
Έρχονται γιορτές, ας κάνουμε κάνα σμέτι
Σκώθηκε η Κίτσοβα πρωί, πρωί και πήγε για πιράρια και σφάκες.
Στο γυρισμό, βρίσκει την Τσάβενα μπροστά στη λάσα της.
-«Πούσουνα μω Κίτσοβα πρωί πρωί, δεν σε κολλάει ο ύπνος εσένα;»
«Εεε, εγώ είμαι μεγάλη τώρα, δεν κοιμάμαι πολύ. Μη κοιτάς εσύ που θέλεις δυο ώρες να ξεμπλέξεις τα ποδάρια σου από τον Τσάβο».
Της απαντάει η Κίτσοβα χαριτολογώντας και ακούμπησε το ζάλομά της στο μπεζούλι.
«Ναι, ναι , σαυτά είσαι μάνα, Πως δεν είμαι μικρή, τώρα βγάζω τις δοντούρες» της λέει η Τσάβενα χαμογελώντας
«Να μωρή, είπα μέχρι να σκουπίσει ο Κίτσος το μπουχάρη , ν’ ανάψει πσια στιά, ας παγαίνω εγώ για κάνα προσάναμμα»

Εντωμεταξύ, ξεμύτησε και η Πύλιοβα από το σοκάκι με τις τρεις Μαλτέζες.
Όταν την είδε η Κίτσοβα της λέει:
«Γλήγορα δεν τις έβγαλες μω Πύλιοβα; Δεν έλιωσε ακόμα η τσάφνη».
«Τι νάκανα, βλιάζανε οι μπανταλιασμένες, παραλίγο να ρίξουν την πλοκαριά. Ε, είπα ας παγαίνω σιγά σιγά κι όταν ο ήλιος θα ανεβεί δυο –τρία βουκέντρια, θα τις βάλω στο σόχωρο».
«Έχεις τυρί από πέρσι;» τι ρωτάει η Τσάβενα
«Έχω, αλλά τι να κάμω, γιόμισε πιδούλια και το πέταξα»
«Να βάνεις κάνα χοντρό φόρεμα, κάνει φαρμάκι κρύγιο» της λέει η Κίτσοβα
«Έβαλα μω, σήμερα έβαλα πάνω από τον αλαντζά και το τσίπουνι της πεθεράς μου.
Της το είχε χαρίσει η πεθερά της όταν τη πήραν νύφη»
«Αααα, σα να λέμε καινούργιο;» τις λέει η Κίτσοβα χαριτολογώντας
«Ναι, ναι» συνέχισε η Τσάβενα «Είναι της τελευταίας μόδας»
«Ποια είναι αυτή η «μόδα» που δεν την ξέρω εγώ;»
τις ρωτάει η Πύλιοβα απορημένη
«Είναι μια Παριζιάνα, που ούτε εμείς την ξέρουμε» της λέει η Τσάβενα και ξέσπασαν στα γέλια
Εντωμεταξύ, ο Κίτσος από κάτω, που περίμενε τα προσανάμματα δεν άντεξε άλλο και βγήκε όξω και άρχισε να φωνάζει:
«Τελειώστε καμιά φορά μωρή σιοντόρες, ξύλιασα από το κρύγιο. Ελάτε να κάμετε κάνα σμέτι, γιορτές έρχονται
Σχολιάστε