Οι εκλογές στην Ιταλία ως πολιτικό γεγονός – Άμεση παραίτηση του ηττημένου των εκλογών Ενρίκο Λέτα – Εκλογική αποδοκιμασία των κομμάτων του ολοκληρωτισμού –Αναζήτηση
και στήριξη της αντικειμενικής πολιτικής αλήθειας

Γιώργος Μαστορίδης
Οι πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στη γειτονική Ιταλία στις 25 Σεπτεμβρίου 2022 προκαλούν συνειρμούς για τα πολιτικά ήθη, την πολιτική πραγματικότητα και τις συμπεριφορές πολιτών και κομματικών ηγετών. Ταυτόχρονα ανακαλούν μνήμες από την Ιταλική πολιτική Ιστορία για την πολιτική αλήθεια. Ο Ιταλός φιλόσοφος Αντόνιο Γκράμσι, όταν εξέδιδε την επαναστατική εφημερίδα «Ορντινε Νουόβο» («Νέα Τάξη»), είχε βάλει στην προμετωπίδα της τη φράση του γερμανού σοσιαλδημοκράτη, Φερδινάνδου Λασάλ: «Το να λέει κανείς την αλήθεια είναι επαναστατικό».
Κάθε κοινωνία έχει βεβαίως πολιτικές ιδιομορφίες και ιδιαιτερότητες, ωστόσο από τη σύγκρισή τους προκύπτουν αξιοσημείωτες παρατηρήσεις και συμπεράσματα για τα ιδεολογικά ρεύματα, το δημοκρατικό ήθος και την υπευθυνότητα των πολιτικών ηγετών, για τον τρόπο λειτουργίας και την κοινωνική απήχηση των πολιτικών κομμάτων, γενικότερα για την πολιτική αλήθεια και τις κομματικές αναλήθειες:
α) Το παλαιό πολιτικό δίπολο Αριστερά – Δεξιά, το οποίο στη σύγχρονη λαϊκή πολιτική συνείδηση εκφράζεται με τη γνωστή ρήση για τον ακριβή προσδιορισμό μιας τοποθεσίας, «Δεξιά, όπως ανεβαίνεις και Αριστερά, όπως κατεβαίνεις», στην Ιταλία και σε άλλες χώρες έχει αντικατασταθεί από ένα νέο διπολισμό, την πολιτική αντιπαλότητα μεταξύ Δημοκρατισμού και Ριζοσπαστισμού. Ο δημοκρατισμός βασίζεται περισσότερο στην αντικειμενική πολιτική αλήθεια, με βασικό κριτήριο και προοπτική την κοινωνική ευημερία, ενώ ο ριζοσπαστισμός, επειδή σε μεγάλο βαθμό αποσκοπεί στο κομματικό συμφέρον και στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην αναλήθεια και την προπαγάνδα, είναι επιρρεπής στη δημαγωγία.
β) Σε όλες τις δημοκρατικές χώρες υπάρχει το πρόβλημα του κομματικού ψεύδους, της δημαγωγίας και του λαϊκισμού. Ο πολιτικός λαϊκισμός (ποπουλισμός< ιταλ. πόπολο< λατιν. populus) είναι επικίνδυνος, γιατί προβάλλει εξωπραγματικά και παράλογα αιτήματα και αφορά τόσο την ακροδεξιά όσο και την ακροαριστερά. Με δημαγωγικά οράματα, ανέφικτα προγράμματα και ριζοσπαστικά θαύματα, εξαπατά και εγκλωβίζει μεγάλες κοινωνικές ομάδες με άμεσο κίνδυνο την πρόκληση κοινωνικής αναταραχής. Ο Γκράμσι δεν υποστήριζε τις διάσπαρτες, ορμέμφυτες εκδηλώσεις, εξεγέρσεις και διεκδικήσεις δικαιωμάτων· ήταν σθεναρά αντίθετος με την ιδέα του λαϊκισμού.
γ) Το άλλοτε πανίσχυρο Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα συγκέντρωσε για την Γερουσία μόλις 70.961 ψήφους, ήτοι ποσοστό 0,26 %, σε όλη την ιταλική επικράτεια. Η 95χρονη (!) μάλιστα θρυλική ηθοποιός του κινηματογράφου Τζίνα Λολομπρίτζιτα, υποψήφια στην εκλογική περιφέρεια του Λάτσιο, παρά το ότι συγκέντρωσε λίγο παραπάνω από το 1% των ψήφων, δεν κατάφερε να εκλεγεί. Για την Βουλή των Αντιπροσώπων το ΙΚΚ πήρε 24.555 ψήφους, ποσοστό 0,09%, ενώ το Κομμουνιστικό Κόμμα Εργατών (ΚΚΕ) έλαβε 4.484 ψήφους, ποσοστό 0,02% (Βικιπαίδεια).
δ) Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ιταλία απέφυγε τον εμφύλιο μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, διότι το ΙΚΚ δεν ήταν σοβιετόφιλο ούτε εξαρτημένο ιδεολογικά, ψυχοπολιτικά και οργανωτικά από την σοβιετική αντίληψη και πρακτική της «Δικτατορίας του Προλεταριάτου». Θεωρούσε ως κοινωνική αναγκαιότητα να βρεθεί μια συμβιβαστική λύση ανάμεσα στους «αιώνιους αντιπάλους» και αναζητούσε επιμόνως πολιτικές συνεργασίες. Ο Ενρίκο Μπερλίνγκουερ (1922-1984) τελικά εισήγαγε την έννοια «Ιστορικός συμβιβασμός» (compromesso storico), δηλαδή την επίτευξη ευρύτερων δημοκρατικών συμμαχιών και διαμόρφωσε με πολιτική Λογική και Ηθική ελευθερίας και δημοκρατίας την ευρωκομμουνιστική ιδεολογία.
ε) Σε όλα τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια δεν υπάρχουν κομμουνιστικά ούτε αντικαπιταλιστικά κόμματα. Αν και είναι καπιταλιστικές και βιομηχανικές χώρες, ωστόσο απουσιάζει σχεδόν παντελώς ο αντικαπιταλισμός ως έννοια πολιτικού ριζοσπαστισμού ή κολεκτιβισμού. Στην ιταλική κοινωνία και πολιτεία το ελληνικό πολιτικό κόμμα «Μέτωπο Ριζοσπαστικής Ανατροπής (ΜΕΡΑ)» θα είχε πολύ μικρότερη λαϊκή απήχηση από το ιταλικό «Κόμμα Δημιουργικής Τρέλας (Festa della follia creativa)», το οποίο έλαβε 1.417 ψήφους, ποσοστό 0,01%!
στ) Όπως όλες οι εκλογές το ίδιο και οι ιταλικές είχαν νικητές και ηττημένους. Εντυπωσιάζει η ανάληψη ηγετικής ευθύνης για την ήττα και η άμεση παραίτηση του ηττημένου των εκλογών Ενρίκο Λέτα. Κανονικά, δεν θα έπρεπε να εντυπωσιάζει το αυτονόητο, ωστόσο στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα η αλήθεια είναι ότι οι ηγέτες και τα μέλη της Αριστεράς δεν αντιλαμβάνονται την έννοια της ηγετικής ευθύνης απέναντι στην κοινωνία. Για παράδειγμα, μετά από τρείς εκλογικές ήττες το 2019 τα μέλη του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς για λόγους καθαρά κομματικού καθεστωτισμού και οπορτουνισμού επανεξέλεξαν τον ίδιο αποτυχημένο αρχηγό. Αν και με σοβαρή έλλειψη ανάληψης κοινωνικής ευθύνης για την τριπλή εκλογική συντριβή ο αρχηγός των συνασμένων ριζοσπαστών μαζί με τους κολλητούς αξιωματούχους συνεχίζει ως κομματικό κατεστημένο ν’ απολαμβάνει τα ηγετικά προνόμια της κλειστής κομματικής εξουσίας.
Σύγχρονος δημοκρατισμός και αντιδραστικός ριζοσπαστισμός
Η πολιτική ιδέα της αντικειμενικής αλήθειας συλλαμβάνει σε βάθος την ποιοτική διαφορά ανάμεσα στο σύγχρονο, δημοκρατικό, ανοιχτό στην κοινωνία, πολιτικό κόμμα και το πρότυπο του κλειστού κόμματος, οπισθοδρομικού και αντιδραστικού, με όποιο ιδεολογικό ένδυμα και αν εμφανίζεται. Στην κομματική καθεστωτική αντίληψη και πολιτική νοοτροπία προηγείται το κομματικό όφελος ως αναγκαιότητα «κομματικής ηγεμονίας» και αγνοείται ή περιφρονείται το ευρύτερο κοινωνικό συμφέρον, το οποίο κατά την ολοκληρωτική ιδεολογία τους θα προκύψει από την καθοδήγηση και προπαγάνδα, κοινώς από την κομματική «πλύση εγκεφάλου».
Για παράδειγμα, ο θεσμός της Αστυνομίας στο δημοκρατικό πολίτευμα αποτελεί μια πολιτική αλήθεια, αντικειμενική και οικουμενικά αποδεκτή. Η ενσυνείδητη παραμόρφωση της αλήθειας, η παραποίηση γεγονότων και η αναληθής πληροφόρηση είναι ηθικά, ορθολογικά και πολιτικά αδιανόητη. Κατά συνέπεια είναι αυτονόητο ότι τα δημοκρατικά κόμματα οφείλουν να λειτουργούν χωρίς ριζοσπαστική διαβολή, με εποικοδομητική και όχι με έωλη και ανυπόστατη κριτική. Αντικειμενικά, ισχύει αυτονόητα η αλήθεια ότι:
α) Ανάμεσα στη δημοκρατική και τη χουντική ή σοβιετική Αστυνομία υπάρχει τεράστια διαφορά, σαν η μέρα με τη νύχτα.
β) Η απαξίωση τόσο του θεσμού όσο και των υπαλλήλων αστυνομικών με κομματικά ψεύδη και συκοφαντίες υπονομεύει την προστασία και ασφάλεια των πολιτών.
γ) Οι ψευδείς, αβάσιµες και εξωπραγματικές αιτιάσεις για δήθεν αστυνομοκρατία σε μια δημοκρατική χώρα, οι οποίες πολύ συχνά εκτοξεύονται εναντίον της Αστυνομίας από τους ριζοσπάστες, προκαλούν θυμηδία και αποδοκιμάζονται πολιτικά από όλους τους δημοκρατικούς και φιλοπρόοδους πολίτες.
Συμπερασματικά, χρειάζεται ηθική βούληση, κριτική ικανότητα και υψηλό αίσθημα ευθύνης, ώστε πολίτες και πολιτικοί να ξεχωρίζουν την αλήθεια από το ψέμα, όπως «την ήρα από το σιτάρι». Στην πολιτική θεωρία και πρακτική η αλήθεια είναι κάτι περισσότερο από βασικό γνώρισμα πολιτικού ήθους. Αποτελεί αναγκαιότητα και αφορά τόσο «το ζην», την επιβίωση, όσο και την καλύτερη διαβίωση, το «ευ ζην», των ατόμων και του κοινωνικού συνόλου. Η επίμονη αναζήτηση και στήριξη της πολιτικής αλήθειας συνδέεται άμεσα με την ακμή και την ευρωστία μιας κοινωνίας και ενός πολιτεύματος, ενώ αντίθετα η εύκολη και δολερή αναλήθεια οδηγεί σε μόνιμη καχεξία και παρακμή.

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2022 www.politistikomellon.eu/2020
Σχολιάστε