
του Σκελκίμ Χάϊνο- συγγραφέα, δημοσιογράφου και πρόεδρου του Συνδέσμου Αλβανοελληνικής Φιλίας περιοχής Αγίων Σαράντα
(μια αληθινή Φιλιατιώτικη ιστορία η οποία συγκήνισε τον Σκελκίμ και τον έκανε να την καταγράψει μυθιστορηματικά- αλλάζοντας μερικώς κάποια ονόματα)
1.Την ημέρα της επόμενης χημειοθεραπείας του στο ογκολογικό νοσοκομείο, ένιωσε καταβεβλημένος. Μια στιγμή μετά την αποχώρηση των γιατρών και το κουράγιο που του έδωσαν ως ασθενής, ο Ομέρ Ντάμο, 92- ετών πλέον, πλησίασε αργά το παράθυρο του τρίτου ορόφου. Μέσα από το γυαλί, κοίταζε με θλίψη τον κόσμο έξω. Τον κόσμο, που θα άφηνε εκεί. Αισθανόταν σαν εκατόνταρχος που το καραβάνι της ζωής των είχε αφήσει στον τελευταίο σταθμό.
Έξω, μακριά, απλωνόταν ένας θόλος συννεφιασμένου ουρανού του δεύτερου φθινοπώρου, υγρό από τις ατέλειωτες βροχές των Τιράνων. Παρακάτω, από τον τρίτο όροφο, έβλεπε τη συνεχή βιασύνη των ανθρώπων για να προλάβουν τα αστικά λεωφορεία στον χώρο του Νοσοκομείου και άλλους που έτρεχαν συνεχώς ποιος ξέρει που.

Όλοι βιάζονται, είπε στον εαυτό του. Εσύ κύριε Ομέρ, ή Ομέρ μπέη, για πού βιάζεσαι , ή γιατί δεν βιάζεσαι, κύριε; Έξω, η ζωή βουίζει, εδώ μέσα, όπως στο γυάλινο κλουβί. Τα μάτια του πήγαν στα κίτρινα φύλλα των δέντρων που υψωνόταν σε μια σειρά στο πεζοδρόμιο. Έπεφταν ένα-ένα κάτω από την ελαφριά βροχή και έμοιαζαν σαν χρυσές μπαλίτσες πάνω στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Οι άνθρωποι έξω στα πεζοδρόμια περπατούσαν με βιαστικά βήματα κάτω από τη χρυσή βροχή του φετινού Οκτώβρη. Έτρεχαν όλοι σαν να είχαν πάρει κάποια διαταγή.
Αυτή η ζωή είναι σαν ένα φύλλο! Όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας στην όμορφη γενέτειρα, μακριά στη Θεσπρωτία,(Φιλιάτες). Ένα όνειρο. Τίποτα περισσότερο. Καλές στιγμές και πιο πολλές θλιβερές και πικρές. Πλεγμένα σαν εκείνα τα κάνιστρα των γύφτων δίπλα στο ποτάμι της πόλης του. Το ποτάμι της ζωής. Κλαράκι κλαδάκι τις σημύδες. Άλλοτε πικρά κλαράκια, άλλοτε χαρμόσυνα κλαράκια. Αυτά πιο λεπτά και σπάνια.
Μήπως έζησα πολύ; Ξεριζωμένος, όπως πολλοί άλλοι, από τα εδάφη των προγόνων, με όλα τα υπάρχοντα. Αφήνοντας τα πάντα εκεί. Ακόμα και τη μισή καρδιά. Από εκεί. Με σπίτι και βίος. Μαγαζιά, ελαιώνες και αμπελώνες…
***
Ξαφνικά σαν σε λήθαργο άκουσε ένα τηλέφωνο να χτυπάει από το μικρό κομοδίνο του δωματίου όπου στεκόταν μόνος για μέρες, περιμένοντας ίσως ένα νήμα ελπίδας για ζωή ή περνώντας τις τελευταίες του μέρες. Μήπως παράκουσαν τα αυτιά μου;
Όμως το κουδούνι χτύπησε δεύτερη και τρίτη φορά.
Χωρίς να πάρει τα μάτια του από το τζάμι, έκανε αργά αργά λίγα βήματα και σήκωσε το τηλέφωνο.
– Κύριε Ομέρ Ντέμο; – άκουσε από την άλλη πλευρά.
– Ναι, ο ίδιος, ποιος μιλάει;
Η φωνή στην άλλη ακουγόταν με διακοπές και την κατανοούσε με κάποια δυσκολία.
– Είμαι φίλος ενός φίλου σου…πώς να πω, ένα μέλος της οικογένειας που ήρθε εδώ στη Σκέλα, δηλαδή στην Αυλώνα, από την Ελλάδα…Από τη Θεσπρωτία…Έχει φέρει για εσάς μια παραγγελία. ..Μόλις βρήκαμε το τηλέφωνό σας …έχουμε ένα δίωρο που προσπαθούμε… επικοινωνώντας από φίλο σε φίλο… Χαιρόμαστε που σας βρήκαμε. Σκεφτήκαμε ότι θα σας συναντούσαμε εδώ στην ακτή. Μετά μας είπαν ότι μένετε περισσότερο στο σπίτι της πρωτεύουσας, με τον γιο σας που έχει το εργοστάσιο.
Ο άλλος που άκουγε, μισός αφηρημένος και μισός έκπληκτος, μπορούσε να πει:
– Μα εγώ, είμαι στο νοσοκομείο, αγόρι μου. Είμαι χάλια άρρωστος. Αλλά πώς μπορώ να σε βοηθήσω και μετά, να μιλήσω με τον γιο μου για περισσότερα, αφού οι φίλοι έρχονται από μακριά…
Επικράτησε μερικά δευτερόλεπτα σιωπής με τα τηλέφωνα στη γραμμή.
-Μπορείτε να μιλήσετε τώρα με τον φίλο από Φιλιάτες, με τον Γιώργο.- είπε ο άντρας που μίλησε πριν από λίγο.
– Μου λέει ότι ξέρετε και μιλάτε κανονικά ελληνικά.
Επικράτησε πάλι σιωπή. Αυτή τη φορά, μεγαλύτερη διάρκεια. Όμως η γραμμή ήταν ανοιχτή. Τη σιωπή προκάλεσε ο άρρωστος γέροντας.
-Χαίρετε και περαστικά, κύριε Ομέρ, κύριε Ντέμο!-, άκουσε τον συνομιλητή του.
Μετά:
-Ακούστε με; μπορώ να μιλήσω; Είμαι ο Γιώργος. Τώρα είμαι συνταξιούχος…
Ήρθα από την πατρίδα μου με έναν φίλο από την Ηγουμενίτσα. Είμαι εγγονός της οικογένειας Αγγελόπουλου-Κονταξή…
-Ακριβέστερα είμαι ο γιος της Νίνας, την οποία ίσως θυμάστε από όταν ζούσατε στο Φιλιάτι. Η μάνα μου έλεγε ότι ήταν φιληνάδα με την αδελφή σας την Κίζε κι ερχόταν στον σπίτι σας. Μια φορά μάλιστα σου είπε η δική σου μάνα ¨παιδί μου φτάσε ένα σύκο να κεράσομε τη Νίνα- από την κόκκινη συκιά που είχατε στην αυλή… Η μάννα μου πέθανε πριν λίγους μήνες, αλλά στις τελευταίες μέρες της ζωής της μου άφησε παράκληση- ένα αμανάτι…. Να σας παραδώσω μια κασέλα της οικογένεια σας- την οποία είχε δώσει ο πατέρας σας στον παππού μου, μαζί με ταψιά, κατσαρόλες και σινιά που είχε μέσα, για να τα φυλάξει όταν εσείς φεύγατε….
Σιωπή, στη άλλη άκρη της γραμμής…
Τότε ο άντρας που είχε φτάσει από τη Θεσπρωτία συνέχισε σαν να ήθελε να φέρει στη μνήμη του κάποια λεπτομέρεια ακόμη περισσότερο:
– Την κασέλα τη δώσατε για φύλαξη. Όταν αναγκαστήκατε να τρέξετε μακριά – η ίδια φωνή ακούστηκε στα ελληνικά
– »Εκείνο το βράδυ», – μου είπε η μητέρα μου, η Νίνα. ….«Εκείνο το σκοτεινό βράδυ, πες στον Ομέρ», μου εξομολογήθηκε η μητέρα μου, πριν φύγει από αυτή τη ζωή….
.-Πως; Πως; Άλλη μια φορά παρακαλώ! Είμαι τόσο καταβεβλημένος, εδώ στο νοσοκομείο. Ζούμε πολλά χρόνια στα Τίρανα… Τώρα σας ακούω πολύ καθαρά… Είστε στη Σκέλα; Μη φεύγεις, σε παρακαλώ…!
Ο άλλος επανέλαβε τα λόγια του, σταματώντας κάποιες στιγμές της εξομολόγησης και αυτή τη φορά υπογράμμιζε, σαν να λέμε, με κόκκινο μολύβι τις λέξεις: «… η μητέρα μου », «Νίνα Αγγελόπουλου Κονταξή…», και χωριστά. , με δύο κόκκινες γραμμές τη φράση …»εκείνο το βράδυ…» ειδικά «εκείνο το βράδυ», (τι ήταν εκείνη η μαύρη νύχτα;!, εκείνη η νύχτα σαν μαύρο κοράκι!)…
Μετά ήρθαν οι άλλες φράσεις, σαν κόκκοι μαδημένοι από κεχριμπαρένιο θεσπιανό…»την τελευταία μέρα»,…»όταν έφυγε», «όταν έφυγε από αυτή τη ζωή…» «ένα αμανάτι σε σένα».. ..»Κύριε Ντέμο «….Έφερα τη κασέλα «.
Το αμανάτι που κρατήθηκε για σχεδόν οκτώ δεκαετίες….79 χρόνια…πριν…79 βουνά μακριά, …79 χρόνια εκπατρισμένος…Ω μέγα Θεέ !
Μετά από αυτή τη δραματική βροχή και τα λόγια εκείνης της ανάμνησης που σφυροκόπησαν άλλοτε απαλά και άλλοτε με μανία στη γεμάτη από πόνο συνείδησή του, ο γέρος βυθίστηκε στο όραμα που ερχόταν θολό από μακριά. ….. «Εκείνη την κακιά νύχτα πες του». Νίνα….Νίνα…. .Με βροχή, τριξίματα και βροντές….Νίνα….
Μετά από λίγο, η συζήτηση που κυλούσε άπταιστα στα ελληνικά, διεκόπη..
Ο Ομέρ ένιωσε ξαφνικά μια δυσκολία στην αναπνοή.
2. Ξαφνικά σαν να άκουσε ένα κουδούνισμα αλόγου και ένα χλιμίντρισμα από άλογα και φοράδες φορτωμένες για δρόμο, σε καραβάνι.. Ήταν βράδυ 22 Σεπτεμβρίου. Η απαλή βροχή σιγόπεφτε όπως τώρα αυτό το δεύτερο φθινόπωρο. Το κουδούνι σαν να το άκουσε ξαφνικά και σε μια από τις τελευταίες συνεδρίες χημειοθεραπείας. Δεν θυμόταν όμως πριν η μετά από αυτή την εξ αποστάσεως τηλεφωνική συνομιλία.
Τότε, εκείνος ο κόσμος της πρώιμης νιότης του ήρθε αμυδρά στο νου του καθώς κοίταζε το συννεφιασμένο ουρανό της μεγάλης πόλης όπου ζούσε τώρα για τριάντα χρόνια. Και στη μέση εκείνης της σκοτεινής ομίχλης του εμφανίστηκε, εκείνο το βράδυ, για το οποίο του μιλούσε τώρα ο γιος της φίλης του, της κοπέλας που αγαπούσε και πρώην γειτόνισσα του.
Ξαφνικά σαν να άκουσε κάτι σαν ένα άλογο και ξαφνικά, κάτι σαν το λαχάνιασμα των αλόγων και των φοράδων που φορτώθηκαν για δρόμο,.
Ξαφνικά σαν να άκουσε ένα κουδούνισμα αλόγου και ξαφνικά ένα χλιμίντρισμα από άλογα και φοράδες φορτωμένες για δρόμο, σε καραβάνι.. Ήταν βράδυ 22 Σεπτεμβρίου. Η απαλή βροχή σιγόπεφτε όπως τώρα αυτό το δεύτερο φθινόπωρο. Το κουδούνι σαν να το άκουσε ξαφνικά και σε μια από τις τελευταίες συνεδρίες χημειοθεραπείας. Δεν θυμόταν όμως πριν η μετά από αυτή την εξ αποστάσεως τηλεφωνική συνομιλία.
Τότε, εκείνος ο κόσμος της πρώιμης νιότης του ήρθε αμυδρά στο νου του καθώς κοίταζε το συννεφιασμένο ουρανό της μεγάλης πόλης όπου ζούσε τώρα για τριάντα χρόνια. Και στη μέση εκείνης της σκοτεινής ομίχλης του εμφανίστηκε, εκείνο το βράδυ, για το οποίο του μιλούσε τώρα ο γιος της φίλης του, της κοπέλας που αγαπούσε και πρώην γειτόνισσα του.
Σαν από το σκοτεινό στροβίλισμα των αναμνήσεων από το παρελθόν του , ήρθαν στο νου του τα ονόματα των συμμαθητών του από τη γενέτειρα της Θεσπρωτίας. Πέτρο Μπαμπούρη, ο γείτονας, Ζήνων Μπενάτη, Νίκο Γρεβενάγια,… τα ονόματα των κοριτσιών της τάξης όπως η Λίρα Κασιμάτη, η Όλγα Μπεζάνη, η Έλενα Ζγκούρο… η κολλητή του Κατερίνα αλλά και ή Νίνα- φίλη της μακαρίτισσας Κίζε.
Τότε, του, φανερώθηκε το καταπράσινο λιβάδι γεμάτο πυγολαμπίδες που στη συνέχεια μετατράπηκαν σε αστέρια. Του φανερώθηκαν τα πικνίκ με την τάξη του πέρα στη Μπαρδέλα, στο οροπέδιο με δάφνες και κρύο νερό, αγορίστικες περιπλανήσεις και παιχνίδια στο Αλώνι του Πεπόνι, στο Βαλανιδάτ, στου Τάκα, στη Βάναρη και ακόμα πιο πέρα στη Σκάλα της Πλεσίβιτσας, τα παιδιαρίσματα με τους φίλους και το κυνήγι των κοτσυφιών.
Αλλά ακριβώς τη στιγμή που δεν το περίμεναν και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωνε και οι Γερμανοί έφευγαν, ένα νέο γεγονός θα επαναλαμβανόταν. Εκείνες τις μέρες, οι μεγάλοι μιλούσαν στο σπίτι χαμηλόφωνα με θλιμμένα πρόσωπα από όσα είχαν συμβεί και από τον πιθανό θυμό που τώρα χτυπούσε πολύ κοντά. Θυμήθηκε πώς ο Χουλούσι, ένα αγόρι μεγαλύτερο από αυτόν, από τη γειτονιά Ζεϊνελάτες μιλούσε με τον μεγαλύτερο αδερφό του. Μην αφήσετε και τον Ομέρ να βγει πολύ έξω, γιατί ο εχθρός δεν λογαριάζει και δεν είναι γνωστό από πού έρχεται και ψάχνει το κεφάλι τον ανθρώπων με φωτιά στο χέρι….
***
Εκείνο το βράδυ, είπε η Νίνα. Ήταν 12 ή 13 ετών. Δεν ήταν μόνο γειτονιά με τη Νίνα, αλλά και στο ίδια σχολείο. Κάθε φορά που μιλούσε ή την έβλεπε παρέα με την αδελφή του, ο Ομέρ, είχε μια υπέροχη αίσθηση, ένα τρέμουλο περνούσε από το στήθος του και ένα καυτό κύμα άρχιζε να κυκλοφορεί στο σώμα του.
Ακολούθησαν όμως άλλα βράδια. Μαύρες νύχτες ταξιδιών. Περπάτα και περπατά χωρίς σταματημό.. Το κυπρί του αλόγου ακουγόταν ξανά στα αυτιά του και μετά από την τελευταία συνεδρία χημειοθεραπείας.
Εκείνη η νύχτα. Για την ακρίβεια, είχε ξεκινήσει τη βραδιά αρκετά κοντά στο σπίτι.
Έριξε το βλέμμα του στο βουνό Νταΐτη . Δυο τεράστια μαύρα σύννεφα στέκονταν το ένα δίπλα στο άλλο και μια χρυσή ακτίνα διέσχιζε και τα δύο μαύρα σύννεφα που σε μια στιγμή θα άλλαζαν σχήμα οδηγούμενη από τον φθινοπωρινό αέρα μόνο προς τα δυτικά.
3. Στο σπίτι του Ομέρ Ντάμο, εκείνο το απόγευμα του Οκτώβρη, είχε πέσει μια βαριά σιωπή. Οι μεγάλοι , σε αντίθεση με κάθε άλλη φορά, μιλούσαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα, να μην τους ακούσουν τα παιδιά του σπιτιού. Είχαν κλείσει τα δικά τους μαγαζιά νωρίτερα από το συνηθισμένο και στην πλατεία φαινόταν ότι ετοιμάζονταν για κάτι διαφορετικό. Ποτέ πριν δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Μια αβεβαιότητα και φόβος είχε επικρατήσει και εμφανιστεί στις οικογένειες, ειδικά σε εκείνες της μουσουλμανικής πίστης, αβεβαιότητα που απλώθηκε στην πόλη σαν μαύρη επιδημία. Μια σειρά από ανήκουστα εγκλήματα είχαν λάβει χώρα σε μια άλλη Θεσπρωτική πόλη όχι μακριά από εδώ τον μήνα που ονομαζόταν «Μαύρος Ιούνιος».
Ο δεκατριάχρονος παρακολουθούσε προσεκτικά κάθε δευτερόλεπτο τις χειρονομίες και το πορτρέτο του πατέρα και του παππού του, Εμίν. Επίσης, μπορούσε να αισθανθεί την αβεβαιότητα που κρέμεται πάνω από σπίτια, δρόμους, σχολεία και καταστήματα.
-Ομέρ, έλα εδώ, γιε μου, είπε ο πατέρας του, συνοδεύοντας αυτή την παραγγελία με το κεφάλι του. -Η μαμά θα σου δώσει μια παραγγελία για να την πας αμέσως, αμέσως στους γείτονες, στους Κονταξήδες, στον Μπάρμπα Λία ή στον Πέτρο και τον Βασίλη. Κατάλαβες; Θα έρθεις αμέσως γιατί ετοιμαζόμαστε και θα φύγουμε, για ένα μεγάλο ταξίδι. Σήμερα. Θα φύγουμε, δεν είναι γνωστό πότε θα επιστρέψουμε! Κατάλαβες;» επανέλαβε.
-Κατάλαβα. Ότι πεις**), πατέρα!
Η μητέρα του, του έγνεψε και εκείνος την ακολούθησε προς στο χαγιάτι και πιο πέρα στην αποθήκη του τριώροφου διαμερίσματος.
Πήρε ένα αντικείμενο από το έδαφος με τα δύο χέρια στο μισοσκόταδο και στράφηκε στον Ομέρ:
-Γιε μου, πάρε αυτή την κασέλα , έχουμε κάτι δικά μας, και όπως σου είπε ο πατέρας σου, στους Κονταξή. Θα το αφήσουμε εδώ για λίγο, πες τους και του έβαλε τα χέρια της στους ώμους με συμπόνια.
***
Με την παλιά κασέλα, μετά από λίγο ο Ομέρ βρέθηκε στη μεγάλη πέργκολα τον Κονταξήδων. Άρχισε να σφυρίζει τη μελωδία που γνώριζε η συμμαθήτριά του, Νίνα, «Μενεξέδες και ζουμπούλια». Ένα τραγούδι από τη Μικρά Ασία ή τη Ζμύρνη (Σμύρνη) τόσο της μόδας στις ταβέρνες της εποχής.
Πέρασε μόνο μια στιγμή όταν, αφού παραμερήθηκε το κουρτινάκι στο παράθυρο του ισογείου των γειτόνων, που η Νίνα εμφανίστηκε στην πόρτα. Το σχολείο ήταν κλειστό για αρκετό καιρό λόγω των πολεμικών γεγονότων.
– Ομέρ, – είπε δειλά, – Λοιπόν, πες μου; !
Τον πλησίασε στο ίσιωμα της αυλής κοντά στον κήπο.
Έξω έπεφτε μια ελαφριά βροχή.
-Πώς είσαι, Νίνα;- της απευθύνθηκε το αγόρι με φανερή ανησυχία στη γλυκιά φωνή του.- Ήρθα με παραγγελία από τους γονείς μου, – και της έδειξε την κασέλα που είχε μπροστά στα πόδια του.
Η Νίνα δεν καταλάβαινε τίποτα.
– Μου είπαν να το αφήσω αυτό σε σένα, γιατί… δεν θα είμαστε εδώ… Όταν επιστρέψουμε… δεν είναι γνωστό πότε… Τότε θα το πάρουμε, – είπε και το βλέμμα του έπεφτε μια πάνω στην Νίνα που στεκόταν δύο παλάμες μπροστά του και μια σε αόριστη κατεύθυνση πάνω από τα γύρω βουνά βυθισμένη στην ομίχλη της βραδιάς.
-Έλα, μπες μέσα,-είπε η κοπέλα και πήγε πρώτη προς το σπίτι.-Μην ανησυχείς! Άφησε το στην αποθήκη.
***
Ο Ομέρ άφησε την παραγγελία στο μέρος που του είπε η Νίνα και πήγε να φύγει αργά – αργά από κει σαν μετανιωμένος.
-Περίμενε! – Ακούστηκε η βελούδινη φωνή της Νίνας.
-Βιάζομαι, – απάντησε ο Ομέρ που σταμάτησε στο κατώφλι.
-Πώς θα φύγεις έτσι;!… Πάρε αυτό, να το έχεις στο δρόμο γιατί έχει υγρασία και φυσάει ο κρύος αέρας των βουνών! Για να σε κρατήσει ζεστά, και τύλιξε στο λαιμό της το απαλό της κασκόλ με λουλούδια ελιάς που φορούσε εκείνη την εποχή.
Το αγόρι κοκκίνισε ταραγμένος(συγκεχυμένος). Τον αγκάλιασε και την αγκάλιασε κι εκείνος και ένιωσε στα μάγουλά του τα δάκρυα της.
– Περίμενε λίγο ακόμα, – είπε και κατευθύνθηκε προς το χαγιάτι. Κάτι πήρε και του ακούμπησε στα χέρια φρέσκο βασιλικό και ένα κατακίτρινο κυδώνι. Φαινόταν στον Ομέρ σαν ένας μικρός ήλιος.
Η Νίνα παρέμεινε στο κατώφλι ενώ εκείνος εξαφανίστηκε στην αυλή. Το όραμά της στο αμυδρό φως του λυκόφωτος που έπεφτε θα έμενε χαραγμένο στα βαθύ της συνείδησης του Ομέρ για μια ζωή, μαζί με το χρυσό κυδώνι, το μικρό ήλιο.
4. Στο ογκολογικό ο ηλικιωμένος είχε ιδρώσει και η αρρυθμία του έδινε δυσφορία . Κάθισε αργά στην καρέκλα και πάτησε το κουμπί έκτακτης ανάγκης για τη νοσηλευτική υπηρεσία. Το δωμάτιο άρχισε να στριφογυρίζει γρήγορα μπροστά στα μάτια του με τη μορφή μιας δίνης σε ένα ποτάμι.
Στο δωμάτιο, η εφημερεύουσα νοσοκόμα του έδωσε την απαραίτητη βοήθεια και τώρα, με το σωλήνα οξυγόνου στο πρόσωπό του, άρχισε να νιώθει καλύτερα.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια του καταβεβλημένος και κοίταξε πέρα, βαθιά στη μνήμη, στην ταραγμένη παιδική του ηλικία.
***
Περίμενε μέχρι να επιστρέψει ξανά η νοσοκόμα.
– Σε παρακαλώ, βρες μου τον αριθμό που μου τηλεφώνησε πριν από λίγο, – της απευθύνθηκε.
– Εμπρός, Γιώργο!… Είμαι εδώ, διακόψαμε, αλλά.. εδώ είμαι πάλι.
Ο Γιώργος από την Θεσπρωτία εξέφρασε τον ενθουσιασμό του που μιλούσαν ξανά.
– Χαίρομαι που νιώθετε καλύτερα, αλλά δεν θέλω να σας κουράσω – του είπε. – Θα επιστρέψουμε στην Ελλάδα σήμερα, γιατί έτσι έχω κάποιες δουλειές. Ήρθα για την παραγγελία της Νίνας, μητέρας μου. Το είχα αμανάτη, και το καθυστέρησα πάρα πολύ.
-Τότε άκουσέ με, Γιώργη, παιδί μου. Μην ανησυχείς για την παραγγελία. Θα την αφήσεις στο ξενοδοχειακό συγκρότημα Βόλα , είναι άνθρωποι μας, οικογενειακοί φίλοι. Θέλω όμως να σου πω κάτι ακόμα: Δεν θα φύγετε από το ξενοδοχείο Βόλα χωρίς να φάτε ένα μεσημεριανό με όλα τα καλά, θα σας το κάνω εγώ το τραπέζι σαν να είμαι εκεί. Δεν θέλω αντιρρήσεις είναι χαρά και ευχαρίστηση μου, φίλε μου, γιατί με επανέφερες στα χρόνια της νιότης μου και σε εκείνο τον κόσμο… Ξέρεις ότι θα νιώσω χαρούμενος για αυτό το γεύμα φιλίας. Πες το οικογενειακό γεύμα.
Μετά πρόσθεσε: -Να είμαι ήρεμος γι’αυτό γιε μου;
– Ναι, ναι πιστεύω ναι. Ευχαριστώ πολύ, απάντησε ο άλλος χαμογελώντας. – Ευχαριστώ, κύριε Ντάμο. Και σας εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου και για λογαριασμό της οικογένειάς μου, περαστικά, Ομέρ Μπέη -αναφέροντας με σεβασμό τη λέξη με την οποία αποκαλούνταν οι πρόγονοι του Ομέρ στην πόλη του.
Ο γέρος γέλασε πικρά:
– Πάνε αυτοί οι βαθμοί και οι τίτλοι, Γιώργο, παιδί μου. Πέρασε με τους καιρούς που ταλάνιζαν και εκεί και εδώ. Τώρα, ας προσευχηθούμε στον Θεό να είμαστε όλοι καλά. Αυτό είναι σημαντικό. Στην πόλη μας εκεί, όπως ίσως γνωρίζεις και εσύ πλέον, δεν υπήρχαν συγκρούσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων των δύο θρησκειών. Η οικογένειά σου, γιε μου, ήταν και παραμένει έμπιστη.
Αυτό που κάνατε σήμερα, με την κασέλα, λέει πολλά για εμάς. Μιλάει πολλά σε μένα, γιε μου. Ευχαριστώ, Γιώργο, παιδί μου, που με ξαναπήγες σήμερα στην πολύ που γεννήθηκα, στην πατρίδα μας. Με έκανες να νιώσω ότι πέταξα με τα φτερά μου από τα παράθυρα αυτού του νοσοκομείου.
***
Κάποια στιγμή το βράδυ, ο Ομέρ Ντάμο τηλεφώνησε στο γιο στο εργοστάσιο στα περίχωρα της πρωτεύουσας και του ζήτησε να του φέρει η νύφη του ένα κουτί, λίγο μεγαλύτερο από καπνόκουτο, στο νοσοκομείο την επόμενη μέρα. Πλυμένη με σέρμ (ασήμι) εκεί κάτω που φυλάσσονται και τα άλλα πράγματα μου μαζί με αλλά παλιά κειμήλια που κοιμούνταν χρόνια στο κομοδίνο του. Την επόμενη μέρα, όταν έφυγε η νύφη του, η Μπεσιάνα, πήρε στο χέρι του το παλιό κουτί. Το έφερε πιο κοντά για να το μυρίσει. Έπειτα, έλυσε σιγά σιγά μια μεταξωτή κλωστή που κάποτε είχε δέσει το στολισμένο κουτί και μετά από λίγο το άνοιξε.
Μέσα στο κουτί ήταν διπλωμένο το κασκόλ διακοσμημένο με φύλλα ελιάς που κάποτε φορούσε γύρω από το λαιμό της η Νίνα εκείνο το κρύο βράδυ του Οκτώβρη και που είχε βάλει γύρω από το λαιμό του καθώς του έδινε την τελευταία της αγκαλιά και αλμυρά δάκρυα αποχαιρετισμού.
Ξεδίπλωσε το κασκόλ του. Το έφερε κοντά στο πρόσωπό του και το μύρισε. Κάτω από το κασκόλ εξακολουθούσαν να βρίσκονται τα ξεραμένα κλαράκια του βασιλικού.
Ένιωθε ότι ο βασιλικός, ακόμη και μαραμένος μετά από πολλά πολλά χρόνια, είχε διατηρήσει την καλή του μυρωδιά, όπως και το μαντίλι με άρωμα βασιλικού.
– Να που βρεθήκαμε ξανά, καλή μου Νίνα. Αφού πέρασαν εβδομήντα εννέα χρόνια, είπε.
– Είσαι η ίδια, δεν έχεις αλλάξει καθόλου.
-Είσαι σαν εκείνη τη νύχτα!!!
Σχολιάστε