ΑΝΑΡΤΗΣΕ: Ηπειρωτική ΕταιρείαΔημοσιεύτηκε στο : ΔΕΛΤΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΩΣ της ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1981 Αρ. 63
του Αλεξ. Χ, Μαμμόπουλου + ΛΑΪ ΚΙΤΣΟ ΚΑΠΟΥΡΑΝΗΣ
Ἀναδρομές στὴν ἱστορία τῆς ἄτυχης Πατρίδος ἐκάναμε ἕνα ἀπόγεμα, συντροφιὰ μὲ τὸ Μίστο Παπαδήμα καὶ μὲ τὸ μακαρίτη δάσκαλο Β. Μπαρᾶ. Ὁ λόγος γιὰ τὴν ἐκτυφλωτική ἐκστρατεία του 1940, γιὰ τὸ σκίρτημα τοῦ βορειοηπειρωτικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὰ ἐρείπια, ποὺ ἀκολούθησαν.
Ἦταν παραμονές τῆς Ἰταλικῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Πολεμικὴ ὑστερία εἶχε καλύψει τὴν Ἀλβανία ἀπὸ τὸν τύπο, ποὺ τὰ νήματα τὰ κρατοῦσαν οἱ ἀρχὲς τῆς Ἰταλικῆς κατοχῆς καὶ πρόθυμοι πουλημένοι κονδυλοφόροι εἶχαν μπεῖ στὴ ὑπηρεσία τους, ὡς τὴ νευρικότητα τῶν κυβερνητικῶν γραφείων.
Ὅλοι μαντεύαμε ἐκεῖνα, ποὺ σχεδιάζονταν κατὰ τῆς Ἑλλάδος, μᾶς διηγήθηκε ὁ Μίστο Παπαδήμας, ἀλλὰ πιὸ κάτω τίνος ἀνθρώπου ὁ νοῦς μποροῦσε νὰ τὸ βάλει;
Ὡστόσο ὁ Φιλίπ Δημερτίκας ἀπὸ τὴ Νίβιτσα, τσέλιγγας μὲ 500 – 600 πρόβατα, καλὸς διαβαστὴς τῆς σπάλας ἐπροφήτεψε καὶ τὴν ἐπίθεση καὶ ἡ συνέχειά της.
Ἦταν μιὰ μέρα στὸ τοκιστικὸ μαγαζί τοῦ Βελῆ Μαλίλε καὶ τοῦ Ρεμζῆ Καραλῆ, σαράφηδων ἀπὸ τὸ Ἀργυρόκαστρο μὲ ἄλλους μαζὶ στὸ Δἐλβινο.
Ἡ πολιτικολογία, ροπὴ τόσο τοῦ χριστιανικοῦ, ὅσο καὶ τοῦ ὀθωμανικοῦ στοιχείου, ἦταν ἡ κυρία συζήτηση. Τότε ὁ Δημερτίκας ἀποτόλμησε μιὰ προφητεία.
-Ὁ πόλεμος θὰ γίνει ! Εἶπε. Τοῦτοι (οἱ Ἰταλοὶ) θὰ μποῦν στὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ περάσουν ὅμως λίγες μέρες κι ἐδῶ ἔρχεται ἄλλος στρατὸς, ἔρχονται οἱ Ἕλληνες.
Σὲ μία ΄βδομάδα κηρύχτηκε ὁ πόλεμος καὶ ἀκολούθησαν αὐτὰ ποὺ ξαίρουμε ὄχι μόνο έμεῖς, ἀλλὰ ποὺ τά ΄μαθαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σ’ ὅποια γωνιὰ τῆς γῆς βρισκόταν τὸν Ὀκτώβριο καὶ τὸ Νοέμβριο τοῦ Σαράντα.
Ἡ συζήτηση στράφκε ἔπειτα γύρω ἀπὸ τὴ οἰωνοσκοπία καὶ ὁ συνομιλητὴς μας συνέχισε :
– Ὅμως ὁ Δημερτίκας κι ἀργότερα ἐπανέλαβε τὶς προφητεῖες του.
Ἦταν μέσα στοὺς ἀλαλαγμοὺς τῶν ἑλληνικῶν νικῶν καὶ τὴν ξέφρενη ἰαχὴ τοῦ θριάμβου τὸ καχουριστὰν (1) Νοέμβριο καὶ Δεκέμβριο.
Ὁ Διοικητὴς τῆς ΙΙΙ Μεραρχία μακαρίτης στρατηγὸς Μπάκος εἶχε ἔδρα τὴ Νίβιτσα κι ἐκαθόνταν ὁ ἴδιος στὸ σπίτι τοῦ Σπύρο Δούλη. Εἶχε ἀκούσει ὁ στρατηγὸς γιὰ τὸ μάντη τῆς ἑλληνικῆς προελάσεως καὶ μιὰ ἡμέρα, πρὸ τῆς ἐπιθέσεως τοῦ Μαρτίου 1941, τὸν φώναξε :
-Ἔ! Μωρὲ Φιλίπη, τοῦ λέγει. Τὶ βλέπεις ἐσὺ σ’ αὐτὰ τὰ δικὰ σου βιβλία (τὴν ὠμοπλάτη του ἀρνιοῦ) ; Ἔχεις δεῖ καμμιὰ πλάτη;
-Ἔχω δεῖ! τοῦ εἶπε ὁ Δεμέρτικας. Ὅταν ἔρθει ὁ Ἀπρίλης δὲ σὲ βρίσκει ἐδῶ. . .
Ἀκολούθησε σιωπὴ τὴ συζητησή μας.
Ἐγνώρισα κι ἄλλους οἰωνοσκόπους ἐξακολούθησε ὁ συνομιλητὴς μας, Χριστιανοὺς καὶ Τούρκους, ἐγνώρισα κοντὰ σ’ ἄλλους καὶ τὸ Γιάχο Ἀϊντίνη, τὸ Γιάχο Καλιάσα, ἀπὸ τὴν Καλιάσα τοῦ Δελβίνου.
Εἶχε διένεξη κάποτε τὸ Μοναστήρι τοῦ Διβροβουνιοῦ μὲ Καστρινοὺς Ἀγάδες, ποὺ εἶχαν ἰδιοκτησίες στὸ Ντερμίσι τοῦ Δελβίνου. Ὁ Ἡγούμενος τοῦ Μοναστηριοῦ Ἱερόθεος, Δροβιανίτης καὶ ἄλλοι ἰδιοκτῆται χωραφιῶν κατηγοροῦνταν ἀπὸ τοὺς ἀγάδες γιὰ διατάραξη τῆς νομῆς. Συμφιλιωτικές προσπάθειες ἀπέβησαν ἄκαρπες. Ἔτσι τὸ πρωτοδικεῖο διέταξε πραγματογνωσύνη. Ὡρίστηκα εἰσηγητὴς τῆς πραγματογνωσύνης, πῆρα πραγματογνώμονες τὸ Γιάχο Καλιάσα, τὸν Πύλιο Τσέκο ἀπὸ τὸ Ἐλευθεροχώρι καὶ τὸ Φίκο Χάτο ἀπὸ τὸ Δέλβινο, παλιοὺς δεκατιαστὰς ποὺ ἤξαιραν σπιθαμὴ πρὸς σπιθαμὴ τὴν περιοχὴ.
Τὸ βράδυ φτάσαμε στὸ ἐπίδικο μέρος καὶ φιλοξενηθήκαμε ἀπὸ τὸν Ἱερόθεο. Ἦταν καλοκαίρι καὶ καθήσαμε ἔξω ἀπὸ τὸ ξωκλὴσι τῆς Παναγίας. Εἶχε ἀγοράσει ὁ Ἡγούμενος ἕνα τράγο ἀπὸ κάτι Μεμοραχιῶτες καὶ Διβριῶτες τσομπαναραίους καὶ τὸ τραπέζι ἦταν πλούσιο, ἀντάξιο καὶ τῆς φήμης τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τῶν ἀξιοσεβάστων προσώπων, ποὺ ἡ περίσταση εἶχε ὁδηγήσει στὸ τραπέζι τοῦ Ἡγουμένου.
Ξεμερδιάστηκε τὸ σφαχτὸ καὶ σερβιρίστηκε στὸ τραπέζι. Στὸ Γιάχο φυσικὰ δόθηκε ἡ σπάλα κι ἀφοῦ τὴν καθάρισε τὴν ἔβαλε στὸ λυχνάρι νὰ τὴν κοιτάξει.
-Ἀπὸ ποῦ τὤχεις τὸ σφαχτὸ, Γούμενε; Τοῦ Μοναστηριοῦ εἶναι ἤ ξένο;
– Τόχω ἀγορασμένο ἀπὸ τσομπαναραίους. Ἀπάντησε ‘κεῖνος.
-Ὤχ μωρέ, τρῶμε κλεμμένο ! Εἶπε ὁ Γιάχος καὶ τοῦ ‘πεσε ἡ σπάλα ἀπὸ τὰ χέρια.
-Μὴ τρῶτε, ὠρὲ, θὰ σᾶς κόψει ! Συμβούλεψε.
Ὁ ἴδιος δὲν ἔβαλε μπουκιὰ ἀπὸ τὸ ψητὸ στὸ στόμα του κι ἐφύλαξε πιστὸς τὸ ἔθιμο τοῦ τόπου. Οἱ ἄλλοι φάγαν μὴ ἀντέχοντας στὸν πειρασμὸ ἀπὸ τὸ θαυμαστὸ ἔδεσμα.
– Ἄκουσε, Γούμενε, συνέχισε ὁ Γιάχος. Δὲν θὰ δικαστεῖς ἀπὸ τοῦτο τὸ δικαστήριο, ἀλλὰ ἀπὸ ἄλλο καὶ θὰ κερδίσεις.
Ἔτσι κι ἔγινε. Ἔκανα τὴν ἄλλη μέρα τὴν εἰσήγηση ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταθέσεων τῶν πραγματογνωμόνων, ἀλλὰ τὸ πρωτοδικεῖο ἐκηρύχθη, ὅπως λέμε, ἀναρμόδιον ἦταν τὸ κακουργοδικεῖο γιὰ σφετερισμὸ ξένης περιουσίας καὶ ἡ ὑπόθεση ἀπέβη ὑπὲρ τοῦ Μοναστηρίου.
Ἀλλὰ ἀκόμα πιὸ ἐνδιαφέρουσες ἦταν οἱ προμαντέψεις τοῦ Κασίμη ἀπὸ τὸ Κοῦτσι τοῦ Κουρβελεσιοῦ.
Τὸ χινόπωρο ἡ ἐπαρχία Δελβίνου γεμίζει ἀπὸ πρόβατα, ποὺ κατεβαίνουν ἀπὸ τὰ βουνὰ, ἀπὸ τὴν Κολιώνια ὡς τὴν Πίνδο, δεκάδες χιλιάδες πρόβατα, ποὺ ξεχειμαδιάζουν στὰ λειβάδια κοντὰ στὴ θάλασσα καὶ λίγο ἀλάργα ἀπ’ αὐτὴ, στὸ εὔκρατο καὶ γλυκὸ κλῖμα τοῦ Ἰονίου, στὸ Διβροβοῦνι, στὸ Τυμπάνι, στ’ Ἀραβουνά, στὴ Γκερμπενίτσα, στὰ Χερεμέτσια τῆς Νίβιτσας, στὴν Τόμπρα τοῦ Σωπικιοῦ, στὴ Σωρωνειά.
Ἐκεῖ ξεχειμάζαν κεῖνο τὸ χειμῶνα καὶ οἱ δυὸ μεγάλοι καὶ ξαϊκουστοὶ τσελιγγάδες ὁ Ντῖνε Γιάννος καὶ ὁ Κίτσο Καπουράνης μὲ χιλιάδες πρόβατα.
Ὁ Κίτσο Καπουράνης, Βλάχος ἀπὸ τὴν Κολιώνια ἐρχόμενος, προτίμαε καὶ νοίκιαζε τὰ λειβάδια τῆς Τόμπρας τοῦ Σωπικιοῦ. Ἐκεῖ στὴ στάνη του μὲ ὡδήγησε ἕνα βράδυ τὸ ὑπειρεσιακὸ μου καθῆκον. Ὁ Καπουράνης εἶχε νοικιάσει ἕνα χειμῶνα τὰ λιβάδια τοῦ Κομματιοῦ ἀπὸ τὸν Μουαμὲτ Μπέη Κόκα καὶ τοῦ χρωστοῦσε ἐνοίκια.
Δὲν τὰ πλήρωνε μὲ τὴ δικαιολογία πὼς ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου 1912 -13 δὲν ἔκανε χρῆσι. Ὁ μπέης ὅμως ἀντλώντας δικαίωμα ἀπὸ τὸ συμβόλαιό του ἐπέτυχε τελεσίδικη ἀπόφασι κατασχέσεως ἀπὸ τὸ Πρωτοδικεῖο Δελβίνου καὶ πῆρα διαταγὴ σὰν ἰτζιρὰ μεμοὺρ (ἐκτελεστικὸς ὑπάλληλος) νὰ πάω νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασι.
Πῆρα μερικοὺς χωροφύλακες τοῦ δικαστηρίου κι ἀνάμεσά τους τὸν Κασίμη, ἕνα παλληκάρι μαυριδερὸ γενναῖο. Ἦταν δὲν ἦταν εἴκοσι χρονῶν. Ἐζήτησα ἐνίσχυσι καὶ ἀπὸ τὸ σταθμὸ τοῦ Σωπικιοῦ τοῦ ὁποίου ὁ ἐνωμοτάρχης μὲ ἄλλους δύο χωροφύλακες μὲ ἀκόλούθησε. Τὴ σημαντικὴ αὐτὴ δύναμι τὴ θεώρησα ἀπαραίτητη, γιατὶ καὶ ἡ φάρα τῶν Καπουραναίων ἦταν πολυάριθμη καὶ τσομπαναραίους καὶ πιστικοὺς ἐμπειρότατους στὰ ὅπλα εἶχαν. Ἐκράτησα μυστικὴ τὴν ἀποστολὴ μου, μόνο ὁ σταθμάρχης ἐγνώριζε τὸ μυστικὸ καὶ τὸ βράδυ βρεθήκαμε στὰ βλάχικα κονάκια. Τριάντα – σαράντα καλύβες περιποιημένες, μὲ καλάμι καὶ ριζάχερο φκιαγμένες, μὲ πόρτες καὶ παράθυρα, σὲ μιὰ πλαγιά, ἀποτελοῦσαν τὴν ἐγκατάστασι τοῦ βλάχικου ποιμενικοῦ συνοικισμοῦ.
Διευθυνθήκαμε πρὸς τὴ μεγαλύτερη καὶ ἐπιβλητικώτερη τοῦ ἀρχιτσέλιγγα, τοῦ Κίτσο Καπουράνη.
Τὰ γαυγίσματα τῶν ποιμενικῶν σκύλων, ποὺ ἡ ὁμοβροντία τους ἦταν ἡ ἀναμενόμενη ὑποδοχή μας εἶχαν σταματήσει μὲ τὶς καθησυχαστικὲς φωνὲς τῶν πιστικῶν καὶ ἥσυχοι ὡδηγηθήκαμε στὸ κονάκι τοῦ ἀρχιτσέλιγγα. Ἡ καλύβα του ἔμοιαζε μὲ σκηνὴ ἀρχιστρατήγου σὲ περίοδο ἐκστρατείας. Ὡραῖες ψάθες κατὰ γῆς, ἀπάνω τους φλοκωτὲς βελέντζες, ἕνα – δυὸ δωμάτια καὶ κατευθεῖαν στὸ μουσαφίρ ὀντᾶ. Χοντρὸ κούτσουρο ἔκαιγε στὴ βάτρα, στὸ τζάκι καὶ μιὰ γλυκιὰ ζέστη ἀπὸ τὸ ριζάχερο κι ἀπὸ τὴ φλόγα τοῦ τζακιοῦ μᾶς περίχυσε καθὼς ἐμπήκαμε.
Καφές, ρακί, μουαμπέτι (2), φιλοξενία.
-Πῶς σᾶς ἤφερε ὁ Θεὸς ἀπ’ ἐδὼ; ρώτησε ὁ οἰκοδεσπότης, ὕστερα ἀπὸ λίγο.
Βρέθηκα σὲ δύσκολη θέσι γιὰ τὸ ψέμα, μὲ τὸ ὁποῖο τόσα ἀτιμωτικὰ θὰ πλήρωνα τὴν πρόθυμη φιλοξενία, ποὺ προμηνύονταν ἡγεμονικώτερη, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ φόβο τῆς φυγαδεύσεως τοῦ κοπαδιοῦ ἤ ἀναμείξεως μὲ γειτονικὰ ἀναγκάστηκα ν’ ἀποκρύψω τὶς προθέσεις μου, ἀναβάλλοντας γιὰ τὴν αὐγὴ τὴν ἐκτέλεσι τῆς ἀποφάσεως καὶ τοῦ εἶπα ;
– Λάϊ Κίτσο, εἴμαστε περαστικοί, ἐρχόμαστε ἀπὸ τὸ δεῖνα χωριὸ καὶ πᾶμε στὸ τάδε, ποὺ μᾶς εἰδοποίησαν γιὰ κάποιο φόνο.
Δοῦλοι καὶ πιστικοὶ στὸ μεταξὺ εἶχαν βαλθῆ νὰ σφάξουν καὶ νὰ ψήσουν τρία ἀρνιὰ.
Ἔπειτα ‘πὸ λίγο, πάνω στὴν τάβλα, ἀρνί ψητὸ κρασὶ ἐσκόρπισε τὴν εὐθυμία. Ἦταν ἁπλοχέρηδες οἱ Καπουραναῖοι, κοινωνικοί, ξυρισμένοι, καθαροὶ καὶ πλειότερο ἀπ’ ὅλους ὁ γενάρχης τους, ὁ ἀρχιτσέλιγγας, ὁ Κίτσο Καπουράνης.
Πάνω στὸ φαΐ καὶ στὸ πιοτὶ ἡ σπάλα δόθηκε στὸν Κασίμη ἀπὸ τὸν οἰκοδεσπότη.
-Ξεκοκκάλισέ το καὶ διάβασέ το ! Τοῦ εἶπε ὁ Κίτσος.
Καὶ ὁ Κασίμης τὴν πῆρε καὶ τὴν καθάρισε ἀλαφρὰ κι ἀπάνω – ἀπάνω, μὲ τὸ σουγιᾶ κι ἐδιάβασε τὰ μελλούμενα . . .
-Τὸ κοπαδι σου γίνεται σὲ δὺο οὐρὲς (κομματιάζεται), τοῦ λέει, καὶ αὔριο θὰ πληρώσης ἀναγκαστικὰ κάτι χρήματα.
-Δὲν ἔχω, ὠρὲ παράδες ! Διαμαρτυρήθηκε ὁ τσέλιγγας.
Ὄχι δὲν ἔχω, ὄχι ἔχεις.
-Ἐγὼ σοῦ τὰ βρίσκω καὶ ποῦ τά ‘χεις κρυμμένα ! Τοῦ λέει ὁ νέος Κάλχας ἀπὸ τὸ Κοῦτσι. Μοῦ δίνεις τὴν ἄδεια νὰ στὰ βρῶ, ποῦ τά ΄χεις κρύψει;
-Ἄν τἀ βρῆς θὰ σοῦ δώκω μπαξίσι.
– Φύλα τὸ λόγο σου, γιατὶ ἐγὼ θὰ τὰ βρῶ. Δῶσε μου τὴ μασιά.
Κάτω ἀπὸ τὴ γενικὴ ἀγωνία παίρνει ὁ Κασίμης τὴ μασιὰ καὶ γύριζε γύρω – τριγύρω τὴν κάμαρα καὶ ὅπως ὁ ραβδοσκόπος ψάχνει τὰ νερὰ, ἔτσι ὁ Κασίμης ἔψαχνε τὸ θησαυρὸ τοῦ Καπουράνη.
Ἐκεῖ στὸ ἔμπα τῆς θύρας, κάτω ἀπὸ τὴν ψάθα, σκάλισε λίγο τὸ χῶμα καὶ μπρὸς στὰ ἔκπληκτα μάτια ὅλων μας, ἐνῶ ὁ Κίτσο Καπουράνης εἶχε ἀνόιξει τὸ στόμα του μιὰ ὀργιά, ἀνέσυρε ἕναν τενεκὲ.
Τὰ βρῆκα ἤ δὲν τᾶ βρῆκα, ὠρὲ τσέλιγγα ; Εἶναι παράδες γιὰ δὲν εἶναι ; Ἐγὼ μπορῶ νὰ σοῦ πῶ πόσα εἶναι καὶ τὶ λογῆς εἶναι !
Κάνω νόημα στὸν Κασίμη νὰ σταματήση ἡ συζήτησις γιὰ τὰ χρήματα ὡς ἐκεῖ.
Ἔδωκε ὁ τσέλιγγας στὴ μπάμπω τὸν τενεκὲ, ποῦ τὸν κράταγε κείνη ὅπως κρατοῦν τὶς ἅγιες εἰκόνες, ρίχνοντας μας ὕποπτα βλέμματα καὶ γυρίσαμε ὅλοι στὸ ζιαφέτι (3) μας.
Ἄλλ’ ὁ Κασίμης εἶχε κι ἄλλες σελίδες να μᾶς διαβάση ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς τοῦ Καπουράνη.
Καὶ κάτι ἄλλο ἔχεις ἀκόμα, τσέλιγγα! Τοῦ λέει.
Τὸ μπινέκικο (τῆς καβάλλας) ἄλογο σου θὰ πνιγῆ αὔριο, κεῖ ποὺ τὸ ΄χεις δεμένο.
Ὅμως μέσα στ’ ἀτυχήματα σου ἔχεις καὶ μιὰ χαρὰ, χαρὰ μεγάλη γιὰ τὴ φαμίλια σου, ποῦ ἔχεις χαμένο ἐδῶ καὶ δέκα πέντε χρόνια καὶ τοῦ κάνατε κηδεῖες καὶ μνημόσυνα, σοῦ ΄ρχεται αὔριο τὸ μεσημέρι !
Ἡ κατάπληξι ἦταν ἀπερίγραπτη. Συσπάσεις συγκινήσεως διαγράφτηκαν στὸ πρόσωπο τοῦ Τσέλιγγα, ἀπὸ τὴν ἄλλη ἡ μπάμπω του κι οἱ νυφάδες, ροδομάγουλες βλαχοποῦλες, ποὺ σὰ γυναῖκες δὲν καθόταν στο τραπέζι καὶ ποὺ ἡ εἴδησις εἶχε ἀναστατώσει ὅλες τὶς καλύβες.
Ποιός μποροῦσε ν’ ἀμφιβάλλη γιὰ τὶς προφητεῖες, ἀφοῦ ἡ μιὰ κι ὅλας εἶχε ξεδιαλύνει τὸ ἴδιο βράδυ;
Τὸ γλέντι συνεχίστηκε ὅλη τη νύχτα στὴν ἀδημονία τὴς χαρούμενης προσμονῆς. Ἐκεῖ τότε, τοῦ ἀνεκοίνωσα καὶ τὴν ἀπόφασι τῆς κατασχέσεως καὶ τοῦ ἐζήτησα τὰ χρήματα.
Ἀρνήθηκε μὲ πεῖσμα νὰ πληρώση κι ἀναγκαστήκαμε νὰ ξεχωρίσωμε ἀπὸ τὸ κοπάδι του πεντακόσια – ἐξακόσια πρόβατα γιὰ νὰ τὰ πάρωμε καὶ νὰ τὰ δώσωμε παρακαταθήκη σὲ τρίτο πρόσωπο, ὥσότου ἐκποιηθοῦν. Μετάνοιωσε ὅμως ὑπολογίζοντας καλὰ τὴ μεγαλύτερη ζημιὰ κι ἔτσι πλήρωσε καὶ τὰ χρήματα. Ἔβγαινε ἔτσι καὶ τὸ δεύτερο καὶ τὸ τρίτο μέρος τῆς προφητείας τοῦ Κασίμη,
Εἴχαμε πλειὰ τελειώσει τὴν ἀποστολὴ μας καὶ εἶπα νὰ ἐτοιμαστοῦμε νὰ φύγωμε. Ἦταν κατὰ τὶς δώδεκα τὸ μεσημέρι. Ὄμως ὀ τσέλιγκας ὅταν εἶδε τὴν ἐτοιμασία μας νὰ φύγωμε.
-Ὄχι ! Μοῦ λέει . Ὡς τώρα ἤσουν μπουμπασίρης (ὑπάλληλος τῆς ἐκτελέσεως). Τώρα θὰ μείνης μουσαφίρης, ἐσὺ και οἱ ἄνθρωποι σου. Εἶστε στὸ ὀτζάκι μου καὶ θὰ φύγετε ὅταν τὸ διατάξω ἐγώ.
Ποιὸς μποροῦσε νὰ κάνη τὴν ἀτιμωτικὴ πρᾶξι νὰ μὴ δεχθὴ παρεχόμενη φιλοξενία; Ὅταν μάλιστα, ὅπως εἶναι γνωστὸ στὰ μέρη μας, ἡ ἄρνησι ἰσοδυναμεῖ μὲ θάνατο γιατὶ θεωρεῖται προσβολὴ, καὶ μάλιστα ἀφοῦ τῆς τύχης τὰ γραμμένα προμήνυαν τέτοια χαρὰ στὴν ταροῦστα (στάνι) τοῦ Κίτσο Καπουράνη.
Ἔτσι μείναμε καὶ τὸ μεσημέρι καὶ ξαναστρώθηκε τραπέζι σὲ ἀτμόσφαιρα πλειὸ ἐγκάρδια.
Καὶ που τρώγαμε ἀκούστηκαν φωνές ἀπὸ τοὺς δούλους καὶ τοὺς πιστικοὺς:
-Ὦ ! λάϊ Κίτσο, λάϊ Κίτσο. Πάει τὸ. . . τὸ κάλο (ἀλογο) σου, πνίγηκε κεῖ που ἦταν δεμένο μὲ τὸ λιτάρι του.
Ἡ δυσάρεστη ὅμως αὐτὴ εἴδησι πέρασε ἀπαρατήρητη ς’ ἀυτὸ τὸ μερόνυχτο τὸ γεμάτο γεγονότα. Ἐξ ἄλλου ἄλογα καὶ φοράδια εἴχαν ἀρκετὰ οἱ σταῦλοι τοῦ Καπουράνη.
Δὲν εἶχε περάσει πολλὴ ὥρα, θὰ ’ταν κατὰ τὶς δύο τὸ μεσημέρι ποὺ ὅλη ἡ στάνη συνταράχτηκε σὰν ἀπὸ σίφουνα.
Ὦ ! λάϊ Κίτσοοοο! …. ! λάϊ Κίτσο οοο ! Τὰ συχαρίκια ! Ἦρθε ὁ γυός σου ! Ἦρθ’ ὁ Λάμπης ! Ἦρθ’ ὁ Λάμπης !
Μιὰ χλαλοὴ ἀκούστηκε. Ἀπ’ ὅλες τὶς καλύβες ξεπετάχτηκαν γυναῖκες καὶ παιδιὰ μικρὰ ξυπόλυτα κι ἔτρεχαν δῶθε κεῖθε ξέφρενες καὶ φωνές καὶ φιλιὰ καὶ σιουρίγματα ἀπὸ κορυφὴ σὲ κορυφὴ καὶ γαυγίσματα σκυλλιῶν, καὶ χρεμετίσματα ἀλόγων, ποὺ παραξενεύθηκαν καὶ τὰ ζῶα μ’ αὐτὸ τὸ ἀνθρώπινο παραλήρημα καὶ ἄρχισε ἕνα ντουφεκίδι ποὺ ἔκανε τὶς πλαγιὲς ν’ ἀχολογοῦν καὶ σταματημὸ δὲν εἶχε. Γέμισαν καὶ οἱ δικοί μου χωροφύλακες τὰ ὅπλα τους καὶ τὸ μπουμπούνισαν καὶ κεῖνοι γιὰ νὰ μὴ ὑστερήσουν στὴ γενικὴ χαρὰ καὶ κεῖνο ποὺ ἀκολούθησε νοῦς ἀνθρώπου δὲν μπορεῖ νὰ τὸ περιγράψη. Ἐπὶ μία ὥρα ἔρριχναν συνέχεια ἑβδομήντα ντουφέκια πανηγυρίζοντας τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ χαμένου γιοῦ . Ἦταν κάτι σὰν τὴ νύχτα τῆς ἀναστάσεως. Ἀνέστη ὁ νεκρός.
Καὶ σαν κατάκατσε ὁ κουρνιαχτὸς κι ὁ τσέλιγκας ἀγκάλιασε κι ἀνασπάστηκε τὸ γιό του γύρισε δακρυσμένος στὸν Κασίμη :
– Καλὸ νά ’χης, ὠρὲ παλληκάρι. Ὁ κίτσο Καπουράνης φυλάει τὸ λόγο του. Ἔμπα μέσα στὸ κοπάδι καὶ πάρε γιὰ μπαξίσι εἰκοσι πέντε πρόβατα. Ὅποια πιάκει τὸ μάτι σου καὶ ἤ πάρτα ἤ σημάδεψε τα στ’ αὐτιὰ μὲ τὸ δικό σου σημάδι καὶ στειλε ἄνθρωπο νὰ τὰ πάρη,
Τὸ ἀπομεσήμερο ἐφεύγαμε.
Ἀπ’ ὅλες τὶς καλύβες εἶχαν βγῆ γυναῖκες κι ἄντρες δυὸ – δυὸ, τρεῖς – τρεῖς, καὶ κουνοῦσαν τὰ μαντήλια καὶ φώναζαν βλάχικα :
– Καλεμπάρδε, καλεμπάρδε, (κατευόδιο).
Μιὰ ὀμοβροντία ἀκολούθησε κι ἄλλη μιὰ ἀπὸ τοὺς δικούς μου ἄντρες, ἀποχαιρετιστήρια.
Τέτοια κατάσχεση οὔτε ματάγινε, οὔτε θὰ ξαναματγίνη !
—————-
(1) Καχουριστὰν = χριστιανική περιοχή.
(2) Μουαμπέτι = συζήτηση.
(3) Ζιαφέτι = γλέντι
Σχολιάστε