Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


απ το βιβλίο ¨Φιλιάτες- Ιστορικά & Λαογραφικά Στοιχεία¨ του Γιώργου Κώτση!

του Χρυσόστομου Ζούλα

Ο Οκτώβρης του 1940 είναι στις τελευταίες μέρες του. Οι μεγάλοι έχουν ανησυχίες και όλο σιγοψιθυρίζουν για άσχημη κατάσταση, για πόλεμο και διάφορα άλλα- ήμουν 9 χρονών τότε και αυτά τα θέματα, για τα παιδιά της ηλικίας μου ήταν πράγματα ακαταλαβίστικα.

Τότε οι στρατιωτικές μονάδες αποτελούνταν από ντόπιους, ο θείος Σταύρος -αδελφός της μάνας μου- είχε επιστρατευθεί και υπηρετούσε στο τάγμα Φιλιατών. Αυτός έφερνε κάποια νέα από το τάγμα.

Ξημερώνει η Δευτέρα 28η Οκτωβρίου 1940: Την πρωινή φθινοπωρινή ηρε- μία ταράζουν κάποιοι θόρυβοι, που έμοιαζαν σαν κανονιοβολισμοί. Και να σκάει η πρώτη οβίδα στο Φιλιάτι. Έπεσε κοντά στο εργοστάσιο ηλεκτρικής παραγωγής των αδελφών Αγγελόπουλου. Η δεύτερη -όπως μάθαμε αργότερα- έπεσε στο στενό δρόμο του τότε ξενοδοχείου ΒΕΝΕΤΗ, με θύματα το Δήμαρχο Φιλιατών Παναγιώτη Κύρκο, και τον γιο του Δημήτρη.

Πανικός στο σπίτι. Να φύγουμε προς την σωτηρία. Ο πατέρας μαζεύει από το συρ- τάρι τα χρυσαφικά, δακτυλίδια, αλυσίδες και άλλα, τα βάζει σε ένα μεγάλο μαντίλι. Η μάνα μαζεύει λίγα πρόχειρα ρούχα, κυρίως παιδικά, και κάνει ένα μικρό μπογαλάκι. Εμείς τα παιδιά μαζεύουμε… παιγνίδια. Φεύγουμε από το σπίτι με τα μπογαλάκια στο χέρι, φτάνουμε στου Τάκα, καταβαίνουμε στη Μιχάλιαρη, μαζί με άλλους Φιλιαταίους που ήδη ανταμώναμε στο δρόμο- βρήκαμε τη μεγάλη γράβα που ήταν εκεί και βολευτήκαμε φοβισμένοι.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας τις 28η Οκτωβρίου, γύρω στις 5, οι Ιταλοί είχαν έρθει πάνω από τη γράβα και έδωσαν εντολή ν’ ανέβουμε όλοι επάνω στου Τάκα. Ξεκινήσαμε την ανηφόρα, προχωρήσαμε μέσα από ιταλούς στρατιώτες και βρεθήκαμε μπροστά στο επιτελείο των ιταλών αξιωματικών. Στη γραμμή ένας ένας, έψαχναν τον κόσμο και ότι έβρισκαν πολύτιμο το αφαιρούσαν αδιάντροπα. Ο πατέρας μου κατάλαβε τι γινόταν και μου έδωσε το σφιχτοδεμένο μαντίλι με τα χρυσαφικά κ. α. Έτσι τα γλιτώσαμε, αφού τα μικρά δεν μας έψαξαν.

Φύγαμε, γυρίσαμε στο Φιλιάτι αλλά δεν πήγαμε στο σπίτι μας, γιατί κυκλοφορούσε η φήμη ότι θα μας σφάξουν οι μουσουλμάνοι. Δεν έγιναν σφαγές, η φημολογία είχε σκοπό το φόβο για άνετο πλιάτσικο των σπιτιών μας. Πηγαίνουμε και μένουμε στο σπίτι του θείου Σταύρου στο κέντρο της κάτω πλατείας, εκεί που σήμερα είναι ο κινηματογράφος του Δάλλα.

Η νύχτα ήταν βροχερή, ο φόβος, η ανησυχία έκδηλη όχι μόνο σε κάθε κίνηση, αλλά και στη ματιά. Ημερώνουν λίγο τα τρομαγμένα πρόσωπα, βοηθάει το ζεστό τσάι που έφτιαξε η γιαγιά Ευγενία. Οι εκρήξεις του πυροβολικού συνέχιζαν όλη τη νύχτα δίνοντας ένα κόκκινο χρώμα στα σύννεφα που κάλυπταν τον ουρανό και έτρεχαν λες και ήθελαν κι’ αυτά να σωθούν.

Όλη τη νύχτα οι Ιταλοί κουβαλούσαν διάφορα υλικά , που θα τα χρησιμοποιούσαν στην πολεμική επιχείρηση και γέμισαν την κάτω πλατεία. Το μεγάλο κτίριο, καφενείο του Σπύρο Κώτση κι αργότερα χειμερινό σινεμά του Δάλλα- το γέμισαν με τρόφιμα και ποτά.

Την άλλη μέρα 29 Οκτωβρίου, πρωί πρωί φεύγουμε για τη Σπάταρη. Εκεί είχε ο πατέρας φίλο τον μουσουλμάνο Σάκο Μπράχο, που μας φιλοξένησε. Από το φίλο του πατέρα μάθαμε ότι το σπίτι μας στους Φιλιάτες είχε λεηλατηθεί και δεν είχαν αφήσει τίποτα, ούτε τα καλώδια του ηλεκτρικού. Τα δυο καταστήματα μας επίσης τα είχαν λεηλατήσει. Οι Ιταλοί πήραν ότι καλύτερο υπήρχε από τα σπίτια και μαγαζιά που λεηλατούσαν και αφήναν τα υπόλοιπα για τους μουσουλμάνους.

Μείναμε μερικές μέρες στη Σπάταρη. Οι μεγάλοι όλο κουβέντιαζαν για τα συμβαίνοντα, κι εμείς παίζαμε. Ο πόλεμος πιο πέρα συνεχιζόταν. Κάπου-κάπου ακούγαμε κάποιο θόρυβο στον ουρανό. Ήταν κάποιο αεροπλάνο που εμείς τότε το μαθαίναμε, και το βλέπαμε πολύ ψηλά στον ουρανό σαν μικρό κοράκι. Πολυβολούσαν τα αντιαεροπορικά πολυβόλα που είχαν στου Στέρα, τα Ελληνικά αεροπλάνα. «Βίβα Ντούτσε. Βίβα Ντούτσε» φώναζαν όταν νόμιζαν ότι πέτυχαν κάποιο εχθρικό Ελληνικό αεροπλάνο και γέμιζαν με δάκρυα και πόνο τα δικά μας ματάκια.

Γυρίσαμε μετά μερικές μέρες στους Φιλιάτες και φιλοξενηθήκαμε σε άλλο Αλβανικό σπίτι φίλου και συνεργάτη του πατέρα, του Σέλφου Μαχμούτη. Ο γιος του ήταν γεωπόνος και ήταν υπεύθυνος οργανωτής του ορνιθοτροφείου που είχαν δημιουργήσει οι Ζουλαίοι στον Πύργο, στο Ράι. Το σπίτι του Σέλφου ήταν δεξιά όπως πηγαίναμε για τη Σπάταρη.

Εμάς τα παιδιά μας πήρανε οι Ιταλοί και μας εντάξανε στη φασιστική νεολαία τους. Ρούχα τα ίδια σχεδόν με τα ρούχα που φορούσαμε στη νεολαία του Μεταξά. Κατάμαυρα, όπως ταιριάζει σε μια δικτατορία, γραβάτα για να είμαστε ωραίοι και σοβαροί, λες και η δικτατορία είναι ένα σοβαρό καθεστώς. Μας μάζευαν στο Τζαμόπουλο και μας μάθαιναν τραγούδια του φασισμoύ- μας έδιναν σοκολάτες και μπισκότα.

Ένα βράδυ κύκλωσαν οι Ιταλοί το σπίτι που μας φιλοξενούσε και συλλάβανε τον πατέρα μου Μάρκο Ζούλα και τον θείο μου Στέφανο Γραμματικό. Τι είχε γίνει; Όταν σκοτώθηκε από ελληνική βόμβα ο ιταλός συνταγματάρχης στου Τάκα κάποιοι ρουφιάνοι Τσάμηδες είπαν ότι ο καπετάν Μάρκος έδωσε το σύνθημα στο ελληνικό πυροβολικό να ρίξει από τη Ντούλκα, ανοίγοντας μια ομπρέλα. Κάθισαν μερικές μέρες στα κρατητήρια σε άθλιες συνθήκες και με πιέσεις να μαρτυρήσουν. Όμως οι δικοί μου δεν είχαν ιδέα και το έκτακτο στρατοδικείο των ιταλών τους αθώωσε. Δεν θυμάμαι την ημερομηνία της απελευθέρωσης τους, αλλά θυμάμαι πως εκείνο το βράδυ κάηκε το ζαχαροπλαστείο του Λεβέτσιου. Ήταν εκεί ψηλά, στου Γκιζά και οι φλόγες φώτιζαν τους Φιλιάτες.

Οι ιταλοί οπισθοχωρούν: Οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν πήγαιναν καλά για τους ιταλούς, στα άλλα μέτωπα της Ηπείρου, τους πήραν οι Έλληνες παραμάζωμα. Έτσι στις 21 Νοέμβρη του 1940, ημέρα που γιορτάζει η Παναγία, κυκλοφορεί η είδηση ότι οι Ιταλοί κατακτητές φεύγουν. Ο Μουσά Ντέμης – από τους παράγοντες στους Φιλιάτες των Αλβανοτσάμηδων, κάλεσε τον πατέρα και του ζήτησε να μείνουμε σπίτι τους, να το προσέχουμε, γιατί αυτός και η οικογένεια φεύγουν για την Αλβανία μετά την υποχώρηση των Ιταλών. Ο πατέρας δέχθηκε και μετακομίσαμε, εννοώ ότι επήγαμε στο σπίτι του Μουσά, μόνο με τα σώματα μας, δεν είχαμε και τίποτε άλλο.

Ακόμη στην κάτω πλατεία έχουμε Ιταλούς. Δείχνουν πανικόβλητοι, φορτώνουν άρον άρον στα μουλάρια υλικά, αδειάζουν την μεγάλη αποθήκη με τα τρόφιμα. Άλλα καταστρέφουν, άλλα τα δίνουν στη γειτονιά, όπως ρύζι, κονσέρβες, γαλέτες. Σπάνε με κασμάδες τα βαρέλια με τα ποτά, κρασιά, κονιάκ και σχηματίζεται ρυάκι από τα ποτά κι εμείς οι πιτσιρικάδες έχουμε σκύψει και πίνουμε, γλύφουμε. Οι Ιταλοί με φορτωμένα τα μουλάρια φεύγουν προς το τάγμα, αλλά μετά από λίγο επιστρέφουν και προχωρούν προς τη Σαγιάδα. Από εκεί ήρθαν- τον ξέρουν το δρόμο της φυγής τους. Μαζί τους έχουν πάρει και ομήρους τους Κωνσταντίνο Στράτη, το Δήμο Θεολογή, το δάσκαλο Αλέκο Κομιανό, το Μιλτιάδη Φραγκίσκο, το Γιώρη Ματζάρα και τους άφησαν τον Απρίλη όταν ηρθαν ξανα.

Το Φιλιάτι άδειασε αλλά οι Έλληνες στρατιώτες δεν βλέπαμε να έρχονται. Κάποια στιγμή πολίτες φέρνουν τρεις Ιταλούς στρατιώτες στην πλατεία- είχαν χαθεί από το τμήμα τους. Τους υποχρεώνουν να αφοπλίσουν χειροβομβίδες παγιδευμένες, που άφησαν οι σύντροφοι τους και τους κλείδωσαν, μαζί και τις χειροβομβίδες, στο κτίριο που υπήρχε τότε εκεί που είναι σήμερα το κτήριο του ΟΤΕ.

Στις 5 το απόγευμα ήρθαν οι Έλληνες στρατιώτες, από του Τάκα. Ο δρόμος από τον κινηματογράφο προς τη Σπάταρη γέμισε Φιλιαταίους που αδημονούσαν να υποδεχθούν τα παιδιά του τάγματος Φιλιατών, τα ηρωικά παιδιά της Ελλάδας. Κι ενώ οι κάτοικοι βρίσκονται στην υποδοχή, οι τρεις Ιταλοί στρατιώτες, δραπέτευσαν, πήραν χειροβομβίδες πήγαν στην κόντριζα και τις πετούσαν άσκοπα, σαν να γιόρταζαν κι αυτοί μαζί μας.

Οι πρώτοι Έλληνες φαντάροι που εμφανίζονται, πνίγονται σε αγκαλιές, φιλιά, δάκρυα, λουλούδια και ρύζι. Είναι το Ελληνικό ιππικό. Θυμάμαι ένιωσα μια μικρή απογοήτευση, βλέποντας τα μικρόσωμα αλογάκια του Ελληνικού ιππικού, συγκρίνοντας τα με τα μεγαλόσωμα, επιβλητικά, όμορφα άλογα των Ιταλών. Η πρώτη πληροφορία που τους δίνουν, είναι για τους τρεις Ιταλούς που είναι στην κότριζα. Έχω την εικόνα του Φιλιαταίου ιππέα που με ένα περίστροφο στο χέρι πυροβολεί στον αέρα και ορμάει με το αλογάκι του για τη κότριζα να βρει τους τρεις Ιταλούς. Το πανηγύρι της υποδοχής συνεχίζεται.

Την ίδια μέρα μπήκαμε στο σπίτι μας, ανεβήκαμε τις σκάλες, τρέχαμε από δωμάτιο σε δωμάτιο, βγήκαμε στο κήπο, ανοίξαμε το πηγάδι να δούμε αν υπήρχε το νερό ή το είχαν πάρει κι αυτό οι « ελευθερωτές ». Κι η ζωή συνεχίζεται. Ο πατέρας με το κέφι που τον διέκρινε άρχισε να ξανακτίζει τη δουλειά στο μαγαζί κι η μάνα να μαζεύει ότι μπορούσε για να φτιάξει μια υποφερτή ζωή στο σπίτι. Μαζέψαμε στο σπίτι κάποια πράγματα, λίγα ρούχα, αγοράσαμε κάποια λυχνάρια να φωτίζουν τις νύχτες, μια σό- μπα να ζεσταινόμαστε τις χειμωνιάτικες μέρες.

Τα νέα από το μέτωπο στην Αλβανία ήταν ευχάριστα και κάθε που μια πόλη της Β. Ηπείρου απελευθερωνόταν από τον Ελληνικό Στρατό, το πανηγύρι με κλαρίνα και νταούλια στους Φιλιάτες ήταν ατέλειωτο με την ελπίδα της οριστικής νίκης.

Σχολιάστε

Ετικετοσύννεφο