ΑΝΑΡΤΗΣΗ: Panagiotis Georgiou Περίληψη από την παρουσίαση του βιβλίου :
«Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ- Πέντε Εκκλησιές (Οσδίνα) Σουλίου»
Ο τίτλος του βιβλίου «Η ταυτότητα του χωριού μου» είναι ευρηματικός, χαρακτηριστικός και στοχευμένος. Μας παραπέμπει αμέσως στο τι πρόκειται να ακολουθήσει στην περιγραφή και την διήγηση. Όπως, ακριβώς, το Ατομικό Δελτίο Ταυτότητας περιέχει τα βασικά, προσωπικά στοιχεία και δεδομένα του καθενός μας, κατά τον ίδιο τρόπο ο τίτλος εδώ υπονοεί το τι εκθέτει στο βιβλίο ο δημιουργός του. Πρόκειται, ακριβώς, για τα προσωπικά δεδομένα, το στίγμα του χωριού, αρχίζοντας από την ονομασία Ιουστίνα, Οσδίνα και τέλος Πέντε Εκκλησιές.
Η μόνη διαφορά από το Ατομικό Δελτίο Ταυτότητας είναι ότι στην «Ταυτότητα του χωριού μου» τα στοιχεία αυτά προσφέρονται αναλυτικά και πλουσιοπάροχα, με διηγήσεις και περιγραφές εκλαϊκευμένες και με μια γλώσσα ρέουσα, γλαφυρή, βατή κι ελκυστικά λογοτεχνική.
Είναι χαρακτηριστικά τα προλογίσματα του συγγραφέα, τα οποία φανερώνουν τόσο την αγάπη του για το χωριό μας όσο και τον πόθο του, και την αγωνία του, αν θέλετε, να μάθει η νεότερη γενιά τη ζωντανή ιστορία του τόπου μας.
Διαβάζουμε τα προλογίσματα αυτά.
(Ανάγνωση των κειμένων, σελ. 9 και 11).
1) Σελ. 9
Για τον τόπο που γεννήθηκα και κουναρήθηκα που έκλαψα και γέλασα
που χόρεψα και τραγούδησα που πείνασα και δίψασα
που μεγάλωσαν τα χρόνια μου και μίκρυνε η ζωή μου
Το ’γραψα τούτο το βιβλίο για να θυμίζει τα παλιά στους νεότερους
και τ’ αφιερώνω με πολλή αγάπη στους όπου της γης χωριανούς μου.
2) ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ σελ. 11
Φορτισμένος από πραγματική αγάπη και λατρεία για τη γενέτειρά μου, την Οσδίνα, προσπάθησα με απλά και απέριττα λόγια να αποτυπώσω και να καταγράψω την πορεία της ζωής της, αντλώ- ντας το υλικό από το πιθάρι των προσωπικών μου βιωμάτων και αναμνήσεων, από τη δεξαμενή των παραδόσεων, από τις μαρτυρίες ηλικιωμένων χωριανών και από τις λίγες πληροφορίες γραπτών κειμένων.
Θέλησα ν’ ανάψω μια λαμπάδα που να φωτίζει το χθες και το σήμερα της ιστορικής διαδρομής του χωριού μας, για να μην ξεχάσουν τα παιδιά του τη φύτρα τους και ξεκοπούν από τις πατρογονικές ρίζες. Δεν βαυκαλίζομαι με τη φιλοδοξία ότι ολοκλήρωσα τον στόχο μου. Ασφαλώς, θα χρειαστεί να συμπληρώσουν και άλλοι τα τυχόν κενά, με στοιχεία που από άγνοια εγώ παρέλειψα, για να ολοκληρωθεί το πορτρέτο του χωριού μας. Το ξεκίνημα έγινε.
Ευχαριστώ όλους όσοι με βοήθησαν σ’ αυτή μου την προσπάθεια.
Ο συγγραφέας
Το βιβλίο αποτελείται από δύο μέρη, ένα παράρτημα, τη βιβλιογραφία, και τις φωτογραφίες του χωριού.
Στο πρώτο μέρος αναφέρεται στην Παλιά Οσδίνα με οκτώ επιμέρους μικρά κεφάλαια. Ιδιαίτερη εντύπωση μας κάνει εδώ εκτός των άλλων το κεφάλαιο «Οσδινιάτες δεσποτάδες» που αποδεικνύει το ανώτατο θρησκευτικό και πνευματικό επίπεδο των προγόνων μας.
Διαβάζουμε στη σελίδα 22 την αναφορά του συγγραφέα στους Οσδινιάτες δεσποτάδες.
3) Σελ 22-23 ΟΙ ΟΣΔΙΝΙΑΤΕΣ ΔΕΣΠΟΤΑΔΕΣ
Σε μεγάλο βαθμό είχαν οι κάτοικοι του χωριού, εκείνη τη δύσκολη εποχή, ανεπτυγμένο και καλλιεργημένο το θρησκευτικό τους συναίσθημα, αν λάβουμε υπόψη ότι τρεις δεσποτάδες κατάγονται από την Οσδίνα.
Τα πνευματικά αυτά τέκνα του χωριού είναι:
1. Ο Γαβριήλ, που ήταν επίσκοπος Κορίνθου κατά το χρονικό διάστημα 1776-’83.
2. Ο Καλλίνικος, που εχρημάτισε επίσκοπος στο Τύρνοβο της Βουλγαρίας κατά το χρονικό διάστημα 1770-’78, και
3. Ο Παΐσιος, που χειροτονήθηκε επίσκοπος Βελλάς και Κόνιτσας στο έτος 1762 και ήταν ανεψιός των δύο προηγούμενων δεσποτάδων. Σε πεντηκοστάρι της μονής Στομίου της Κόνιτσας βρέθηκε η παρακάτω ιδιόχειρη ενθύμηση του Παΐσιου, που φωτίζει κάπως το σκοτεινό για μας παρελθόν του χωριού και την έγραψε το 1778:
«ΑΨΟΗ Μαΐου ΚΘ ήλθαμε καγώ ο αρχιερεύς Βελάς και Κονίτζης ομού με τους ευγενεστάτους άρχοντες εις ετούτο το σεβάσμιον μοναστήριον της υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θετόκου γενέσιον του ονομαζομένου στομίου και ηγουμενεύων ο οσιώτατος Παΐσιος του ποτέ γεωργίου Βόντα παπουτζή του εκ μποροζάνης. Έχομεν αφού αρχιερατεύσαμεν έος την σήμερον χρόνους δέκα εξ εις την επαρχίαν. Ήμουν εκ της Οσδίνης Ελαιώνος, γέννημα και θρέμα υιός παπανικολάου εγγονός γεωργίου μιλήτζη και ανεψιός των Θείων αρχιερέων του μεγάλου Τυρνόβου και Κορίνθου και έστω εις μνήμην παντοτινήν. Ο αρχιερεύς Βελάς και Κονίτσης Παΐσιος έγραψεν».
Αυτή η ενθύμηση –το μοναδικό ντοκουμέντο που υπάρχει– μας οδηγεί στα παρακάτω συμπεράσματα:
α) Ότι ο Παΐσιος γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Οσδίνα γύρω στα 1715-’20 και χειροτονήθηκε επίσκοπος το 1762.
β) Ότι η κωμόπολη, παρά τους χαλεπούς καιρούς, παρουσίαζε πνευματική άνθηση και μεγάλη ευημερία.
γ) Ότι η κωμόπολη καταστράφηκε μετά το 1730
Στο κεφάλαιο «Ο χαλασμός» ο συγγραφέας αναφέρεται στην παρακμή και στη διάλυση του χωριού εξαιτίας των διωγμών των Τούρκων κατακτητών. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω παράδοση που σώζει ο συγγραφέας στο εξής απόσπασμα:
Ανάγνωση του κειμένου, σελ. 28 «Οι κάτοικοι του χωριού…», σελ. 29 «…τον τόπο καταγωγής τους».
4) Ο ΧΑΛΑΣΜΟΣ
Οι κάτοικοι του χωριού έμαθαν την μπόρα που τους απειλούσε και άρχισαν τις συσκέψεις, για να βρουν διέξοδο για τη σωτηρία τους.
Μια μέρα, ο πιο δυνατός και ψύχραιμος άρχοντας του τόπου κάλεσε στο σπίτι του όλους τους πρόκριτους του χωριού, για να συζητήσουν και αποφασίσουν τι πρέπει να κάμουν. Επάνω σ’ ένα τραπέζι είχε τοποθετήσει τρεις κότες. Η μία ήταν μαγειρεμένη, η άλλη σφαγμένη και μαδημένη και η τρίτη ολοζώντανη. Σκεπτικός και περίλυπος τους κάλεσε τότε να του εξηγήσουν τι συμβόλιζαν αυτές οι κότες. Μια νεκρική σιγή σκέπασε για λίγο τα πάντα. Κανένας δεν μίλησε, κανένας δεν απάντησε. Τότε ο άρχοντας –οπλισμένος με τη γεροντική του σοφία– με σιγανή και θλιμμένη φωνή τούς είπε: «Αδέλφια μου, αν μείνουμε εδώ και δεν αντισταθούμε
στη φουρτούνα που μας έρχεται, τότε θα καταντήσουμε σαν τη μαγειρεμένη κότα. Αν μείνουμε και αντισταθούμε στα τούρκικα γιουρούσια, μας περιμένει η τύχη της μαδημένης κότας. Και αν αποφασίσουμε και φύγουμε σ’ άλλους τόπους, ίσως γλυτώσουμε πολλοί τη ζωή μας και τα πλούτη μας. Σκεφθείτε ποιον δρόμο ν’ ακολουθήσουμε για τη σωτηρία όλων μας». Και ύστερα από πολύωρη συζήτηση πάρθηκε η μεγάλη απόφαση. Να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές εστίες, να πάρουν ό,τι ήταν δυνατόν και ο καθένας να διαλέξει την καινούργια του πατρίδα.
Αυτά λέει η παράδοση για τον χαλασμό του χωριού, που ενέχει ασφαλώς και σπέρματα ιστορικής αλήθειας.
Μετά την ομόφωνη απόφαση να προτιμήσουν την προσφυγιά, παρά να γίνουν εξωμότες, άρχισαν μπουλούκια μπουλούκια ν’ αναχωρούν για όπου ο καθένας νόμιζε ότι θα έβρισκε σιγουριά και καλύτερη τύχη για τη συνέχεια της ζωής. Το μεγαλύτερο τμήμα των φυγάδων κατευθύνθηκε προς ανατολάς, για να βρει καταφύγιο σε διάφορα χωριά του ανατολικού Ζαγοριού, της Δυτικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Εκεί εγκαταστάθηκαν και αφομοιώθηκαν σιγά σιγά με το περιβάλλον, δημιούργησαν νέα νοικοκυριά και με το πέρασμα του χρόνου λησμόνησαν τον τόπο καταγωγής τους.
Κατά το 1914, ένας αγωγιάτης από την Πλακωτή συνάντησε έναν κάτοικο σε χωριό του ανατολικού Ζαγοριού, που του ομολόγησε ότι η καταγωγή του ήταν από την Οσδίνα, χωρίς άλλες διαφωτιστικές λεπτομέρειες. Στον Β΄ τόμο των Απάντων του Κώστα Κρυστάλλη, στη σελίδα 76 αναφέρεται ότι στην κώμη Λεσινίτσα (Βρυσοχώρι) του ανατολικού Ζαγοριού εγκαταστάθηκαν πολλοί κάτοικοι από την Οσδίνα της Παραμυθιάς. Δεν αναφέρει όμως ούτε αριθμό, ούτε χρονολογία, ούτε και την αιτία που τους οδήγησε στην προσφυγιά. Από έρευνα που έκαμα στο Βρυσοχώρι δεν εξακρίβωσα τίποτα σχετικό με την εγκατάσταση εκεί των Οσδινιάτων από τους λίγους εναπομείναντας εκεί κατοίκους, γιατί το σύνολο σχεδόν των κατοίκων εγκατέλειψε την άγονη αυτή περιοχή και εγκαταστάθηκε σε άλλα πλούσια μέρη και άλλαξε τρόπο ζωής.
Άλλο ένα τμήμα των κατοίκων, αποτελούμενο από τους πιο πλούσιους, κατέφυγε στα νησιά του Ιονίου Κέρκυρα και Παξούς, όπου και εγκαταστάθηκαν. Εκεί ως γνωστόν και πολλές άλλες οικογένειες από Παραμυθιά-Πάργα και άλλα Θεσπρωτικά χωριά είχαν καταφύγει κατά τους χαλεπούς εκείνους καιρούς, για να βρουν ασφάλεια και γαλήνη. Εκεί οι Οσδινιάτες αφομοιώθηκαν με τους γηγενείς και έχασαν την ταυτότητά τους. Η άποψή μου αυτή στηρίζεται στο παρακάτω περιστατικό. Κατά το 1939-’40, που υπηρετούσα ως δάσκαλος στο χωριό μου, έλαβα μια επιστολή από διαμένοντα στους Παξούς κάτοικο που ζητούσε να τον πληροφορήσω εάν υπήρχε στο χωριό οικογένεια που να φέρει ένα επώνυμο που δυστυχώς τώρα δεν θυμούμαι. Όπως φαίνεται, αυτός θα έψαχνε να βρει τις ρίζες του. Θα είχε από παράδοση πληροφορίες για την καταγωγή του και προσπαθούσε να επιτύχει την εξακρίβωσή τους. Εγώ του απάντησα αρνητικά και του ζήτησα σχετικές πληροφορίες.
Δυστυχώς, τα πολεμικά γεγονότα που επακολούθησαν διέκοψαν την αλληλογραφία μας και έκτοτε έχασα τα ίχνη του.
Επίσης, ένα άλλο κομμάτι του πληθυσμού, φορτισμένο από μίσος και πάθος για εκδίκηση, θα κατέφυγε στα Σουλιώτικα βουνά, όπου τότε θαυματουργούσε η Σουλιώτικη Συμπολιτεία. Εκεί συγχωνεύθηκε σ’ αυτό το εθνικό χωνευτήρι, ξέχασε τον εαυτό του και την ιδιαίτερη πατρίδα του, που την είχαν κυριολεκτικά αφανίσει οι Τούρκοι μετά την αναχώρησή τους, και ακολούθησε τον δρόμο της δόξας και του ηρωισμού που του είχε χαράξει η μοίρα της αθανασίας. Η άποψή μου αυτή στηρίζεται στον φλογερό πατριωτισμό και στη μεγάλη θεοσέβεια που χαρακτήριζε τους κατοίκους.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αποτελείται από 39 επιμέρους ενδιαφέροντα κεφάλαια διηγήσεις ή περιγραφές σχετικά με το χωριό μας, τις παραδόσεις, τις γιορτές, τα ήθη και τα έθιμά μας κλπ.
Εμείς θα περιοριστούμε και θα παρουσιάσουμε τέσσερα από αυτά τα κεφάλαια:
• Τα πανηγύρια του χωριού σελ. 71-72
• Πάσχα σελ. 86 -88
• Παροιμίες σελ. 96
• Γάμος σελ.103-112
• Αδελφότητα σελ. 156 -157
ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Η αναφορά του συγγραφέα στα πανηγύρια του χωριού τής εποχής του είναι χαρακτηριστική για την ακρίβεια, τη ζωντάνια και την πλαστικότητα των εικόνων. Ας αφήσουμε καλύτερα τον συγγραφέα μας να μας τα πει.
(Ανάγνωση του κειμένου, Σελ. 71 έως 72)
5) ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
Με τα πανηγύρια οι κάτοικοι έσπαζαν τη μονοτονία της σκληρής ζωής και δημιουργούσαν ευκαιρίες για ψυχαγωγία και διασκέδαση. Μ’ αυτά τα πανηγύρια καλλιεργούσαν την κοινωνικότητα, τις γνωριμίες, τη θρησκευτικότητα, και σφυρηλατούσαν το εθνικό φρόνημα κατά τους χρόνους της δουλείας. Σ’ αυτά τα γιορτάσια συμμετείχαν και πολλοί επισκέπτες από τα γύρω χωριά, συγγενείς, φίλοι, κουμπάροι, βλάμηδες και Τούρκοι ακόμη με κατασκοπευτικούς στόχους.
Οι οικογένειες που γιόρταζαν ετοίμαζαν, ανάλογα με την εποχή, πότε αρτύσιμα και πότε σαρακοστιανά φαγητά και τραπέζωναν όλους τους επισκέπτες.
Στο τραπέζι οι άνδρες είχαν την κυρίαρχη παρουσία, ενώ τα παιδιά και οι γυναίκες ήταν στο περιθώριο. Αφού έπιναν αρκετό ρακί (ούζο, τσίπουρο) από ένα παγουράκι, άναβαν τα κέφια τους και άρχιζαν τα τραγούδια και τους χορούς με μεγάλο πάθος.
Φιλοσοφημένα και απέριττα, τα τραγούδια τους αναφέρονταν στην αγάπη, στη λευτεριά, στον θάνατο, στην ξενιτειά, στην ομορφιά της φύσης, στα κατορθώματα των παλικαριών.
Το πρώτο τους τραγούδι πάντα ήταν:
Καλώς ανταμωθήκαμε εμείς οι ντερτιλήδες,
να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παράπονά μας.
Για φάτε, πιέτε, βρε παιδιά, χαρείτε να χαρούμε
τούτον τον χρόνο τον καλό, όσο να ’ρθει ο άλλος,
για ζούμε για πεθαίνουμε, για σ’ άλλον τόπο πάμε.
ΤΟ ΠΑΣΧΑ
Οι Οσδινιάτες, όπως και όλοι οι ελληνορθόδοξοι συνέδεαν συνειδητά και υποσυνείδητα το Πάσχα με τη λευτεριά του τόπου τους από τον Οθωμανικό ζυγό. Για τον λόγο αυτό η ευχή «Καλή Ανάσταση» σημαίνει γι’ αυτούς την ανάσταση του γένους, την ποθητή «Λευτεριά της πατρίδας». Χαρακτηριστικό είναι κι εδώ το κεφάλαιο του βιβλίου μας ΤΟ ΠΑΣΧΑ.
Ας το ακούσουμε και ας το απολαύσουμε…
(Ανάγνωση του κειμένου, Σελ. 86 έως 88)
6) ΤΟ ΠΑΣΧΑ
Την Κυριακή, στις 4 το πρωί, η χαρούμενη φωνή της καμπάνας ξυπνούσε τους χωριανούς, για να πάνε στην εκκλησία για την πρώτη Ανάσταση. Όλοι, τότε, λαμπροφορεμένοι και χαρούμενοι με τις λαμπάδες στα χέρια και τα μωρά στην αγκαλιά, πήγαιναν βιαστικά στην εκκλησία για να γιορτάσουν το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου. Όταν ο παπάς έλεγε το «Χριστός Ανέστη», τότε πολλοί χωριανοί από τη χαρά τους έβγαιναν στο προαύλιο της εκκλησίας και ντουφεκούσαν, για να στείλουν μήνυμα στα περίχωρα για το χαρμόσυνο γεγονός. Τώρα πια, έπαψε αυτό το έθιμο. Μετά το τέλος της Λειτουργίας, ο παπάς καλούσε να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων ο τσοπανόκοσμος πρώτα, για να φύγει για τα στανοτόπια, και μετά συνέχιζαν οι υπόλοιποι. Όταν γύριζαν στα σπίτια έτρωγαν με λαιμαργία, τσούγκριζαν τ’ αβγά και το «Χριστός Ανέστη» αντηχούσε παντού.
Η πρώτη μέρα της Πασχαλιάς κυλούσε ήσυχα, ξεκούραστα και χωρίς πολλές επισκέψεις.
Το απόγευμα πήγαιναν πάλι στην εκκλησία, για τη δεύτερη Ανάσταση, και από εκεί μαζεύονταν στο μεσοχώρι, όπου άρχιζαν τον χορό πρώτα οι άνδρες και μετά οι γυναίκες. Ακόμη έχω μπροστά μου το πορτρέτο του Γκέλη Τσίτου (Ρέστα), που ήταν ο ισόβιος καντηλανάφτης τ’ Αϊ-Νικόλα, που ξυπόλητος χόρευε και πηδούσε σαν ζαρκάδι…
ΟΙ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ
Το 23ο κεφάλαιο διανθίζεται με 134 χαρακτηριστικές παροιμίες της Οσδίνας, τις οποίες συναντούμε και σε άλλα χωριά της Ελλάδας. Μερικές απ’ αυτές αποδεικνύουν τη θυμοσοφία του λαού και καλό είναι να ακούσουμε μερικές από αυτές.
(Ανάγνωση ανθολογημένων παροιμιών, σελ. 95/96)
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Με τα δημοτικά τραγούδια οι Οσδινιάτες εκφράζουν τα βάσανά τους, τις χαρές τους, όπως είναι εδώ ο γάμος, στο 26ο κεφάλαιο, τους πόνους, όπως είναι ο θάνατος και η ξενιτιά, και τις ελπίδες τους, τραγουδάνε τα κατορθώματα ξεχωριστών, γενναίων ανθρώπων, που αγωνίζονται για τα ιδανικά τους, δηλαδή για τη λευτεριά τους, τη δικαιοσύνη, την αδελφοσύνη και μια καλύτερη ζωή.
Πολλές φορές τα δημοτικά τραγούδια τραγουδούσαν και τα κατορθώματα γενναίων αγωνιστών που πολεμούσαν τους ντόπιους εκμεταλλευτές, τους πλούσιους γαιοκτήμονες, που καρπώνονταν τους κόπους του λαού.
Ιδιαίτερα στον καιρό της Τουρκοκρατίας τα δημοτικά μας τραγούδια τραγουδούσαν τα βάσανα του υπόδουλου ελληνισμού, τη λαχτάρα για τη λευτεριά και τα κατορθώματα των κλεφτών, που ήταν οι υπερασπιστές του λαού και οι αγωνιστές της λευτεριάς του.
Η αθάνατη κλεφτουριά είναι μια από τις μεγάλες δόξες της πατρίδας μας. Την παράδοση της κλεφτουριάς την συνέχισαν οι ηρωικοί αντάρτες αργότερα, στα χρόνια της κατοχής.
Ο ΓΑΜΟΣ
Το 26ο κεφάλαιο του βιβλίου επιγράφεται Ο ΓΑΜΟΣ.
Στο κεφάλαιο αυτό διαβάζουμε
ανθολογημένα αρκετά παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια, που ανήκουν στην κατηγορία του γάμου, τα περισσότερα από τα οποία τα τραγουδάμε ακόμη και σήμερα, σε έναν παραδοσιακό, βέβαια, γάμο. Γίνεται επίσης και αναλυτική αναφορά στα ήθη κι έθιμα του γάμου, που πολλά από αυτά συνηθίζονται έως τις μέρες μας. Ανθολογήσαμε, όμως, μερικά από αυτά τα χαρακτηριστικά παραδοσιακά τραγούδια – αυτά τα μαργαριτάρια της ελληνικής παράδοσης – και τα έθιμα που απολαμβάνουμε κατά τις εορταστικές εκδηλώσεις του γάμου, όπως μας τα παραθέτει ο συγγραφέας:
(Ανθολογημένα κείμενα, σ. 103-112).
Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ
Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου του ο αείμνηστος δάσκαλος Κώστας Μητσέλος το αφιερώνει στην αδελφότητα¸ η οποία ιδρύθηκε το 1967 στην Αθήνα. Κατονομάζει τα μέλη των κατά καιρούς Διοικητικών Συμβουλίων της Αδελφότητας και αναφέρεται στους σκοπούς της και τα επιτεύγματά της. Τέλος, καταλήγει με τα εξής συμπεράσματα και τις παραινέσεις του προς όλους εμάς τους συγχωριανούς του, που θα ακούσουμε τώρα:
(Ανάγνωση του κειμένου σελ. 156 έως 157, «Πιστεύω… του χάραξε η μοίρα»
Η Αδελφότητα των Πέντε Εκκλησιών
Πιστεύω ότι και το νέο Δ.Σ. θα συνεχίζει να μπολιάζει τους νεότερους με την αγάπη για το χωριό και τον πόθο για την επιστροφή στις πατρογονικές ρίζες, και θα φροντίζει να διασωθούν τα ήθη και έθιμά μας, οι παραδόσεις μας, τα τραγούδια και οι χοροί και ό,τι άλλο σημαδεύει τη φυσιογνωμία του τόπου μας.
Υπάρχουν, ευτυχώς, σήμερα πολλά μέλη της Αδελφότητας που διατηρούν άσβεστη τη φλόγα της αγάπης για την ιδιαίτερη πατρίδα και την πατρογονική κληρονομιά, και ελπίζω με τον δυναμισμό και τη μαχητικότητα που διαθέτουν να συνεχίσουν με αμείωτο ενδιαφέρον την εκπολιτιστική σταυροφορία που θα οδηγήσει στο ξαναζωντάνεμα του χωριού. Η συσπείρωση όλων των χωριανών γύρω από την αδελφότητα είναι αναγκαία και επιβεβλημένη, για να καταστήσει την παρουσία της ουσιαστική, δημιουργική και άξια να συνεχίσει την πορεία της, για το καλό του τόπου μας. Η ενότητα και η ομοψυχία, το κουράγιο και η αισιοδοξία, ο μόχθος και η προσφορά είναι τα απαραίτητα όπλα για να κερδίσουν τη μάχη της αναδημιουργίας του χωριού… Το εύχομαι ολόψυχα. Και τώρα, κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο, τολμώ να κάνω μια έκκληση προς όλους τους χωριανούς, όπου της γης κι αν βρίσκονται.
Αγαπητοί και αξέχαστοι συγχωριανοί. Μην ξεχνάτε ποτέ τον τόπο που γεννηθήκατε. Μην ξεκόβετε από τις πατρογονικές ρίζες. Επισκεφθείτε συχνά τη γενέτειρα και βοηθήστε με τον οβολό σας στην αναμόρφωσή της.
Η Παλιοχώρα, ο Καλαμάς, τα Σπυροπηγάδια, το Μοναστήρι της Παναγίας, σας περιμένουν. Η παρουσία σας θα φέρει στο χωριό την άνοιξη και τη ζωντάνια που τόσο έχει ανάγκη, για να συνεχίσει τον δρόμο που του χάραξε η μοίρα.
Το βιβλίο περιέχει και ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο στο παράρτημα, που τιτλοφορείται «Η καλάθα και η ιστορία της». Το έγραψε η δασκάλα Θεοδώρα Μπάτση, την οποία ευχαριστούμε πολύ για την προσφορά της. Παρακαλούμε τον Δημήτρη να μας το διαβάσει.
(Ανάγνωση του κειμένου, Σελ. 161 έως 165)
9) Η καλάθα και η ιστορία της
Η καλάθα. Γνωστή σε όλους μας. Σ’ ένα σημείο βατό του ποταμιού, στη θέση «Λουριά», όπου δυο αιωνόβια δένδρα, το ένα αριάς απ’ τη μεριά του χωριού μας, με σκληρό χοντρό κορμό και απέναντι το πανύψηλο πλατάνι, έγιναν ζευγάρι. Στους δυο κορμούς στέριωσαν δυο γερά παράλληλα συρματόσκοινα με απόλυτη ασφάλεια, σε απόσταση 50-60 εκ. Πάνω τους, που αποτελούσαν «τις ράγες», εφάρμοσαν ένα ξύλινο κουτί 50×60 εκ. περίπου, στο οποίο ήταν προσαρμοσμένα τέσσερα καρούλια, για να τσουλούν πάνω τους. Μπροστά και πίσω από την καλάθα, υπήρχαν καρφωμένα δυο μεταλλικά κρικέλια, που έδεναν 50-60 μ. τριχιάς, όσο το πλάτος του ποταμιού.
Στις δυο αντίθετες γωνίες υπήρχε γάντζος, για να στερεώνει η καλάθα μια στο πλατάνι μια στον αριά. Η καλάθα τσουλούσε άνετα, αφού λαδώνονταν τακτικά τα καρούλια ως τη μέση των συρματόσκοινων. Ύστερα, «ο ταξιδευτής» έπρεπε να τον τραβά κάποιος ή ο ίδιος με γρήγορες κινήσεις με τα δύο του χέρια να τραβά, για να φτάσει στην άκρη.
Φανταστείτε τη δυσκολία της μεταφοράς όλης της σοδειάς. Οι κόφες, από λυγαριά, γεμάτες με τον ευλογημένο καρπό, να μπαινοβγαίνουν στην καλάθα τις πιο πολλές φορές με τα καμώματα του χειμώνα.
Στον αριά ένα γερό ξύλινο μπαλκόνι σού έδινε την ασφάλεια για το ανεβοκατέβασμα.
Στο πλατάνι υπήρχε μια σκάλα πέντε-έξι μέτρα με κλίση, ίσα με 1 μ. και 20 εκ. φαρδιά, από ακατέργαστα στρογγυλά πλατανίσια ξύλα, καρφωμένα μεταξύ τους.
Εδώ τελείωσε η παρουσίαση εκ μέρους μας του βιβλίου τού αείμνηστου δασκάλου και συγχωριανού μας «Η ταυτότητα του χωριού μου». Ελπίζουμε να μην ήμασταν κουραστικοί, αλλά να σχηματίσατε μια συνοπτική εικόνα σχετικά με τα περιεχόμενα, την ποιότητα και χρησιμότητα του βιβλίου, έτσι ώστε τα παιδιά και τα εγγόνια μας να γνωρίζουν τη ζωντανή ιστορία του τόπου καταγωγής τους και να μην τη λησμονούνε.
Ευχόμαστε επίσης, με τη συνοπτική αυτή παρουσίαση, να κεντρίσαμε το ενδιαφέρον σας, για να διαβάσετε όλο το βιβλίο.
Ευχαριστούμε πολύ για την υπομονή σας…
Αθήνα 9-2-2025
Παρουσίαση : Παναγιώτης Παντ. Γεωργίου
Ανάγνωση κειμένων: Δημήτρης Βασ. Μπάτσης

Σχολιάστε