Ριζοσπαστική Ιδεολογία και νοοτροπία της βίας: «Τα σπάω σύρριζα, δεν πληρώνω τα σπασμένα, βρίζω και τον νοικοκύρη. Και δηλώνω περήφανα προοδευτικός και δημοκρατικός: αγωνίζομαι για την ποιότητα(!) των θεσμών»

Γιώργος Μαστορίδης
Ο ριζοσπαστισμός ως πολιτικός όρος ετυμολογικά προέρχεται από τη «ρίζα», το θεμέλιο μιας οντότητας, δράσης ή συλλογικότητας, το ρήμα «σπάζω» και την κατάληξη –ισμός. Η σχετική ιδεολογική ιδιότητα «ριζοσπαστικοποίηση» (radicalization) στην Ευρώπη χαρακτηρίζει τόσο τη ριζοσπαστική Ακροδεξιά όσο και τη ριζοσπαστική Ακροαριστερά. Τα απώτερα στάδια ολοκλήρωσης της ριζοσπαστικοποίησης ως ιδεολογικής και πολιτικής διαδικασίας σύμφωνα με τους πολιτικούς επιστήμονες καταλήγουν στον βίαιο εξτρεμισμό (violent extremism) και την τρομοκρατία (terrorism).
Μια ριζοσπαστική ιδεολογία και πολιτική πηγαίνει στις ρίζες των πολιτικών πραγμάτων, υπόσχεται και προετοιμάζει την ανατροπή της ισορροπίας δυνάμεων και την επαναθεμελίωση της κοινωνικής οργάνωσης. Η αριστερή ριζοσπαστική θεωρία αποτελείται από τρεις συνιστώσες: «ξεκινάει με το όραμα της ριζικής αλλαγής (η φαντασιακή συνιστώσα), αναλύει τον συσχετισμό κοινωνικών δυνάμεων (η επιστημονική συνιστώσα) και προτείνει το πολιτικό σχέδιο και την στρατηγική για την επιτυχία του (πολιτική παρέμβαση)».
1. Ιδεολογίες της βίας
Το «ριζοσπαστικό» κίνημα από τη φύση του είναι βίαιο, σπάει τις ρίζες, ξεριζώνει ένα σύστημα, μία δομή ή έναν τρόπο σκέψης. Ο ριζοσπαστισμός επομένως είναι ιδεολογία αντιδιαλεκτική, κοινωνικά διχαστική και πολιτικά αντιδημοκρατική. Η τοξικότητα, ταξικότητα και η βίαιη διχαστικότητα είναι υπαρξιακά ιδεολογικά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Οι ριζοσπάστες όχι μόνο δεν αποκλείουν, όπως οι δημοκράτες, τη χρήση βίας αλλά την επιδιώκουν ως μέσο πάλης για «ταξικές πολιτικές και κινήματα, για ταυτοτικές και δικαιωματικές εκστρατείες». Κατηγορούν μάλιστα υποκριτικά τους αντιπάλους ως παράγοντες πολιτικής αποσταθεροποίησης, ενώ στην πραγματικότητα συνειδητά υποβαθμίζουν την ποιότητα των δημοκρατικών θεσμών με κινηματικές και ριζοσπαστικές πρακτικές, αντικοινωνικές και αντιδημοκρατικές, επικίνδυνες όχι μόνο για την κοινωνία και την οικονομία αλλά και για την ίδια τη δημοκρατία.
Για παράδειγμα, ο αρχηγός της ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης ως θεσμικός παράγοντας πρόσφατα δήλωσε για τους θεσμούς: «Θέλω να ελπίζω και ελπίζω ότι σε αυτή την χώρα οι θεσμοί της Δημοκρατίας λειτουργούν ακόμη». Ωστόσο, ο ίδιος εξακολουθεί να δηλώνει ανενδοίαστα και προκλητικά: «Οι Καταλήψεις είναι Μέσο Πάλης και Αγώνα». Προφανώς, επειδή ο ίδιος επιβραβεύτηκε πολιτικά ως φανατικός ριζοσπάστης, συντονιστής των μαθητικών καταλήψεων κατά τη δεκαετία του ’90, παραμένει αμετανόητος και πιο επικίνδυνος, εφόσον αδυνατεί ακόμα και σήμερα να αναγνωρίσει την κοινωνική παραβατικότητα, την δημοκρατική αντιθεσμικότητα και την οικονομική καταστροφικότητα των Καταλήψεων.
Αυτός ακριβώς είναι ο Αριστερός Ριζοσπαστισμός. Αυτή είναι η Ριζοσπαστική Ιδεολογία και νοοτροπία της βίας: «Τα σπάω σύρριζα, δεν πληρώνω τα σπασμένα, βρίζω και τον νοικοκύρη. Και δηλώνω περήφανα προοδευτικός και δημοκρατικός: αγωνίζομαι για την ποιότητα(!) των θεσμών». Βεβαίως, αυτή η αντικοινωνική Ιδεολογία και νοοτροπία της βίας εκφράζει μόνο την ηγεσία και ένα μικρό τμήμα των μελών των ριζοσπαστικών κομμάτων. Δεν αντιπροσωπεύει το μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων τους. Ωστόσο, οι πολίτες οφείλουν να προβληματίζονται με ποιες μεθόδους το εκλογικό ποσοστό των Συνασπισμένων Ριζοσπαστών της Αριστεράς από το 5% το 2008 εκτινάχθηκε το 2015 στο 35% και γιατί δεν συνεργάστηκαν με δημοκρατικά κόμματα, όπως «το Ποτάμι», αλλά προτίμησαν την Ακροδεξιά του Καμμένου. Αξίζει να θυμούνται, διότι μπορεί οι ακραίες ριζοσπαστικές πρακτικές του παρελθόντος, όπως ο σταλινισμός και ο ναζισμός, να έχουν ηττηθεί όμως οι νοοτροπίες δεν έχουν χαθεί ολοσχερώς. Οι πολίτες πρέπει να γνωρίζουν επίσης ότι η άμεση συνέπεια της ριζοσπαστικής ιδεολογικής βίας και απάτης είναι φτωχοποίηση των ατόμων και του κοινωνικού συνόλου. Για την παραγωγή πλούτου και την κοινωνική ευημερία, όπως έχει αποδειχθεί και ιστορικά, είναι απαραίτητη η δημοκρατική ιδεολογία του διαλόγου και της συνεργασίας.
2. Οι Καταλήψεις ως «αριστερός θεσμός»
Οι Καταλήψεις παγκοσμίως είναι αντιδημοκρατικό μέσο πάλης και κομματικού αγώνα. Αποτελούν κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, των ατομικών ελευθεριών, καθώς και των όρων της ίδιας της δημοκρατίας. Με τα κινήματα «Δεν Πληρώνω» και τις Καταλήψεις τα ριζοσπαστικά Κόμματα ουσιαστικά λειτουργούν πολιτικά ως «αντάρτες σε μια κοινωνία και πολιτεία σε παρακμή». Και πραγματικά, είναι τραγικό και δημοκρατικά αδιανόητο τα ριζοσπαστικά Κόμματα της Αντιπολίτευσης να παραδίδουν μαθήματα ριζοσπαστικής αντιθεσμικότητας, ιδεολογικοπολιτικής μπαχαλοποίησης, και απαξίωσης των δημοκρατικών θεσμών.
Οι οδυνηρές και καταστροφικές συνέπειες των Καταλήψεων στην κοινωνία και την οικονομία είναι γνωστές και αναμφισβήτητες:
1.Καταστροφή δημόσιας περιουσίας που αποκτήθηκε με βαριά φορολόγηση των πολιτών, επιχειρήσεων και νοικοκυριών.
2.Άπειρες χαμένες ώρες διδασκαλίας σχολικών και πανεπιστημιακών μαθημάτων στη Δημόσια Εκπαίδευση.
3.Αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων για ιδιωτικά φροντιστήρια.
4.Κατακόρυφη μείωση της αξίας των ελληνικών πτυχίων, όταν οι απόφοιτοι κάνουν αίτηση για μεταπτυχιακά σε Πανεπιστήμια του Εξωτερικού.
5.Όχημα προώθησης αναρχικών, ριζοσπαστικών, αντιφιλελεύθερων ιδεών και απόψεων.
6.Παρεμπόδιση των συγκοινωνιών με αδυναμία εφαρμογής ακόμα και του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας.
7.Μετατροπή πανεπιστημιακών χώρων σε «στέκια» διακίνησης ναρκωτικών ή/και οπλισμών.
Η τάση της ριζοσπαστικοποίησης και του βίαιου εξτρεμισμού αποδοκιμάζεται ιδεολογικά και εκλογικά σε όλες τις αναπτυγμένες δημοκρατικές κοινωνίες. Στη χώρα μας παραμένει επίκαιρη ως δημοκρατική πυξίδα η φράση που διατύπωσε ο γέρος της δημοκρατίας, ο Γεώργιος Παπανδρέου: «Το πολιτικό φρόνημα είναι ελεύθερο, αλλά οι παράνομες πράξεις διώκονται και τιμωρούνται». Η δημοκρατία είναι τόσο ανεκτική, ώστε να ανέχεται όλες τις ιδέες. Όμως τιμωρεί, και πάντως δεν επιβραβεύει τις βίαιες πράξεις, οι οποίες στρέφονται κατά της κοινωνίας και της πολιτείας.
Η παραβίαση από τους ριζοσπάστες όλων των ατομικών ελευθεριών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων με τις ριζοσπαστικές παρεμβάσεις των Καταλήψεων, με τα κινήματα της Πολιτικής Ανυπακοής στους δημοκρατικούς νόμους και τους πολιτειακούς θεσμούς, είναι συστηματική και υποκριτική. Όταν δηλώνουν υπέρ των δικαιωμάτων, εννοούν τα ιδιαίτερα δικαιώματα της ομάδας ή της παρέας ή του κόμματος και όχι τα δικαιώματα των πολλών. Χωρίς όμως την συνεκτίμηση και την αίσθηση του γενικού συμφέροντος για την ευτυχία όλων των ανθρώπων και την κοινωνική συνοχή, οδηγούνται σε εκδοχές του ολοκληρωτισμού, σηματοδοτούν την επιβολή μιας τυραννικής συμπεριφοράς των ολίγων της μειοψηφίας επί των πολλών της πλειοψηφίας. Η πολιτική διαστροφή τους φτάνει στο σημείο μερικοί ριζοσπάστες να υποστηρίζουν ότι ορισμένες τρομοκρατικές ενέργειες, ακόμα και ριζοσπαστικές δικτατορίες, είναι… «σύρριζα ανθρωπιστικές», επειδή δήθεν «είναι με τον άνθρωπο».
Αν μισούν κάτι τα ριζοσπαστικά κόμματα και μάλιστα τα ολοκληρωτικά, δηλαδή όλες οι εκδοχές του ριζοσπαστικού φάσματος, είναι το πολίτευμα των πολλών, η κοινωνική δημοκρατία. Ενώ μάλιστα στην πολιτική τους δράση αποδεικνύονται αδίστακτοι εχθροί του δημοκρατικού πολιτεύματος, για να εξαπατήσουν τους πολίτες, αυτοαποκαλούνται ρητορικά κομματικές δυνάμεις «δημοκρατικές και προοδευτικές».
Συμπερασματικά, η ριζοσπαστική ιδεολογία ως πολιτική σκέψη και δράση, είτε είναι ακροδεξιά είτε ακροαριστερή, υπονομεύει επικίνδυνα όχι μόνο τους δημοκρατικούς θεσμούς του κράτους δικαίου, αλλά και την ευημερία του κοινωνικού συνόλου. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι χώρες με την καλύτερη λειτουργία των θεσμών προσφέρουν το ανώτερο επίπεδο ποιότητας κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Στις χώρες αυτές ο αναρχισμός και ο ακραίος ριζοσπαστισμός αντιμετωπίζονται ως ιδεολογικά ναρκωτικά των πολιτών.

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2022 https://www.politistikomellon.eu/2023/
Σχολιάστε