Ηπειρωτική Εταιρεία
του Αρχιτέκτονα ΑΡΓΥΡΗ ΠΕΤΡΟΝΟΤΗ †
1. Στὰ 1809 στὰ Γιάννενα ὑπῆρχαν περίπου 2000 ἑλληνικὰ σπίτια, 1000 Μουσουλμανικὰ καὶ 800 Ἑβραϊκὰ (1). Γιὰ τὰ τελευταῖα διαθέτουμε ἀρκετές πληροφορίες καὶ γι’ αὐτὰ τώρα ὁ λόγος. Πολλὰ ὀφείλουμε στὰ περιηγητικὰ κείμενα γιὰ τα γιαννιώτικα σπίτια, καὶ εἶναι οἱ εἰδήσεις πολύτιμες, καθὼς τὰ σπίτια αὐτὰ τῶν Ἰωαννίνων δὲν ὑπάρχουν πιά, ἀφοῦ καταστράφηκαν συστηματικὰ στὰ 1820 – 1822.
2. Γιὰ νὰ πάρουμε μιὰ πρώτη ἰδέα τῶν γιαννιώτικων ἀρχοντικῶν, ἄς ρίξουμε μιὰ ματιὰ στὴν σπουδαία κατοικία τοῦ Νικολοῦ Ἀργύρη. Βέβαια τὸ παράδειγμά του εἶναι ἴσως ἐξαιρετικὰ σημαντικὸ, ἐντυπωσίαζε τοὺς ξένους, ἀλλὰ ἀκριβῶς χάρις σ’ αὐτὸ εἶναι ποὺ διαθέτουμε καὶ μποροῦμε ἐδῶ νὰ παρουσιάσουμε μιὰ ἀπεικόνισή του (Εἰκ. 1) (2).
3. Περιγράφουμε λοιπὸν τώρα τὰ γενικὰ χαρακτηριστικὰ τῶν καλῶν τότε γιαννιώτικων σπιτιῶν (θὰ ἐγκύψουμε ὅμως λεπτομερέστατα καὶ σὲ ἕνα ἐνδιαφέρον κατασκευαστικὸ – καὶ ἔχι μόνο – στοιχεῖο τῶν καλυτέρων ἀρχοντικῶν).
Γιὰ τὴν περιγραφὴ τῶν ἀρχοντικῶν θὰ στηριχτοῦμε ἀπὸ περιηγητικὸ κείμενο τοῦ γνωστοῦ περιηγητῆ Χόμπχάουζ (J.B. HOBHOUSE) (3). Αὐτὸς πρωτοῆρθε στὰ Γιάννενα τὴν Πέμπτη 5 Ὀκτωβρίου 1809. Ἀνάμεσα στὰ ἄλλα ἐνδιαφέροντα καὶ μὲ κριτικὸ τρόπο γραφόμενα του, δίνει πληροφορίες καὶ γιὰ τὰ ἑλληνικὰ ἀστικὰ σπίτια τῆς πόλης.
4. Πάρα πολλὰ σπίτια – λέει – εἶναι μεγάλα καὶ καλοκτισμένα. Διαθέτουν μεγάλη ἐσωτερικὴ αὐλὴ καὶ δύο ὀρόφους. Στὸ ἰσόγειο βρίσκονται μαγαζιὰ ἤ στάβλοι, στὸν ὄροφο ἕνα μεγάλο φαρδὺ, ἀνοιχτὸ χαγιάτι καὶ οἱ χῶροι διαμονῆς τῆς οἰκογένειας. Μιὰ ἄνετη, ξύλινη σκάλα (ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακὴ στὰ ἑλληνικὰ σπίτια καὶ γι’ αὐτὸ χαρακτηριστικὴ), προφυλαγμένη κάτω ἀπὸ τὸ χαγιάτι, ὁδηγεῖ ἀπὸ τὸ ἰσόγειο στὸν ὄροφο. Τὰ σπίτια ἔχουν ἐξωτερικὰ κλειστὴ καὶ σκυθρωπὴ ἐμφάνιση, ἐξ αἰτίας τόσο τῶν πολὺ μικρῶν παραθύρων, κλεισμένων μὲ καφάσι ἀπὸ σταυρωτές σανίδες, ὅσο καὶ τῆς φρουριακῆς ἐντύπωσης ποὺ δίνουν οἱ μεγάλες είσοδοι γιὰ νὰ περνᾶνε τὰ ἄλογα καὶ τὰ ζωντανὰ τοῦ σπιτιοῦ. Ὅμως τὸ ἐσωτερικὸ τῶν σπιτιῶν αὐτῶν εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐλκυστικὸ : ἡ αὐλὴ τους κάτω εἶναι συχνὰ στολισμένη μὲ πορτοκαλιὲς καὶ λεμονιές, (μάλιστα στὰ καλύτερα σπίτια ἐπεκτείνεται καὶ συγκοινωνεῖ καὶ μὲ ξεχωριστὸ κῆπο), ἐνῶ τὰ ξύλινα χαγιάτια, ἀεράτα, ἰκανοποιητικὰ φαρδυὰ καὶ στεγασμένα δίνουν τὴν εὐκαιρία, σὲ προσκαλοῦν νὰ κάνεις ἐκεῖ τὶς βόλτες σου, ἰδιαίτερα μὲ βροχερὸ καιρὸ . . .
* ** *
5. Ἔχω μεράκι νὰ δοῦμε ἀπὸ κοντὰ ἕνα ἀντιπροωπευτικὰ – ὅπως καὶ ὁ Χόμπχάουζ τονίζει -ἐκφραστικὸ στοιχεῖο : τὰ παράθυρα τους. Ἀπὸ τὴν παραπάνω περιγραφὴ καὶ ἀπὸ ἄλλες ἀναφορὲς σὲ σπίτια τοῦ ἰδίου συγγραφέα – περιηγητῆ, βγάζει κανεὶς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αὐτὰ τὰ σπίτια δὲν εἴχαν τζαμόφυλλα στὰ παράθυρα τους. Ἀληθινὰ στὰ Γιάννενα ἀγνοοῦσαν τότε τὰ τζάμια;
6. Μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα καὶ ἄλλες πηγές παίρνουμε τὴν ἀπάντηση. Ὁ ἴδιος ὁ Χόμπχαουζ (2), ποὺ τὴν Παρασκευὴ 6.10.1809 ἐπισκέφτηκε στὰ Γιάννενα τὸ σαράϊ τοῦ Μουχτὰρ Πασιᾶ (γυιοῦ τοῦ Ἀλῆ), ἀναφέρει ὅτι τὰ παράθυρα του τὰ παράθυρα του ἦταν μεγάλα (καὶ “βαθειά” DEEP), μὲ “διαυγὴ Βενετσιάνικα τζάμια” (CLEAR VENETIAN GLASS). Ἀλλὰ ὁ Λήηκ (W. W. LEAKE), λίγο πιὸ πρὶν τὸν Ἰούλιο 1809, ἀναφέρεται στὴ χρήση τοῦ γυαλιοῦ σὲ ἀνοίγματα Γιαννιώτικων σπιτιῶν : Ἀφ’ ἑνὸς ὅλα τὰ τουρκικὰ σπίτια στοὺς χώρους τῶν χαρεμιῶν τους παρουσίαζαν ψηλὰ, κάτω ἀπὸ τὸ ταβάνι, μικροὺς, σταθεροὺς στὸν τοῖχο, χρωματιστοὺς ὑαλοπίνακες, – ποὺ βέβαια μόλις ἐπέτρεπαν νὰ μπαίνει ἀμυδρὸ φῶς ἀπὸ τὸν δρόμο.(5) Ὅμως – λέει – γενικότερα τὰ καλύτερα σπίτια τῶν Ἰωαννίνων εἶχαν καὶ τζαμιλίκια. Λεπτομερέστερα γράφει, (6) ὅτι τὰ παράθυρα ἔκλειναν μὲ ξύλινα παντζούρια, πίσω ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὑπῆρχαν σιδερένιες βέργες ἀσφαλείας, μέσα δὲ καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴ σιδεριὰ, τζαμωτὰ πλαίσια, ἔστω καὶ ἄν ὡστόσο προσθέτει ὅτι οἱ ὑαλοπίνακες ἦταν μικρῶν διαστάσεων καὶ τὸ γυαλί τους πολὺ κακῆς ποιότητος, – τόπο δὲ προέλευσής τους ἀναφέρει τὴν Ἀδριατικὴ (-ποὺ τοῦτο μᾶλλον θὰ σημαίνει Βενετία ἤ Τεργέστη).
* ** *
7. Στὰ 1809 ποὺ ὁ Λήηκ καὶ ὁ Χομπχάουζ βρισκὀταν στὰ Γιάννενα καὶ περιέγραφαν τὰ γιαννιώτικα σπίτια, ἀνάμεσα στὰ τελευταῖα συγκαταλεγόταν ἕνα ἀξιόλογο ἀρχοντικὸ, ποὺ αὐτοὶ ἀγνοοῦν : Πρόκειται γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Σταύρου Ἰωάννου (7) (Τσαπαλάμου).
Αὐτὸς ἦταν ἐπιχειρηματίας, τραπεζίτης, ταμίας, ἔμπιστος τοῦ Ἀλῆ καὶ πατἐρας τοῦ ἰδρυτὴ τῆς Ἐθνικῆς Τράπεζας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Γεωργίου Σταύρου.(
Τὸ σπίτι αὐτὸ χτύπησε στὰ 1802-1803 καὶ καταστράφηκε μετὰ 20 περίπου χρόνια στὰ 1820 – 1822 (στὴ διάρκεια τῶν ἐπιχειρήσεων καταστολῆς τῆς ἀνταρσίας τοῦ Ἀλῆ, μαζὶ μὲ τὸ σύνολο τῶν ἄλλων ἀρχοντικῶν τῆς πόλης). Δὲν γνωρίζουμε οὔτε τὴ μορφὴ του, οὔτε τὸ σχἐδιο του. Γνωρίζουμε ὅμως λεπτομερέστατα τὰ περὶ τῶν δαπανῶν κατασκευῆς του. Γιατὶ ἄν δὲν διατηρήθηκε τὸ ἀρχοντικὸ αὐτὸ, σώθηκε θαυμαστὰ τὸ Ἀρχεῖο τοῦ Σταυροῦ Ἰωάννου. (9) καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν πληροφοριῶν μας γιὰ τοὺς ἐπὶ μέρους λογαριασμοὺς πληρωμῆς ὑλικῶν καὶ ἐργασιῶν καὶ γιὰ τὸ σύνολο τῆς δαπάνης. Αὐτὴ ἔφτασε σὲ ἐξαιρετικὰ μεγάλο ποσὸ ἀκριβῶς 39.866 γρόσια καὶ 40 ἄσπρα. Ἐνδεικτικὸ τῆς μεγάλης πολυτέλειάς του.
8. Στὶς δαπάνες αὐτὲς συναντᾶμε καὶ λογαριασμοὺς γιὰ τζάμια παραθύρων σταλμένων ἀπὸ τὴν Τεργέστη. (10) Τὰ ἐμπορεύματα μεταφέρθηκαν μὲ πλοῖα στὴ Σαλαώρα, τὸ ἐπίνειο τῆς Ἄρτας, καὶ ἀπὸ κεῖ πάνω σὲ ὑποζύγια στὰ Ἰωάννινα (11) : Ἕνας λογαριασμὸς τῆς 29 Ἰανουαρίου 1802 περιλαμβάνει πληρωμὴ ποσοῦ 185 γρόσια καὶ 32 ἄσπρα γιὰ 5 κασέλλες μὲ “λάστρες”, ὑαλοπίνακες (ἀπὸ τὴν ἀντίστοιχη ἰταλικὴ λέξη), χωρὶς νὰ καθορίζεται ποσότητα καὶ μέγεθος τους. Ἐνῶ ἕνας ἄλλος λογαριασμὸς γιὰ διπλάσιες, ἤτοι 16 κασέλλες “λάστρες”, πληρώθηκε σχεδὸν στὸ τριπλάσιο ποσὸ 539 γρόσια καὶ 99 ἄσπρα. Γιατὶ ὅμως αὐτὴ ἡ διαφορὰ: Ὅλα εἶναι πιθανὰ, ὅπως οἱ διαφορετικὲς διαστάσεις, ἡ ποσότητα καὶ ποιότητα τῶν ὑαλοπινάκων (-τὸ μυαλὸ μου πάει περισσότερο στὸ τελευταῖο . . .). Ἀναγράφεται καὶ ἕνας τρίτος σχετικὸς λογαριασμὸς (12) : πληρώθηκαν 123 γρόσια στὸ μάστρο Μήτζη γιὰ 16 “τζαμτζερηζιφέδες”. Πρόκειται γιὰ ἐκεῖνα τὰ ὑαλοστάσια, ποὺ τὸ κάτω μισὸ τους ἦταν συρτὸ, ἀνασυρόμενο πρὸς τὰ πάνω. (13)
* ** *
9. Στὴ νοτιότερη (δηλαδὴ) ἐκτὸς ἄλλων παραγόντων καὶ θερμότερη) Ἑλλάδα, καθὼς καὶ στὴν Ἀσιατικὴ Τουρκία (14) δὲν συνηθιζόταν τότε κατὰ κανόνα, ἦταν κάτι σπάνιο ἡ χρήση ὑαλοπινάκων στὰ παράθυρα σπιτιῶν. (Δὲν ἀναφερόμαστε στοὺς ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὰ παράθυρα τοποθετουμένους, φωτιστικοὺς, μὲ ἔγχρωμα ὑαλογραφήματα, φεγγίτες, ποὺ προηγήθηκαν, ὅντως ἄλλωστε βυζαντινὴ κληρονομιά. . . ).
Οἱ περιοχές ποὺ πρωτοχρησιμοποίησαν τζαμωτὰ παράθυρα ἦταν τόπος βορειοελλαδικὸς καὶ τὰ νησιὰ τοῦ Ἰονίου. Δηλαδὴ μέρη ποὺ τὰ διακρίνει ψυχρὸ ἤ γενικὰ δριμὺ κλίμα, ἀλλὰ καὶ εἶχαν ἔρθει σὲ σταθερὴ ἐπαφὴ μὲ τὴν Εὐρῶπη. Εἶναι λοιπὸν χαρακτηριστικὸ τὸ παράδειγμα τῆς παρουσίας τους στὰ Ἑπτἀνησα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ 17ου αἰῶνα (15) καὶ (σὐνθετα) ἀντιπροσωπευτικὴ ἡ πρώϊμη χρήση τους στὰ Ἰωάννινα γιὰ λόγους κλιματικοὺς, οἰκονομικούς, γοήτρου καὶ ἐπαφῶν μὲ τὴν Εὐρώπη καὶ τὰ κοντινὰ νησιά.
Θεσ/κη, 9.ΧΙ.1991 : α.π.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. WILLIAM MARTIN LEAKE, Travels in Northern Greece . . . in four volumes . Vol. IV. London 1835, δελτ. 139.
2. Εἰκόνα σπιτιοῦ Νικολοῦ Ἀργύρη εἰς T.S. Hughes, Travels in Greece and Albania. Vol. I London, σελ. 43.
3. J. B. Hobhouse, A journey through Albania and their provinces of Turkey in Europe and Asia, to Constantinople, during the years 1809 and 1810 . . . in two vols. Vol. I (Ἐξεδόθη στὸ Λονδίνο τὸ 1813, ἀλλὰ τώρα διαθέτω τὴν ἔκδοση στὴ Phladelphia: published by M. Carey and Son. 1817. σελ. 69.
4. Ὁ ἴδιος, ὅ. π. , σελ. 60.
5. William Martin Leake, Travels in Northern Greece…. In four vols. London 1835 (Φωτοανατὐπωση :Amsterdam, Adolf N. Hakkert. Publisher 1967), σελ. 143-144.
6. Ὁ ἴδιος, ὅ. π., σελ. 144.
7. Χαράλαμπος Μπούρας “Τὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Σταύρου Ἰωάννου στὰ Ἰωάννινα (1802 – 1822) : στὸ τόμο Ἐπώνυμα Ἀρχοντικὰ τῶν Χρόνων τῆς Τουκοκρατίας. Ἀθήνα : Σπουδαστήριο Ἰστορίας τῆς Ἀρχιτεκτονικῆς (ἐκδ. Χ. Μπούρας) Ε.Μ.Π. 1986, σς. 57-62.
8. Ὁ ἴδιος ὅ.π. ς. 57 α΄.
9. Σωκράτης Κουγέας, “Τὸ Ἠπειρωτικὸν Ἀρχεῖον τοῦ Σταύρου Ἰωάννου”: περιοδικὸ Ἠπειρωτικὰ Χρονικὰ 14, (1939), (=ὅλος ὁ τόμος).
10. Μπούρας, ὅ.π. σελ. 57. Μπούρας, ὅ. π. ς. 59, σχόλιο στοὺ στίχους 4-6 τῆς καταγραφῆς τῶν δαπανῶν τῶν 2 παρακάτω λογαριασμῶν.
11. Ὁ ἴδιος ὅ. π. ς. 60 σχόλιο στὸ στίχο 38.
12. Ὁ ἴδιος ὅ. π. ς. 59 στίχος 49 καὶ ς. 60, σχόλιο στὸ ἴδιο στίχο.
13. Νικ. Κ. Μουτσόπουλος, Μακεδονικὴ Ἀρχιτεκτονικὴ. Θεσσαλονίκη : Α.Π.Θ. 1971, σ. 213 “. . . “τσερτσιβέδες”, παράθυρα στὴ Βέρροια ποὺ τὸ κάτω φύλλο τους ἦταν συρτὸ καὶ ἄνοιγε κάθετα (ἐννοεῖ : κατακόρυφα ) πρὸς τὰ ἄνω . . . εἶχαν γυαλιὰ (τζάμια), πράγμα ποὺ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση στὸ λαὸ ὥστε ἔβγαλε καὶ σχετικὸ τραγούδι . . .” (γιὰ τὰ γυαλιὰ καὶ τοὺς τσερτσιβέδες).
Χρῆστος Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οἱ Παραδοσιακοὶ Χτίστες τῆς Πελοποννήσου. Ἀθήνα: ἐκδ. Οἶκος “Μἐλισσα” (1983), σ. 159 καὶ σημ. 4, “τζιάμ τζεριζεβέδες” σὲ ἐργολαβικὸ 12 Μαρτίου 1825, Ναύπλιο, μὲ τὸ νόημα – κατ’ἐμέ, – νὰ γίνουν τὰ ἀναφερόμενα κουφώματα τζαμωτὰ. Στὴν ἔννοια αὐτὴ πλησιάζει κάπως καὶ ἡ γραφόμενη ἀπὸ τὸν συγγραφέα ἐρμηνεία : “τσερτσεβέδες” ὀνομάζονται τὰ πλαίσια τῶν παραθύρων” καὶ αὐτὸ σὲ σὐγκριση μὲ τὴν ἄλλη – ἀπὸ ἄλλον ἀρυόμενη – ἐπεξήγηση “Σύστημα συγκρατήσεως τῶν ὑάλων διὰ πήχεων (ἀντὶ διὰ σοβὰ) . . . “ Βλ. Παρακάτω.
Ἀργύρης Πετρονώτης, “Πύργος Λαχανᾶ”…. Στὸ Πάνω Βαθὺ Σάμου: 1717” : “ Ἀρμὸς”, Τιμητικὸς Τόμος καθηγ. Ν. Κ. Μουτσόπουλου, Θεσσαλονίκη: ΑΠΘ. Τόμος Γ’ (1991), σελ. 1520: στὴν Ἀνατολικὴ Σάμο ”τσερτσεβές” ἤ “τζερτζεβές” εἶναι τὸ ἀνασυρόμενο τμῆμα ἤ καὶ ὅλο τὸ σχετικὸ ὑαλοστάσιο. Ἐνῶ στὸ Μαραθόκαμπο (Δυτικῆς) Σάμου εἶναι κάθε “τζαμιλίκι”, ὑαλοστάσιο
Κ. Τζαννετὴς).
14. LEAKE, ὅ, π. ς. 144.
15. Ε. Μπρούσκαρη “Ἔγγραφο αἰρετοκρισίας”: περιοδ. (Θησαυρίσματα, 19 (1982), σσ. 179, 190 (ἀλλὰ καὶ στὸ Ναύπλιο καὶ Πελοπόννησο).
* ** *
( Ὁ Ἀργύρης Πετρονώτης † διετέλεσε Καθηγητής Ἀρχιτεκτονικῆς στο Α.Π.Θ.)
(Δημοσιεύτηκε στο Δελτίο Πνευματικῆς Ἐνημερώσεως “Ηπειρωτική Ἐταιρεία” τεύχος αρ. 186 Μάρτιος 1992.


Σχολιάστε