Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Ο ΚΟΚΟΡΑΣ ΤΗΣ ΠΑΥΛΑΙΝΑΣ

Τον καιρό εκείνο όλα σχεδόν τα σπίτια είχαν αυλές και κότες που έβοσκαν ελεύθερες στις αλάνες της κάθε γειτονιάς. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα για να τις πατήσουν ούτε δρόμοι, οι δρόμοι φτιάχτηκαν αργότερα επί δημαρχίας Πίπη Φραγκίσκου. Το βράδυ μαζεύονταν μόνες τους στα κοτέτσια και οι κυράδες έκλειναν τις πόρτες για να μην τις φάνε οι αλεπούδες. Ήταν πολύτιμο πράγμα οι κότες, εξασφαλίζανε τον καιρό της πείνας τα χορταστικά αυγά  και κάπου κάπου έσφαζαν και καμιά μπουφιάρα που δεν γένναγε και κάνανε πανηγύρι. Όσοι δεν είχαν κότες αγοράζανε από άλλες κυράδες που είχανε, αυγά και κότες. Θυμάμαι τον συχωρεμένο Βασίλη Μικρούλη κάθε Παρασκευή φρόντιζε να αγοράσει αυγά και κότα, από διάφορες νοικοκυρές. Μια φορά είχε δοθεί διαταγή να εμβολιασθούν όλες οι κότες γιατί είχε πέσει κάποια επιδημία και θα ψοφάγανε όλες αν δεν τις εμβολιάζανε. Τρέξανε λοιπόν όλες οι κυράδες να εμβολιάσουν τις κότες τους. Η κυρά Παύλαινα, χήρα που ζούσε με την κόρη της Βασίλω γιατί τα άλλα παιδιά της είχαν πάει μετανάστες στην Γερμανία, δεν πήγε να εμβολιάσει τις κότες της. Μια μέρα της λέει η Βασίλω της μάνας της «μάννα δεν άκουσα κικιρίκουουου από τον κόκορά μας σήμερα». Η Παύλενα υποψιάστηκε ότι για να μη λαλήσει ο πέτος που δεν είχε μπολιαστεί μπορεί να είχε κολλήσει την επιδημία. Γυρνάει στην Βασίλω και της λέει «φεύγα πιάστον, θα τον πάω τωραγια στο Βασίλη Μικρούλη, να τον πουλήσω». Παίρνει τον κόκορα και μια και δυο πάει στο Ταμείο όπου ό κυρ Βασίλης ήτανε Δ/ντής «κυρ Βασίλη μου σου έφερα αυτόν τον ωραίο κόκορα, να τον κάνεις σούπα και με πατάτες θα είναι πολύ καλός- τον πουλάω γιατί έχω ανάγκη η καημένη». Ο Βασίλης κάτι υποψιάστηκε γιατί ήξερα πως η Παύλενα κάτω από τα μεγάλα αρχοντικά φουστάνια έκρυβε ένα μεγάλο πουγκί που ήταν πάντα γεμάτο, αφού της έστελναν τα δυο ξενιτεμένα παιδιά της. Δεν είπε τίποτε όμως, είδε και τον κόκορα αφράτο αφράτο και παχουλό, τον αγόρασε. Τον πάει σπίτι. Εκεί είχε οικιακή βοηθό την γυναίκα του Γιώρη Βάτσιου, της λέει λοιπόν «κυρά Γιώργαινα, βάλε τον κόκορα κάτω τάισέ τον και μεθαύριο να τον σφάξουμε για σούπα και να τον βάλουμε και στο ταψί με πατάτες». Τον πήρε η Γιώργαινα τον έβαλε κάτω στο κατώι, του έριξε καλαμπόκι, αλλά τίποτε να φάει ο κόκορας. Μπα, σκέφτηκε η Γιώργαινα, που τον βρήκε τον κόκορα τούτονε ο κυρ Βασίλης; Όταν ήρθε πάλι αυτός το μεσημέρι τον ρώτησε και μόλις της είπε τον πήρε από την Παύλαινα, τότε του είπε κι αυτή ότι η Παύλαινα δεν τα μπόλιασε και κατάλαβαν ότι του τον φούσκωσε άρρωστο τον κόκορα. Τι να πούνε όμως; Το έλεγε την άλλη μέρα στο κουρείο του πατέρα μου ο κυρ Βασίλη και γέλαγε με το πάθημά του «μωρέ κάτι υποψιάστηκα εγώ, αλλά…»

Σχολιάστε

Ετικετοσύννεφο