Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Τω καιρώ εκείνω «Ας συναπαντηθούμε με τον καιρό,

Μια που κι αυτός το γυρεύει»

τ’αμερικάνικα της τσεύως

   Τω καιρώ εκείνω λοιπόν- ήταν λίγα χρόνια μετά τον πόλεμο- οι αδελφοί Τσότση, Θωμάς και Βασίλης, (ο Τσίλης), βαστούσαν ένα μπακαλομανάβικο στο Φιλιάτι και πορεύονταν. Κάθε Πέμπτη έφταναν στην πόλη οι πανωχωρίσιοι (από τα μέρη της Μουργκάνας και άλλα χωριά), άντρες και γυναίκες, ξεφόρτωναν τα ζώα τους στην πλατεία, εκεί που ήταν πρώτα το τζαμί, κι άπλωναν την πραμάτεια τους για πούλημα. Έβλεπε κανείς εκεί σακκιά με βρώμη, καλαμπόκι, αρμαθιές με σκόρδα, κρεμμύδια, λαχανικά, κοτόπουλα, ζαρζαβατικά, γυφτοφάσουλα, ότι βγάζει ο τόπος. Το Φιλιάτι βούιζε από την κοσμοσυρροή. Οι χωριάτες πηγαινοέρχονταν στον κεντρικό δρόμο, χαιρετιόντουσαν, κουβέντιαζαν, ψώνιζαν…

   Μια Πέμπτη βρέθηκα κι εγώ εκεί και μπαινόβγαινα στα μαγαζιά γνωστών και φίλων, να περάνω την ώρα μου. Έφτασα και στο μαγαζί των αδελφών Τσότση. Ο Θωμάς, στην αριστερή πλευρά, πίσω από τσουβάλια με πατάτες, φασόλια, ρύζι και άλλα φαγώσιμα. Ο Βασίλης, αντίκρυ, μπροστά σε κάτι ράφια με κονσέρβες, μακαρόνια και άλλα. Και τα δυο αδέλφια, (μακαρίτες τώρα), άνθρωποι του καλαμπουριού και της συντροφιάς. Έπιασα κουβέντα με τον Τσίλη και τα λέγαμε.  Κάποια στιγμή μπήκε μέσα μια κοντακιανή γυναίκα, χωριάτισσα, στρουμπουλή, με μπιρμπιλωτό μαντήλι στο κεφάλι και στάθηκε μπροστά στο Θωμά.

-Καλώς την  Τσεύω, είπε αυτός. (Παρασκευή την είχαν βαφτίσει και τη έκφραζαν Τσεύω)

-Καιρό έχεις να φανείς, τι κάνεις.

-Για, πήγα με τον άντρα μ’ στα παιδιά μ’ στο Αμέρικα, μα δε μας έπιασε ίτσ’ καλά, σκωθκαμαν κι έφγμαν γλήορα.

-Τι θέλεις να σου βάλω, ρύζι;

-Ω γιές, βάλε μου μισή οκά.

-Θές και φασούλια;

-Γιές.

-Πατάτες;

-Γιές. Βάλε μου δυο τρείς οκάδες.

-Καμιά οκά φακή;

-Γιές, γιές.

Κόλλησε η γλώσσα της Τσεύως στο ¨γιές¨. Ο Τσίλης κι εγώ παρακολουθούσαμε την κουβέντα με στημένο αφτί. Ο Θωμάς στο μεταξύ ζύγιζε τα ψώνια της Τσεύως, και την ώρα που αυτή πλήρωνε τη ρώτησε ο Βασίλης. Απορώντας τάχα.

-Καλά μο Τσεύω, πόσα χρόνια έκατσες συ στο Αμέρικα, πόμαθες και κρένεις τόσο καλά τ’ αμερικάνικα;

   Δεν θυμάμαι τι του αποκρίθηκε η Τσεύω, θυμάμαι όμως πως φεύγοντας είπε ¨καλό βράδυ¨ του Θωμά. Αυτός τότε κάρφωσε τα μεγάλα καστανά μάτια του επάνω της και αντιχαιρέτισε χαμογελώντας πλατιά: -Γιές.

                                                                   -Θεμιστοκλής Πέτρου-

Σχολιάστε

Ετικετοσύννεφο