Ετσι για το χρόνια πολλά στη σημερινή γιορτή του!

Φίλοι, συμπατριώτες και χωριανοί, αν και είμαι στην άλλη άκρη της γης, η καρδιά μου στο Φιλιάτι βρίσκεται. Και όταν πρωτοδιάβασα την Φιλιατιώτικη εφημερίδα ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ τους έγραψα ¨Σας διαβάζω και μου παίρνετε τον πόνο…¨ και αυτοί μου απάντησαν: ¨…αυτό θέλουμε κι αν το καταφέρνουμε το καταφέρνουμε χάρη σε εσάς και την αγάπη σας¨ Κι αποφάσισα να ασχοληθώ με το γράψιμο των Αναμνήσεων που άρεσαν στο κόσμο πολύ, και αγάπησαν τα γραπτά μου. Αν και δεν νομίζω ότι έκανα κάτι σπουδαίο, έγραφα κάποια στιγμιότυπα που θυμόμουνα από τότε που ζούσα εκεί. Κάποιες μικρές καθημερινές ιστορίες, από τις τόσες που γινότανε- κάθε μέρα. Γιατί τότε η ζωή ήτανε πιο φτωχή, δεν υπάρχον οι σημερινές δυνατότητες, αλλά ήταν πιο δεμένες οι ανθρώπινες σχέσεις, οι παρέες. Το σινεμά του Δάλλα είχαμε, η το κέντρο του Μέμμου και του Γρηγόρη Δήμου, που πηγαίναμε να ακούσουμε το ηλεκτρόφωνο και να πιούμε κάνα ουζάκι με καυτερή πιπεριά. Περιμέναμε την Πέμπτη το Παζάρι να γαμπρίσουμε με καμιά κοπέλα από τα γύρω χωριά και την Κυριακή να δούμε κανέναν αγώνα του ΑΡΗ. Το καλοκαίρι πηγαίναμε και για κάνα μπάνιο, με το λεωφορείο του Πέτρο Γούλα η του Βαγγέλη Τσίγκου. Μικρό το Φιλιάτι, κι κάτοικοι του λιγότεροι. Ήξερε ο ένας τον άλλο και μία ήταν η βασική ανησυχία μας, να βρούμε δουλειά για να βγάλουμε τον επιούσιο. Τη ζωή όμως την αντιμετωπίζαμε με καλαμπούρια και πλάκες που αλάφραιναν την φτώχια. Πλάκες που ακούγονται ακόμη και σήμερα. Νέος τότε και παιδί της πιάτσας που λέμε, είχα το ταλέντο να βγάζω παρατσούκλια που ακούγονται ακόμα και σήμερα. Θα σας γράψω μερικά από τα τότε καλαμπούρια, για να τα θυμηθούν οι παλιοί και να τα μάθουν οι νεότεροι:

– Με τον Λία Καραμπίνα και τον Γιώργο Ζώη από το Φοινίκι ήμουνα αχώριστος φίλος, αν και μικρότεροι στην ηλικία. Αυτή η φιλία κρατάει ακόμη και τα αισθάνομαι σαν αδέλφια, όταν έρχομαι στην πατρίδα κλαίμε κι τρεις παρέα, θυμούμενοι τα παλιά κατορθώματα μας. Εκτός από τον Λία και τον Γιώργο καλοί μου φίλοι ήτανε και ο Τέλης Αναστασίου, ο Σπύρο Μαντζούκης (Μπαρτζόκας), ο Μπάμπης της Αθηνάς, ο Μάκη Ρόμπολας και πολλά παιδιά της τότε εποχής από όλη την περιοχή μιας και δουλεύοντας το φορτηγό έφερνα γύρα και γνώριζα κόσμο. Εκείνη η εποχή, είναι αλήθεια ότι ήταν μια εποχή ποιο ανθρώπινη.
2 Δυο Φιλιατιώτες στις σκοπιές
«Ήτανε τότε στα δύσκολα χρόνια γύρω στο ‘57, μετά τον μεγάλο πόλεμο, που η ζωή άρχιζε να βρίσκει τους ρυθμούς της κι ο τόπος να ησυχάζει. Όμως οι κυβερνήσεις του καιρού κρατούσαν τον κόσμο σε ετοιμότητα, με τα ΤΕΑ, Αεράμυνες κλπ. Με είχαν καλέσει κι εμένα, στα ΤΕΑ, αμούστακο παλικαράκι. Δεν είχα πάει ακόμη στο στρατό. Ο Γιώργος είχε τελειώσει το στρατό και ήταν κι αυτός στα ΤΕΑ. Δύσκολα χρόνια.

Μια μέρα λοιπόν μας κάλεσε ο διοικητής των ΤΕΑ, εμένα τον Γιώρη και 4 άλλα παιδιά και μας διέταξε να στήσουμε ενέδρα μόλις θα νύχτωνε, γύρω από τη Σπάταρη. Έτσι κι έγινε. Μόλις άρχισε να πέφτει η νύχτα μαζευτήκαμε εκεί που είχαμε κανονίσει ραντεβού, με πλήρη εξάρτιση. Με το που ανταμώσαμε αρχίσαμε τα καλαμπούρια και τα πειράγματα, για να μας φύγει κι αγωνία που περνάγαμε, μ’ αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση. Κατόπι καθίσαμε και φάγαμε κάτι λίγα που είχαμε πάρει από τα σπίτια και καταστρώσαμε το σχέδιο δράσης… Εκεί που κουβεντιάζαμε ψιθυριστά για το πώς θα χωριστούμε και πού θα πάει η κάθε ομάδα, ακούσαμε να έρχεται κάποιο ζωντανό. Κινηθήκαμε και πιάσαμε θέση στις ντούφες με το όπλο στο χέρι. Μόλις κοντοζύγωσε η σκιά ξεχωρίσαμε έναν Σπαταρίτη καβάλα σε γομάρι- να ‘ρχεται καταπάνω μας αμέριμνος. Άλτ- φωνάξαμε με τα όπλα προτεταμένα.. Λαχτάρισε ο άνθρωπος μεσ’ στο σκοτάδι, του φάνταξαν και τα όπλα που γυάλιζαν. -Αμάν όρε παιδιά, μας είπε, από τη Σπάταρη είμαι, άργησα στο παζάρι στο Φιλιάτι… Τον γνώριζε καλά ένας από εμάς κι έτσι τον αφήσαμε κι έφυγε ο άνθρωπος, κοψοχολιασμένος. Εμείς συνεχίσαμε να καταστρώνουμε το σχέδιο και χωριστήκαμε σε 3 ομάδες των 2 ατόμων κι αφού κανονίσαμε τι ώρα θα βρισκόμασταν το πρωί, τραβήξαμε για τα πόστα που είπαμε πως θα πρέπει να φυλάμε. Εγώ ήμουνα με τον Γιώρη και είχαμε πόστο κοντά στη Σπάταρη, εκεί κουρνιάσαμε σε μια λακιά να μας κόβει τον αέρα. Όμως σαν μούζγκωσε για τα καλά άρχισε να μας μαζεύει το κρύο. Πηδάγαμε και κάναμε διάφορα κόλπα να ζεσταθούμε, αλλά τίποτε. Το κρύο μας περόνιαζε. Όρε μου λέει ο Γιώρης, θα ψοφήσουμ’ εδώ, δεν πάμε εκεί για πάρα πάνω, που είν’ το σπίτι του Θύμιο Μίγγου. Ναι, του είπα ‘γω, με χαρά μεγάλη, ούτε το κρύο αντέχω- ούτε την πείνα. Μια και δυο φτάσαμε σπίτι του Θύμιου, χτυπήσαμε την πόρτα και μας άνοιξε ο ίδιος ο Θύμιος που μας γνώριζε και τους δυο. «Άστε μέσα μαυρόπαιδα, θα σας φάει το κρυγιώτι»- είπε. Μας έβαλε σπίτι, πιάσαμε την κουβέντα, μας έδωσε και φάγαμε, μας έδειξε και δυο κρεβάτια. «κόψτε το δίπλα και μη χολιάζεται, κανένας δε θα σας χαλέψει» είπε κι έφυγε δίπλα. Τι να κάναμε, ο πειρασμός (τα κρεβάτια) ήταν μπροστά κι ζέστη της φλοκάτης μας τράβηξε. Το ρίξαμε λοιπόν στον ύπνο και σχωράγαμε τον καλόκαρδο αυτό άνθρωπο, τον μπάρμπα Θύμιο.
Πρωί πρωί την άλλη μέρα πήγαμε και συναντήσαμε τους υπόλοιπους… Τι να ‘βλεπες! Ήτανε οι δόλιοι, σε μαύρο χάλι, ξάγρυπνοι, τουρτούριζαν από το κρύο και την πείνα, νίλα. Κοίταγαν κι εμάς που ήμασταν φρέσκοι και χορτάτοι κι απορούσαν. Εμείς, κουβέντα δεν είπαμε για το τυχερό μας. Και δεν τολμήσαμε ποτέ να το πούμε, δύσκολοι καιροί τότε. Μόνο σαν ανταμώνουμε με τον Γιώρη το θυμόμαστε και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια. Να ‘σαι καλά Γιώργη μου με την ιδέα σου. Την επόμενη φορά που θα έρθω στο Φιλιάτι θα πάμε να ανάψουμε ένα κερί στο Θύμιο Μίγγο, θα παραγγείλω και μια βέργα Κοκορέτσι- που σου αρέσει- να το λιανίσουμε οι δυο μας.
Υ.Γ. Ο Γιώργος της ιστορίας μας είναι ο καλός μου φίλος Φιλιακιώτης Γιώργος Στρουγγάρης.
(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ Φ.77 Οκτώβριος 2005)
Σχολιάστε