνλησεις του αείμνηστου Πολ Μαντέλου
Και ποιος δεν ήξερε αυτόν τον χοντρούλη άνδρα. Τον πρώτο καλαμπουρτζή της απάνω πλατείας- όπου είχε και το μανάβικο. Καλοσυνάτος και πειραχτήρι, χωρατατζής και σοβαρός, όταν χρειάζονταν. Χρόνια και χρόνια διατηρούσε το καλύτερο Μανάβικο στο Φιλιάτι.

Πόσοι και πόσοι έχουν φάει ψωμί από τον Τάσιο. Εκλέγονταν μόνιμα Δημοτικός Σύμβουλος Φιλιατών όχι μόνο γιατί αγάπαγε το Φιλιάτι αλλά γιατί βοήθαγε τον κοσμάκη όλο. Ακόμη και δανεικά ¨κι αγύριγα¨ να του ζητούσες, αρκεί να καταλάβαινε ότι είχες πραγματική ανάγκη. Στα έδινε και δεν τον ένοιαζε αν θα τα πάρει πίσω. Είχε παντού φίλους και γνωστούς γιατί ήτανε μπαξές καρδιά. Όσο για τα καλαμπούρια και τα πειράγματά του χρειάζεται ειδικό βιβλίο- μόνο γιαυτά.

Εμείς θα αρκεστούμε σε μια περίπτωση που έγινε με τον Φούρναρη τον Αργύρη τον Χούλια και είχε
σχέση με το ποδόσφαιρο. Γιατί πρέπει να πούμε πως ο Τάσιος ήταν φανατικός Ολυμπιακός και Άρης Φιλιατών- έδινε όλα τα λεφτά για τις ομάδες του και δεν σήκωνε κουβέντα. Κι ο Αργύρης το ίδιο, ΑΕΚτζής και Άρης Φιλιατών μέχρι κόκαλο. Σε ένα ντέρμπυ λοιπόν μεταξύ των δυο μεγάλων ομάδων είχαν μαζευτεί καμιά εικοσαριά φίλοι σε μαγαζί που είχε τηλεόραση να δουν τον αγώνα. Λίγα μαγαζιά είχαν τηλεόραση τότε, κι δύο φίλοι είχαν καθίσει δίπλα δίπλα κι αρχίσανε τις προβλέψεις. Πέντε θα φάει η ΑΕΚ έλεγε ο Τάσιος και κοίταγε δήθεν το ταβάνι αλλά λοξά και με τρόπο τις αντιδράσεις του φίλου του Αργύρη. Έξη θα σας ρίξουμε, αντιδρούσε με θέρμη ο Αργύρης. Κουβέντα στην κουβέντα, εγώ πάω στοίχημα πως θα σας σκίσουμε ο ένας, δέκα θα σας χώσουμε ο άλλος- βάζουν στοίχημα. Δέκα χιλιάρικα ήταν πολλά λεφτά εκείνο τον καιρό, τόσο μεγάλο πάθος είχανε κι δυο τους. Άρχισε το παιχνίδι, άρχισε κι αγωνία. Μπήκε το πρώτο γκολ, ήρθε ισοφάριση, φώναζαν κι δύο τους αλλά η αγωνία τους έτρωγε και έπεφταν οι φωνές τους γρήγορα. Λίγο πριν τελειώσει ο αγώνας ο Ολυμπιακός νικούσε 3-1. Μα τη στεναχώρια του Χούλια, όχι τόσο για τα δέκα χιλιάρικα όσο για το δούλεμα που θα ακολουθούσε από τον Τάσιο. Ο Τάσιος το έπαιζε άνετος και υπεράνω. Έλεγε διάφορα, έκανε γκριμάτσες, τους έκανε όλους- εκτός από τον Αργύρη- να σκανε στα γέλια, αλλά τον Αργύρη δεν του χωνόταν πολύ- ένοιωθε τον πόνο και ήξερα πότε να πειράξει χωρίς να πονέσει. Ο Γιάννη Γκιζάς τότε- μεγάλο πειραχτήρι- έστειλε έναν μικρό να το πει στη Χουλιαινα- ότι ο Αργύρης έχασε δέκα χιλιάρικα στο στοίχημα. Μια και δυο αυτή πάει εκεί που ήταν μαζεμένοι κι έτυχε την ώρα που ο Αργύρης μέτραγε τα λεφτά στον Τάσιο. Μπουκάρει στο μαγαζί και φαπ του αρπάζει τα λεφτά και με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση του λεει «που τα πας τα λεφτά, με τι θα πληρώσεις τα αλεύρια αύριο;» Και γυρίζοντας στον Τάσιο «Κι εσύ μο Τάσιο, τόσο πολύ σου λείπουν τα λεφτά που κοιτάς να μας καταστρέψεις την οικογένεια;»

Ο καλόκαρδος Τάσιος είπε συγνώμη στη κυρά Λένη και την κέρασε και καφέ κιόλας. Εκεί που πίνανε τον καφέ και καλαμπουρίζανε, σαν φίλοι και χωριανοί, ψιθυρίζει κάποιος της Χούλιαινας «πες του- καλά μο Αργύρη, πως έβαλες στοίχημα τόσα λεφτά για την κουρέλα την ΑΕΚ;» Χωρίς άλλη κουβέντα το είπε η Χουλιαινά «καλά μο Αργύρη, τι στοίχημα βάζεις εσύ για την κουρέλα;» Σηκώθηκε απάνω σαν ελατήριο ο Χούλιας, έκανε σαν ζουρλαμένος από τον πόνο και γύρισε και τις είπε «αμάν ρε γυναίκα, γιατί μου το κάνεις αυτό. Δεν μου έδινες μια μαχαιριά καλύτερα». Το γέλιο πήγε σύννεφο, τρεις μέρες έκανε να βγει από το σπίτι ο Χούλιας. Κι ο άλλος περίμενε κι έβγαινε λοξά στο μανάβικο και κοίταγε κάτω κι άμα τον έβλεπε έξω από τον φούρνο άρχιζε. Ε μο ΑΕΚ, δεν σου φτάνανε δύο, ήθελες τρία. πήρες Τρία και νάναι κρύα… Και για να ρίξει και λίγο μπηχτή στον Νύση τον Στεφανίδη, ¨άλλος φανατικός ΑΕΚτζής εκείνος που δεν του έδινε όμως δικαίωμα, συνέχιζε: «Ε, μο Μέγαρα κι Ελευσίνααα…» Τι έλεγε κείνο το στόμα δεν αποτυπώνεται… Αμπαριφαμ ουτουρουτουτουμ κλιτς κλατς!
Σχολιάστε