
Βασιλική Πιτούλη
Η Θεσπρωτία, το βορειοδυτικότερο προπύργιο της ηπειρωτικής Ελλάδας, με τις δαντελωτές ακτές στο Ιόνιο πέλαγος, έχει ακριβώς απέναντι απλωμένη τη μισή Κέρκυρα και μέχρι κάτω κάτω, στο νοτιότερο τμήμα του, τα νησάκια Παξούς και Αντίπαξους. Διασχίζεται από τον ποταμό Καλαμά, τον αρχαίο Θύαμη, που εκβάλλει στο Ιόνιο βορειότερα από την πόλη της Ηγουμενίτσας. Το λιμάνι αυτό, που έγινε πρωτεύουσα του νομού από τη δεκαετία του ’30, στολίζεται μοναδικά από μια στενή λουρίδα γης που χώνεται βαθιά στη θάλασσα και ονομάστηκε Δρέπανο από το σχήμα της. Ένα αμμώδες, φυσικό, τεράστιο δρεπάνι που κλείνει μαλακά μαλακά τον κόλπο της Ηγουμενίτσας. Σαν να τον προστατεύει. Η παραλιακή Σαγιάδα, μισή ανάσα από τα αλβανικά σύνορα, οι Φιλιάτες, το Μαργαρίτι, η Παραμυθιά υπό τη σκιά των βουνών του Σουλίου είναι μερικά από τα κεφαλοχώρια της Θεσπρωτίας. Τα παραθαλάσσια Σύβοτα, δηλαδή ο Μούρτος, η μαγευτική Πάργα είναι μέρη που συναντά ο ταξιδιώτης αν αφήσει την Ηγουμενίτσα πίσω του και κατηφορίσει προς τα νότια. Και στα όρια με το νομό Πρέβεζας, ο Κωκυτός, παραπόταμος του Αχέροντα, το Νεκρομαντείο, η πύλη του κάτω κόσμου.
Ήπειρος, χώρα άπειρος. Λέξη που επιτρέπει ανταλλαγή, παιχνίδισμα μεταξύ μακρών φωνηέντων. Το ήταν μεταλλασσόμενο σε άλφα δίνει την ακαταμέτρητη διάστασή της.
Αρχαία κοιτίδα ελληνισμού η γη που μας ενδιαφέρει, πήρε το όνομά της από τον γιο του μυθικού Λυκάονα, τον Θεσπρωτό, που κι αυτός με τη σειρά του είχε γιο τον Άμβρακα. Ήταν η εποχή που οι θεοί κυνηγούσαν θνητές και γεννούσαν ημίθεους, ανθρώπινα πρόσωπα γίνονταν ποτάμια, δέντρα ή αστέρια στον ουρανό, γενικά οι κανόνες της ύπαρξης ήταν απολύτως ελαστικοί, θα μπορούσαμε να πούμε. Δεν είχαν αρχίσει ακόμη να τηρούνται σε άκαμπτη ακρίβεια, όπως έγινε αργότερα. Ο λόγος δεν είχε πάρει τη θέση του μύθου.
Η Θεσπρωτία λοιπόν, διατρέχοντας τους αιώνες, στις αρχές του εικοστού είχε βρεθεί με πληθυσμιακή σύνθεση ανάμεικτη. Η γη αυτή, με την αμφισβητούμενη, δειλή ακόμη ελληνικότητα, εύφορη και προικισμένη όπως είναι αποτελούσε μήλον της Έριδος μεταξύ των εθνικισμών που τη διεκδικούσαν. Η ακριτική μας περιοχή συνιστούσε αιτία διαρκούς προστριβής. Ήταν το πεδίο όπου εκδηλωνόταν ζωηρότερα από οπουδήποτε αλλού ο ελληνοαλβανικός ανταγωνισμός στον ηπειρωτικό χώρο.
Το 1910, σε πλήρη τουρκοκρατία, με απόσπαση των καζάδων Παραμυθιάς και Φιλιατών από το σαντζάκι Ιωαννίνων και του καζά Μαργαριτίου από το σαντζάκι Πρέβεζας, απαρτίστηκε το σαντζάκι Ηγουμενίτσας ή Ρεσαδιέ, από το όνομα του νέου σουλτάνου. Τα διοικητικά αυτά μαγειρέματα αποσκοπούσαν σε εκλογικές ανακατατάξεις προς όφελος του αριθμού των μουσουλμάνων βουλευτών της περιοχής. ΟΙ Έλληνες θεωρούσαν νοτιότερο σύνορο της αλβανικής επιρροής τον ποταμό Γενούσο. Οι Αλβανοί πάλι, από τη μεριά τους, ονειρεύονταν μια μεγάλη Αλβανία που θα κατηφόριζε ανενόχλητη μέχρι τον Αμβρακικό. Γενικά η κατάσταση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί με τη φράση ‘’ο Θεός να βάλει το χέρι του’’.
Οι Μεγάλοι τα έβλεπαν όλα αυτά, εξάλλου δικό τους ήταν πάντα το παιχνίδι. Όποτε συσκέπτονταν στα πομπώδη σαλόνια τους, στις αίθουσες διασκέψεων, καθισμένοι γύρω από τα μεγάλα τραπέζια, έβαζαν κάτω τη γη και της άλλαζαν τα φώτα. Τη μοίραζαν, ορίζοντας τις τύχες του κόσμου. Στη συνέχεια απαιτούσαν αυτά τα μοιράσματα να κατακυρωθούν με το αίμα των παλικαριών που θα τρέχανε να σκοτωθούν για τα χώματα που οι Μεγάλοι είχαν μοιράσει. Το αίμα, η πολύπαθη σάρκα, γινόταν το βουλοκέρι που σφράγιζε την επιστολή της μοιρασιάς. Την έκανε έγκυρη.
Οι ισχυρότεροι εθνοποιητικοί παράγοντες υπήρξαν ανέκαθεν το θρήσκευμα και η γλώσσα, στο βαθμό που και τα δυο διαμορφώνουν συνείδηση. Στη Θεσπρωτία λοιπόν, λειτουργούσε το εξής αντιθετικό, αυστηρά διχαστικό σχήμα: χριστιανοί-Έλληνες, μουσουλμάνοι-Τουρκαλβανοί. Το συγκεκριμένο σχήμα όμως ήταν διάτρητο από τα κενά και τις διαφοροποιήσεις. Υπήρχαν επίσης αρκετοί χριστιανοί Αλβανοί, όχι λίγοι εξισλαμισθέντες κρυπτοχριστιανοί εξωμότες και δε συμμαζεύεται. Απ΄ όλα είχε ο μπαξές. Τουρλού τουρλού που λένε…

Σχολιάστε