
Ο Μιχάλης Κώτσης γεννήθηκε στου Τσαμαντά Φιλιατών το 1918 κι έφυγε απο τη ζωή το 2006, στο Φιλιάτι όπου έζησε τα τελευταία 60 χρόνια. Ηταν από οικογένεια μαραγκών, ο πατέρας του Γιωργάκης, τα αδέλφια του πατέρα του Κώστας και Γιάννης αναλάμβαναν οικοδομές, στέγη, πάτωμα, κουφώματα και έπιπλα. Το 1928 το τακίμι των μαραγκών βρέθηκε στην Κόρινθο, που είχε αρχίσει να ανοικοδομείτε μετά τους καταστροφικούς σεισμούς.
Ο Γιωργάκης Κώτσης πήρε μαζί τον δεκάχρονο Μιχάλη και τον έστειλε σε σχολειό της Κορίνθου στη 4η τάξη- αλλά γρήγορα τον πήρε αφού όλα τα παιδιά έκαναν παράπονα ¨ο Ηπειρώτης μας πειράζει¨. Ήταν ζωηρός γιαυτό τον πήρε μαζί του -στο χωριό δεν άφηνε ήσυχες της 3 αδελφές του Μαρίνα, Βασιλική και Κούλα. Αφού στο σχολείο δεν το δέχονταν τον πήγε σε ένα μεγάλο Ξυλουργείο της Κορίνθου, στου Φουριώτη. Εκεί ο Μιχάλης έμαθε την χρήση των μηχανοκίνητων εργαλείων ξυλουργικής, κορδέλα, πλάνη, τρυπάνι, εργαλείο κλπ. Όταν τέλειωσε ο πόλεμος και μπήκαν οι Γερμανοί, υπηρετούσε στην αεροπορία, άφησε τη σκοπιά στο Τατόι και ήρθε- μαζί με άλλα παιδιά- με τα πόδια στου Τσαμαντά. Τα χρόνια της κατοχής και της πείνας πήγαινε με τον πατέρα Γιωργάκη και τους μπαρμπάδες και δούλευαν κυρίως σε χωριά στην Αλβανία. Πνεύμα ανήσυχο εντάχθηκε στο ΕΑΜ, από τον αξιωματικό Θόδωρο Βήτο- που είχε πάει γι αυτό το σκοπό στου Τσαμαντά. Ακολούθησαν δύσκολα χρόνια, τις μέρες της Πασχαλιάς του ’44 οι Γερμανοί έκαψαν 7 σπίτια στου Τσαμαντά, τα 5 ήταν των Κωτσαίων. Στις 18/3/1948 το πήγαν εξορία, πρώτα στη Μακρόνησο, μετά στον Αϊ Στράτη- έως Απρίλη 1950. Δεν ήταν μόνος, ήταν γύρω στα 25 άτομα από την περιοχή: Πρόδρομος Τσάτσας, Μιχάλης Λιανός, Σπύρος Λιανός, Αντώνης Καραμπίνας, Αλέκος Ντάγκας, Καράς, Κέντρος, Ευφροσύνη Γιάν. Κόντη, Αηδόνι Τσούλης-Σίδερη, Ευφροσύνη Βαξοβάνου, Θωμά Βρύσης- Ηγουμ. Μάνθος Ταβαντζής Όταν υπόγραψε τη δήλωση τον άφησαν κι επέστρεψε στα πάτρια. Στο Φιλιάτι δηλαδή, οπού είχαν εγκατασταθεί οι Κωτσαίοι, αφού τα σπίτια στου Τσαμαντά τους τα είχαν κάψει. Εκείνη τη χρονιά παντρεύτηκε την Χρυσάνθη Ηλία Αγγελόπουλου.

Ο πεθερός του Ηλίας Αγγελόπουλος, πολυτάλαντος μηχανικός- τον βοήθησε να στήσει στην Πλεσίβιτσα το πρώτο μηχανοκίνητο Ξυλουργείο της Θεσπρωτίας. Το εγκατέστησε στο Πλαίσιο γιατί εκεί είχε αρχίσει η ανοικοδόμηση- μετά το κάψιμο της από τους Γερμανούς και οι Πλαίσιοι είχαν λεφτά. Έστησαν το ξυλουργείο κάτω από την εκκλησιά, εκεί που είναι τώρα το μνημείο, με προσωπικό και από το Πλαίσιο- όπως ο Βενέτη Ταβαντζής, θείος της γυναίκας του Χρυσάνθης και 4-5 παιδιά από το Φιλιάτι. Όμως την άνοιξη του 1951 τον πήραν πάλι εξορία τον Μιχάλη, για 3 μήνες- αυτό ήταν το τέλος για το Ξυλουργείο στο Πλαίσιο.
Όταν τον πήραν απ το Πλαίσιο για την εξορία- όπως θυμάτ’ η μάνα μου-, στο δρόμο που περνάγαμε οι Πλαίσιοι έκλειναν τις πόρτες και τα παράθυρα. Μόνο η θεία μου η μάννα του Παναγιώτη Στεργίου ήρθε και μας βοήθησε. Την ίδια ώρα ο άντρας της στο καφενείο ς έλεγε ¨ευτυχώς που τον πήρανε, θα είχε κάνει όλες τις γυναίκες κουμουνίστριες¨. Ο αστυνομικός- γαμπρός μετέπειτα στο Πλαίσιο, στου Σάρρα- μου εξομολογήθηκε πως είχε πάρει έγγραφη κατάθεση- καταγγελία εξ αιτίας της οποίας πήγε για 2η φορά εξορία ο Μιχάλης, ¨ήρθε ένα παιδί από το Φιλιάτι, που δούλευε στο Ξυλουργείο (είπε το όνομα αλλά ας μείνει έτσι), δασκαλεμένο βέβαια και μου δήλωσε¨- το βράδυ έρχονταν αντάρτες στο Ξυλουργείο και συναντιούνταν με τον μάστορα, εγώ είχε ανέβει στη σκεπή αναμέρισα τα κεραμίδια και τους είδα.¨ Αυτά περίπου έγραφε η καταγγελία. Όταν μετέφερα αυτά που μου είπε ο χωροφύλακας στον Μιχάλη, μου είπε ¨αυτόν υποψιαζόμουν αλλά αναρωτήθηκε απλοϊκά … το ξυλουργείο δεν είχε κεραμίδια- τσίγκους είχε! Τι τους ένοιαζε η αλήθεια, την υπογραφή ήθελαν…

Ο πατέρας του Μιχάλη, ο Γιωργάκης διατηρούσε ένα μικρό ξυλουργείο με την βοήθεια και τον αδελφών του Κώστα και Γιάννη, στο Βλαχομαχαλά, απέναντι από το κρεοπωλείο του Μπουκουμάνη- ένα κτίριο που ανήκε στο μοναστήρι του Αϊ Γιώργη της Καμύτσιανης. Σε εκείνο το ξυλουργείο ξεκίνησε την νέα του επιχείρηση ο Μιχάλης. Ο πεθερός του Ηλίας Αγγελόπουλος τον βοήθησε πάλι και έστησε το μηχανοκίνητο ξυλουργείο. Μια μηχανή LISTER βενζίνης έδινε κίνηση σε λουριά και αυτά στα επιμέρους μηχανήματα, κορδέλα, τρυπάνι και πλάνη- ιδιόχειρες κατασκευές οι δυο τελευταίες του πολυμήχανου Ηλία Αγγελόπουλου.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν καλά για την οικοδομή και τα συναφή επαγγέλματά της. Υπήρχε πολύ δουλειά και πολλοί νέοι της εποχής πήγαν να εργασθούν στο ξυλουργείο. Από του πρώτους που δούλεψαν ήταν ο Νίκος Μέμμος- θυμάμαι μου έλεγε πως τη δεκαετία του ’50 είχαμε πάει ολόκληρο συνεργείο και φτιάξαμε το διοικητήριο στη Φιλιππιάδα. Εκείνη την περίοδο εργάσθηκαν στο ξυλουργείο οι:

Μιχάλης Λιανός- κουμπάρος και σύντροφος του Μιχάλη Κώτση, Νίκος Μέμμος, Λάκης Μέμμος, Σωτήρης Βρακάς, Σιάφος Λώλης, Στέλιος Σίσκος,


Τάκης Γάκης από τη Βρυσέλλα, Γιώργος Σωτηρίου- από το Φοινίκι, Βασίλης Σταύρου, Ηλίας Κυρίτσης κ.α. Επίσης είχε και εξωτερικού συνεργάτες όπως τους Χρήστο Πάσχο (Κίτσιο Ζιαγούρας), Ηλία Στρουγγάρη (Γκαβέτσος ή Φρίγκα), Γιώργο Λιανό, Βαγγέλη Δάλλα, Βενέτη Ταβαντζή και άλλους πολλούς.

Μετά την πρώτη φουρνιά εργαζόμενων δούλεψαν στο ξυλουργείο και οι Στέφανος Κυρίτσης, Χρήστος Κυρίτσης, Γιώργος Καλύβας, Μιχάλης Καλύβας, Γιώργος Ζώης (Σιορόκος), Γιώργος Μαντέλος (Μπελέτσης), Γιώργος Ιωάννου, Πέτρος Στασιάς (Πέτσης), Νίκος Παπαδημητρίου (Σαγιαδινός), Κώστας Γεωργίου (Τάταρος), Τάκης Μέμμος, Χριστόφορος Μπέλλος και άλλοι. Ο Μιχάλης διατηρούσε καλές σχέσεις και με τους άλλους ξυλουργούς των Φιλιατών, Γκιζά και Κίτσιο Σταύρου (Ταβαντζή)- ο Μιχάλης Σταύρου είχε δουλέψει κι αυτός ένα φεγγάρι στο ξυλουργείο του Μιχάλη Κώτση.




Τέλος της δεκαετίας του ’70 ο Μιχάλης συνταξιοδοτήθηκε και το ξυλουργείο έκλεισε- μαζί και η ιστορία του Ξυλουργείο! Τη συνέχεια του Μιχάλη και της Χρυσάνθης δίνουν τα παιδιά τους Γιώργος και Δημήτρης, και τα εγγόνια τους Μιχάλης, Αλέξανδρος, Αλέξανδρος του Δ. Ελένη και Ραφαηλία!
Σχολιάστε