Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΗΛΙΘΙΟΥ

 (γράφει ο Παλιογκαιρίσιος- Σπύρος Καλογήρου)

Εγώ δεν ήθελα να μπω μέσα κι ο πάππους μου είπε ότι μέσα θα δώκουν ζαχαρκά κι εγώ μπήκα αλλά τους είχανε σκολάσει και δεν μας έδωκαν. Όταν περβάταγε το λεφορείο εγώ είχενα τα μάτια κλεισμένα, γιατί ήτανε κάτι δέντρα που ήθελαν να πέσουνε ψηλά μας, αλλά μετά αρέντευαν δίπλα απ’ τ’ εμάς ανάποτα κι εγώ πρώτη φορά έγλεπα δέντρα που αρέντευαν. Κατόπι κάποιος είπε: ¨Κάτι βρωμάει εδώ μέσα¨ και είπε ένας άλλος ¨σα να βρωμάει σκατίλα¨ και είπαν και άλλοι ότι βρωμάει. Τότες ο πάππους έρθε κοντά στ’ αφτί και μου ‘πε: ¨Χέσκες ρε;¨ κι εγώ του ‘πα ¨ε¨. Μετά ο πάππους είπε σ’ αυτόν που τον ήλεγαν οδηγό να σταματήσει γιατί κάτι ξαστόχησε στα Γιάννενα και κατεβήκαμαν απ’ το λεφορείο και περβατάγαμαν όλο το τζιαντέ και το βράδυ φτάκαμαν στο χωργιό. Η μανίτσα με τη μάνα μας καρτέρεγαν και μετά είπαν «τι γίγκαταν απ’ το πρωί» κι ο πάππους ίτσιου δεν έκρενε και του είπε η μανίτσα ¨και το καλό δικό μας και το κακό δικό μας¨ κι ο πάππους αρχίνησε κι έβριζε «ανάθεμά το σπόρο σου κερατά, μας μαγάρισες το σόι» κι έβαλε τα κλιάματα η μάνα κι ο πάππους ήλεγε «τόξερα ο κερατάς ότι το σόι του είναι άρρωστο, αλλά με έφαγε γλέπεις το βιβλιάριο του ΙΚΑ» και η μανίτσα τον μάλωσε τον πάππου «τσώπα ‘κούει ο κόσμος» και μετά του ‘πε «δικό μας είναι το παιδί εμείς θα το τηράξουμε» και μετά η μάνα με έπλυνε και έπεσα να κοιμηθώ, αλλά όλο το βράδυ ήγλεπα εινόρατα, μια το γιατρό που ήλεγε τροξαμάρες κι έμπηγα τα γέλια και μια τα δέντρα που αρέντευαν κι έβανα τα γουργιατά και με χάιδευε η μάνα «τσώπα κούτσικό μου, τσώπα, είνορο είναι μη σκιάζεσαι» και μετά βήκε ο ήλιος κι εγώ δε σκιάζομαν. Όταν έρθαν τα τζάτια πήρε η μανίτσα τη μάνα μου και μένα και πήγαμαν στο σπίτι του παππά. Βαρέσαμαν τη θύρα και σκώθκε η παπαδιά και μας άνοιξε και ήταν κι ο παππάς εκεί αλλά δεν είχενε τα σκουτιά τα κανονικά που είναι σα φουστάνια, άλλα είχενε, κι είπε ¨τι χαλεύετε εδώ τέτοια ώρα¨ και του είπε η μανίτσα «κάτι θα σου πω δέσποτα, αλλά θα μείκει εδώ» κι ο παππάς τσ’ είπε θα μείκει. «Το παιδί το τήραξε ο γιατρός στα Γιάννενα και είπε ότι έχει το μελό γιαστραμένο κι ότι μόνο ο Θεός μπορεί να το κάνει καλά, για ταύτο έρθαμαν κι έρθαμαν και νύχτα να μη γλέπει ο κόσμος κι αρχινέψει τσι κουβέντες¨. Ο παππάς έβαλε τα φουστάνια τα μαύρα και μετά από χπάνω έβαλε ένα άλλο σκουτί και το κρέμασε από μπροστά και πήρε κι ένα βιβλίο και είπε ¨φέρτο τσ’ εδώ¨ και με πήρε η μάνα και με έχωσε ο λέφος από πκάτω από το σκουτί και μου ζιούπαγε το κεφάλι, γιατί εγώ δεν ήθελα να κάτσω εκεί γιατί βρώμαγε κατούργια και μετά με βάστηγε και η μανίτσα και ήλεγε ο παππάς ¨και δεηθώμεν υπέρ της ιάσεως του δούλου του θεού Αθανασίου¨ και εγώ ήθελα να μπήξω τα γέλια, αλλά με πόναγαν τα χέρια όπως με ζιούπαγαν και δε γέλασα ίτσιου. Ύστερα φύγαμαν και πήγαμαν στο σπίτι και μετά τίποτες. Μια μέρα ο πάππους είπε ¨πρέπει να γράψουμε ένα γράμμα του προκομένου, γαμώ το σπόρο του, και να του πούμε για το παιδί, ανάθεμά το γονιό του μας μαγάρισε¨ και είπε της μάνας να φωνάξει τη θείτσα μου τη Χαρίκλω που ήξερε να ζωγραφίζει γράμματα. Αυτή τώρε η θείτσα μου η Χαρίκλω ήτανε με τη μάνα μου αδερφή και δεν ήτανε μετ’ εμάς στο χωργιό γιατί ήτανε σε άλλο χωργιό που το ήλεγαν Αθήνα και περέτευε κάτι γερόντους, αλλά οι γερόντοι ντουφίσανε κι έφκε η θείτσα μου κι έρθε πάλε στο σπίτι και αυτή η θείτσα μου δεν ήτανε σαν τις άλλες τσι θείτσες γιατί δεν είχενε τα μαλλιά κόσες, τα είχενε κοντά σαν τα παιδιά κι ούτε σεγκούνι έβανε κι έβανε κάτι σκουτιά που τση φαίνονταν τα μπλέτσια και τη μάλωνε ο πάππους κι αυτή του ήλεγε ¨καλέ πατέρα που ζούμε¨ και ο πάππους της ήλεγε ¨τον κακό σου και τον ανάποτό σου¨ και αυτή έφεγε και πάαινε και τηράζονταν μέσα στο γυαλί κι έφτιανε τα μαλιά με τον τσατσάρη και μετά έπαιρε ένα σίδερο και τράβαγε τσι τρίχες απ’ τα μάτια και μπογιάτιζε και το στόμα και ήλεγε και κάτι τραγούδια ¨στου γιαλού τα βοτσαλάκια¨ και ¨πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι¨ και εγώ την τήραγα και μου ήλεγε «σ’ αρέσουνε Σιούλα» κι εγώ της ήλεγα ¨άκα¨ και αυτή τη θείτσα δεν ήθελε να την λένε Χαρίκλω ήθελε να τη λένε Κλειώ, αλλά κανένας δεν την ήλεγε Κλειώ μόνο κάτι παιδιά μεγάλα την ήλεγαν κι αυτή γέλαγε και τσου πάταγε και το μάτι και στο σπίτι ίτσιου δουλειές δεν έκανε και πελεκιόταν με τη μανίτσα ¨μαζέψου ορέ διαλοθήλκο όλη μέρα σεργιανάς, θα σου βγει τ’ όνομα¨ αλλά η θείτσα δε μαζεύονταν και δεν τση βήκε το όνομα γιατί έμεικε και την ήλεγαν πάλε Χαρίκλω. ¨Γράψε¨ είπε ο πάππους τση θείτσας. ¨Γαμπρέ, είχενες δεν είχενες μας το μαγάρισες το σόι. Ο Σιούλας έμοιασε το μακαρίτη το μπάρμπα σου τον Κώτσιο. Το ‘χει η φάρα σας να βγάζει κάθε τόσο κι από έναν. Αφού το ‘ξερες, γαμώ τη φάρα σου, τι το ‘θελες το παιδί, για να μας κάνεις μπουλιουρί στον κόσμο; Στα γράφω για να πάρεις τα μέτρα σου¨. Η μάνα είπε του πάππου ότι δεν πρέπει να το στείλει το γράμμα και πήγε να το σκίσει κι ο πάππους της κοπάνησε ένα φούσκο και κάτι είπε η μανίτσα κι ο πάππους της είπε ¨Εσύ μη πετάζεσαι σαν πόρδος απ’ το βρακί γιατί θα σε κάνω λιάσα στο ξύλο¨ και το πήρε το γράμμα κι έφκε κι έκλαιγε η μάνα και η θείτσα μου η Χαρίκλω τραγούδαγε για έναν κάβουρα που ήτανε με έναν άλλο κάβουρα σε κάτι κουτσουλάκια στου γυαλιού και τση φώναξε η μανίτσα ¨σκάσε μωρή πλανταμένη που δε σε νοιάζει για τίποτες, μόνο τον κώλο σου τηράς¨ κι έφκε η θείτσα και πήγε στο άλλο σπίτι κι έκατσε στο γυαλί μπροστά και πήρε το σίδερο και έβγαζε τα μάτια της.  Συνεχίζεται…

Σχολιάστε

Ετικετοσύννεφο