ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ του Θεόδωρου Ν. Κώτσιου
(ο Πλεσιβιτσιώτης λόγιος έγραφε και στην εφημερίδα μας τα Νεα των Φιλιατών)
Όταν έρχονται οι χρονιάρες μέρες του χειμώνα, όλοι οι παλιότεροι- οι άνθρωποι των πόλεων σήμερα- νιώθουν ένα κενά μέσα τους, κάτι αισθάνονται να του λείπει, ολόκληρο το σπιτικό δεν του χωράει.
Όλα στο εσωτερικό τους είναι ανακατωμένα, και δεν μπορούν να βρουν τι τους φταίει και τι τους πειράζει.

Όσα καλά κι αν έχουν, ότι και να τους ΄δωκουν, όσες κασέτες με τοπικά τραγούδια κι αν ακούσουν, τίποτε δεν τους γιατρεύει. Σώνει και καλά, αυτό το διάστημα θέλουν παρέα, για να αλληλοδιηγηθούν εκείνα τα Χριστούγεννα τα παιδικά, που τα πέρασαν στο χωριό τους, και τα φέρνουν στη μνήμη τους φρέσκα, σαν να’ταν χθές.
Παραμονή Χριστουγέννων στο χωριό του καιρού εκείνου. Οι θύμισες αλληλοδιαδέχονται η μια την άλλη και μια κινηματογραφική ταινία ξετυλίγεται αργά και φέρνει στην οθόνη τα αλλοτινά, τα περασμένα.
Τα σπίτια τα κατάλευκα από παστράδα, τα τζάκια τα καπνίζοντα, τα παιδιά τραγουδώντας τα κάλαντα, τα αρνάκια που βελάζοντας αφήνουν την τελευταία τους πνοή για να μπουν στο ταψί και να ψηθούν στις γάστρες, τις κότες που δέχονται τη λεπίδα της νοικοκυράς και γέμιζαν τις κατσαρόλες, τους φούρνους που δούλευαν ολημερίς, τις πίτες που ετοιμάζονταν με τέχνη τα μπακάλικα που δεν προφτάνανε να εκτελούν παραγγελίες, τους ξενιτεμένους που κατέφθαναν και έπεφταν κλαίγοντας στις αγκαλιές των δικών τους. Όλα, μα όλα, φαίνονταν σαν ένα παραμύθι.
Οι καμπάνες χτύπαγαν τα ξημερώματα. Και σε λίγο, όλοι οι δρόμοι που οδηγούσαν στον Προφήτη Ηλία γέμιζαν κόσμο. Ένα ρυθμικό ποδοβολητό ακούγονταν από το άγγιγμα που έκαναν οι πρόκες των παπουτσιών στα καλντερίμια και το κρύο και ο ψιλοχιονιάς έκανε τους ανθρώπους να βιάζονται για να εισέλθουν γρήγορα στη θαλπωρή του ναού και να ακούσουν με κατάνυξη τα άγια γράμματα, το ¨η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει¨, το ¨Άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι¨.
Μέσα στην εκκλησία το αδιαχώρητο. Στο κεντρικό διάζωμα, όλη η δημογεροντία, στο δεξιό οι μεσαίες ηλικίες και στο αριστερό η νεολαία, διαρκώς κινούμενη, ορώσα και ψιθυρίζουσα. Το ασθενές φύλο, εισερχόμενο, άναβε τα κεράκια στα μανουάλια, ασπάζονταν τις ιερές εικόνες και κατευθύνονταν με σεμνότητα στο υπερώο, το γυναικωνίτη, που προστατεύονταν από ένα καφασωτό, τουτέστιν ένα σταυροειδές πλέγμα από λεπτές σανιδούλες, επιμελώς χρωματισμένες, οι οποίες άφηναν μικρά τετραγωνάκια, απ’ όπου κορίτσια, γυναίκες και γιαγιάδες, μπορούσαν να βλέπουν με ευκρίνεια όλα τα δρώμενα, χωρίς να φαίνονται, χωρίς να διακρίνονται, χωρίς να μπορούν τα αντρικά μάτια να εισχωρήσουν στο άβατο του υπερυψωμένου αυτού χώρου, το οποίο μόνο ο καντηλανάφτης επιτρεπόταν να επισκεφθεί, κι αυτός, αν χρειαζόταν να ανέβει στο κωδωνοστάσιο, για τα απαιτούμενα καμπανίσματα.
Πολλές φορές, οι ανερχόμενες την κλίμακα προς το άνω διαμέρισμα, καλλονές, περπατούσαν και έχαναν την ισορροπία τους, πράγμα που αποδιδόταν σε δυνατό μάτιασμα, αφού πληθώρα βλεμμάτων κατευθύνονταν επάνω τους και με τα ηλεκτρομαγνητικά τους κύματα, που τις βομβάρδιζαν, επηρέαζαν την ευστάθεια και την κανονική τους περπατησιά.
Μόλις από τα χείλη του ιερέα ψάλλονταν το τροπάριο της γέννησης του Θεανθρώπου, όλα τα παιδιά- εκατοντάδες νεαροί- έτρεχαν στο προαύλιο, που σαν τεράστια βεράντα εξουσίαζε σ’ όλους τους μαχαλάδες. Και από ‘κει με δυνατές φωνές, ρυθμικά επαναλάμβαναν το «όσοι πινακώσατε κι όσοι χουλιαρώσατε, ελάτε να πληρώσετε» θέλοντας, με αυτά τα λόγια, να επιπλήξουν και να τιμωρήσουν, όχι μόνο ηθικά, αλλά και οικονομικά, όλους εκείνους, που είχαν μείνει στις κουζίνες τους και στους οντάδες τους, και είχαν βάλει την αχνιστή σούπα στα ¨πινάκια¨ και με τα ¨χουλιάρια¨ ικανοποιούσαν του στομαχιού τις ορέξεις, ενώ ακόμη η λειτουργία συνεχίζονταν.
Όλη αυτή η οχλοβοή δονούσε το περιβάλλον, και ακαριαίος μεταφερόταν στις γειτονιές, και αυτομάτως, οι αναγκαστικά εναπομείναντες κατ’ οίκον, έβγαιναν στις εξώπορτες και κροταλούσαν δυνατά τα αχρησιμοποίητα ξύλινα κουτάλια, για να αποδείξουν ότι έμειναν πιστοί στις παραδόσεις, κι έτσι οι δυο πολυπληθείς ομάδες συναγωνίζονταν, με τα συνθήματα τους, ποια θα επικρατήσει, κι αυτό διαρκούσε για ώρα πολλή. Μόλις το πανδαιμόνιο, επί τέλους, εκόπαζε, μεγάλο μέρος του πληρώματος, υπό την πίεση και των επιθυμιών, λόγω και της αυστηρής νηστείας που προηγούταν της μεγάλης γιορτής, εγκατέλειπε το ναό, και βάζοντας στα πόδια φτερά, έφτανε γρήγορα γρήγορα στο σπίτι, όπου το στρωμένο τραπέζι, με την ποικιλία των εδεσμάτων, περίμενε όλη την οικογένεια σε συνεδρίαση πανηγυρική. Και με το ντόπιο γλυκόπιοτο κρασί συντροφιά, το κέφι ανέβαινε, η φωνή λαμπικάριζε και το τραγούδι ερχόταν μόνο του.
«Ποιος είδε τον αμάραντο σε τι βουνά φυτρώνει,
δίχως δροσιά δροσίζεται, δίχως αγέρα σειέται¨.
Τον τρων τα ‘λάφια και ψοφούν τ’αρκούδια κ’ ημερεύουν
Τον τρων τα λάγια πρόβατα και λησμονούν τα’ αρνιά τους»
Κι απ’ την απέναντι μεριά ανταπάνταγαν:
«Πήγαινα το δρόμο δρόμο,
το στενό το μονοπάτι,
βρίσκω μια χρυσή μηλίτσα,
που ‘ταν μήλα φορτωμένη
Έσκυψα να πάρω ένα,
Τα ‘χει αφέντης μετρημένα,
Κι Κυρά λογαριασμένα,
Κι απ’ το μέτρο ούτε ένα
Περισσεύει για τε ‘σενα»
Έτσι έπεφτε η αυλαία της Άγιας νύχτας, της Χριστουγεννιάτικης. Όλα όμως αυτά στο χωριό του καιρού εκείνου. Στο χωριό, που ενώ μεγάλωσε αγάλια αγάλια και μεσουράνησε, έδυσε και μίκρυνε απότομα, σωριάστηκε, παράκμασε, παρασύρθηκε άτακτα από τα δεινά της αστυφιλίας. Στο χωριό, που τώρα έχει αναλωθεί σε αισθήματα και αναμνήσεις, σε επιθυμίες και ονείρατα. Στο χωριό, που έμεινε μόνο για υλικό της ¨Τέχνης¨.
Σχολιάστε