
ΑΝΑΡΤΗΣΕ: Βασιλική Πιτούλη
Η Ελλάδα τον Οκτώβριο του ’40, σε ό,τι αφορούσε την πολεμική προετοιμασία της χώρας, βρέθηκε να έχει δώσει το προβάδισμα στο Βορρά, δηλαδή στην οχύρωσή της ενάντια στο βουλγαρικό κίνδυνο. Λίγες μόνο ώρες μετά την επίδοση του ιταλικού τελεσιγράφου στον Μεταξά, τρία αλβανικά τάγματα στελεχωμένα και με Τσάμηδες εισβάλλουν από Σαγιάδα και Φιλιάτες στην ελληνική Θεσπρωτία. Από τις ακτές του Ιονίου ως το όρος Σμόλικας ήταν διατεταγμένη η όγδοη μεραρχία πεζικού, ενισχυμένη με την τρίτη ταξιαρχία, όχι ολόκληρη αρχικά, και διαθέτοντας από πυροβολικό λίγα ορειβατικά και ελάχιστα βαριά πυροβόλα. Ήταν η στρατιά Ηπείρου, και εμφανώς υποδεέστερη καθώς βρέθηκε να είναι από τις ιταλικές δυνάμεις εισβολής, ενεργώντας ελιγμούς τακτικής υποχώρησης, συμπτύχθηκε τελικά στη γραμμή Ελαία-Καλαμάς.
Στις 29 Οκτωβρίου 1940, μια ιταλική ομάδα ανιχνευτών με Τσάμηδες οδηγούς, γνώστες της περιοχής, περνώντας την ελληνοαλβανική μεθόριο έφτανε στο βάλτο Ραγίου κατευθυνόμενη προς Ηγουμενίτσα. Τους βλέπει ένας βοσκός ονόματι Βασίλειος Βαρβάρας κι αμέσως το μηνύει στον αρχιτσέλιγκα κι έμπορο Ηγουμενίτσας Χρήστο Πιτούλη. Εκείνος ειδοποιεί τη χωροφυλακή και γρήγορα καταρτίζεται ένα απόσπασμα από τον ενωμοτάρχη Παπαχαραλάμπους, μερικούς ιδιώτες όπως τον Χρήστο Τσώνη και δυο αγροφύλακες, τον Μάρκο Καίσαρη και τον Μάρκο Λιαμπούση. Επικεφαλής του τμήματος τίθεται αυτόβουλα ο διευθυντής του στρατολογικού γραφείου Ηγουμενίτσας, λοχαγός τότε, Σπυρίδων Μεσσαλάς.
Την άκρως δυσμενή για τους Έλληνες τροπή των πραγμάτων τον Οκτώβριο του 1940 την είχε διαβλέψει ο Χρήστος Πιτούλης. Μια από τις ημέρες εκείνες που η ιστορία τάχυνε το βήμα της και λάδωνε για τα καλά τις ανθρωποφαγικές μηχανές της, είχε βρεθεί στο Γραικοχώρι μαζί με τον τότε μοίραρχο Βαρδουλάκη που αργότερα, με την ανακατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό, έγινε αρχηγός της χωροφυλακής. Κάθονταν στο καφενείο του χωριού και συζητούσαν με τον πρόεδρο της κοινότητας και τον ιερέα της ενορίας Ηγουμενίτσης παπα-Χαρίτο. Όλα τα κεφάλια συγκεντρωμένα γύρω από ένα τραπεζάκι, η εξουσία του τόπου: πολιτική, στρατιωτική, θρησκευτική, οικονομική.
Από παντού τα μαντάτα ήταν μαύρα. Βλέποντας πόσο πρόθυμα οι Τσάμηδες στρέψανε τα όπλα κατά της Ελλάδας, μίλησε ο Πιτούλης. Η γη της Θεσπρωτίας τους μήνες και τα χρόνια που θα έρχονταν θα λιπαινόταν με άφθονη ανθρώπινη ύλη, θα ματοκυλιζόταν κυριολεκτικά, και ο πανέξυπνος άνθρωπος το είδε.
Τελικά, το ελληνικό απόσπασμα που συγκροτήθηκε συγκρούστηκε με την ιταλική περίπολο στη θέση Δάφνη-Λιμπέτσι, με αποτέλεσμα να φονευθεί ο αρχηγός των Ιταλών, έφεδρος υπολοχαγός, καθηγητής στο επάγγελμα, στέλεχος του φασιστικού καθεστώτος. Μέσα στο σάκο του βρέθηκαν, εκτός από τα όπλα, και όργανα καταστροφής τηλεπικοινωνιακού υλικού. Οι υπόλοιποι της ομάδας σκόρπισαν πανικόβλητοι. Αγνοώντας τα κατατόπια, τέσσερις από αυτούς παρασύρθηκαν από τα νερά και πνίγηκαν στο βάλτο. Τα πτώματά τους βρέθηκαν στη θέση Φλιππιάδα. Δυο μέρες αργότερα από το περιστατικό, ο ιταλικός στρατός προελαύνει στην Ηγουμενίτσα κι ενώνεται με τους ντόπιους Τσάμηδες. Αφού επιδοθούν σε χορταστική λεηλασία, πυρπολούν την πόλη.
Από τους πρώτους συλληφθέντες Θεσπρωτούς, ο Χρήστος Τσώνης και οι Βασίλειος και Χρήστος Πιτούλης. Οι δυο τελευταίοι, ανιψιός και θείος, μέλη μιας οικογένειας με πλούτο και ισχύ, στην κυριολεξία «κεφαλές» του τόπου, αποτελούσαν καρφί εις τον οφθαλμό αρκετών Τσάμηδων. Κάποιοι απ’ αυτούς, όπως οι Ντιναίοι λόγου χάρη, δεν υστερούσαν καθόλου σε οικονομική ισχύ, αλλά ήταν τα χριστιανικά πλούτη που ορέγονταν. Η σκοτεινή φύση, το θηρίο, είχε ξυπνήσει. Πεινούσε.
Αμέσως συγκροτείται ιταλικό στρατοδικείο στο Γραικοχώρι. Οι Ιταλοί δίσταζαν μπροστά στην προοπτική να βάψουν τα χέρια τους με αίμα άοπλων Ελλήνων πολιτών. Άλλο η μάχη. Τότε βρέθηκαν κάποιοι Τσάμηδες πρόθυμοι να το κάνουν. Ο Μαζάρ Ντίνο, αδερφός του Νουρή Ντίνο που είχε καταταγεί στο γερμανικό στρατό και τα χρόνια που ακολούθησαν αναδείχτηκε σε εγκληματία πολέμου, ενυπόγραφα βεβαίωσε ότι οι κατηγορούμενοι ήταν ελευθεροσκοπευτές και ότι συμμετείχαν στη δολοφονία του Ιταλού υπολοχαγού στη Δάφνη-Λιμπέτσι. Ξέθαψαν από το χρονοντούλαπο και την παλιά ιστορία του Τελίνι, όπου είχε αραχνιάσει δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια, και τη φόρτωσαν κι αυτή στο κατηγορητήριο. Τα πράγματα για τους τρεις αιχμαλώτους ήταν όσο δεν παίρνει πιο σκούρα.
Τους είχαν τέσσερα ολόκληρα μερόνυχτα θεονήστικους, κλεισμένους μέσα σ’ ένα ελαιοτριβείο. Ο Χρήστος Πιτούλης, η κεφαλή του τσελιγκάτου, ο άρχοντας της Ηγουμενίτσας, παρακάλεσε έναν Τσάμη από τους φύλακες να του φέρει λίγο φαΐ, και σε αντάλλαγμα του έδωσε το χρυσό του ρολόι.
Πόση μαύρη, χαιρέκακη ηδονή μπορεί να νιώσει ο άνθρωπος, όταν βλέπει αυτόν που φθονούσε να εκπίπτει; Μα την αλήθεια, δεν ξέρω. Η ηδονή αυτή είναι αβυσσαλέα από τη φύση της. Δαγκώνει την καρδιά και στέκεται πάνω εκεί, ακαταμέτρητη.
Στη δύσκολη ώρα, η παρέμβαση ενός αληθινού φίλου μπορεί να σε σώσει. Ο Χρήστος Πιτούλης θυμήθηκε το φίλο του, τον αγά Μπίντο Ντούλε. Πριν από τον πόλεμο, κάθε που γιόρταζε, στο Ραμαζάνι, ο Μπίντο άνοιγε γενναιόδωρα το σπίτι του. Μαζεύονταν τότε μέσα στο μεγάλο οντά, εκτός από τους μουσουλμάνους, και χριστιανοί φίλοι του και τρώγανε τον άσπρο σαπουντζέ χαλβά και τους μπακλαβάδες που κερνούσαν οι δυο γυναίκες του Μπίντο σε κρυστάλλινα, πολύχρωμα πιατάκια. Σας συνεπής, καλός οπαδός του Ισλάμ, ο αγάς είχε δυο γυναίκες: την πρώτη και τη δεύτερη, την ομορφότερη. Το σπίτι του ήταν το μεγαλύτερο ανάμεσα στα μουσουλμανικά κτίσματα, σκαρφαλωμένο πάνω στο λόφο, δεξιά από τη Γράβα, εκεί που κατοικούσαν οι Τσάμηδες.
Ο Μπίντο όμως τώρα, ασυλλόγιστα κυνηγημένος από τους μεταξικούς, ήταν εξόριστος μακριά. Με τρεις καταδικαστικές ψήφους έναντι δυο αθωωτικών, η απόφαση του στρατοδικείου για τους κρατούμενους ήταν η εξής: Χρήστος Τσώνης και Χρήστος Πιτούλης εις θάνατον, Βασίλειος Πιτούλης εξορία.
Τους τουφέκισαν στη θέση Μόλιζα, πολύ κοντά στην παραλία της Ηγουμενίτσας. Οι ακτίνες του ήλιου εκείνο το πρωινό έγλειψαν τα δυο πεσμένα, αφημένα κορμιά, και συνέχισαν το ταξίδι τους. Ήταν 15 Νοεμβρίου του ’40, μόλις δυο μέρες πριν από την ανακατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό, και υπήρξαν αυτοί οι δυο εθνομάρτυρες οι πρώτοι Έλληνες νεκροί του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στη Θεσπρωτία…
Σχολιάστε