Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


του Πέτρου Μίντζα


Στη Θεσπρωτία μέχρι τα τέλη τις δεκαετίας του 1920 το οδικό δίκτυο ήταν ανύπαρκτο.
Ελάχιστες ήταν οι βατές οδοί, οι κάτοικοι εξυπηρετούνταν με τα φορτηγά ζώα (άλογα, μουλάρια γαϊδούρια) και τα ελάχιστα κάρα.
Ο μοναδικός αυτοκινητόδρομος που υπήρχε ήταν αυτός που συνέδεε το Φιλιάτι με την Παραμυθιά με προέκταση μέχρι το νομό Πρεβέζης.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 έγινε η οδική σύνδεση της Θεσπρωτίας με τα Γιάννενα, που θεωρητικά συντόμευε την απόσταση, αλλά εκείνη την εποχή τα ναύλα για το αυτοκίνητο ήταν απαγορευτικά για την ισχνή οικονομική δυνατότητα των αγροτοκνηνοτρόφων.
Όλες τις διαδρομές προς τα εμπορικά κέντρα (Γιάννενα, Ηγουμενίτσα, Φιλιάτι) τις κάλυπταν με τα ζώα ή με τα πόδια.
Όπως μου έλεγε η μητέρα μου, η οποία σε νεαρή ηλικία πήγαινε με τα πόδια ζαλωμένη πορτοκάλια από την Κοκκινιά στο Φιλιάτι, περπατούσε πάνω από τέσσερεις (4) ώρες για να φτάσει στο παζάρι.
Η διαδρομή Κοκκινιά-Ηγουμενίτσα απέχει περίπου 35 χλμ. Όπως μου είχε διηγηθεί πατέρας μου,
ο οποίος είχε κάνει τη διαδρομή αρκετές φορές μαζί με τον πατέρα του, το ταξίδι ξεπερνούσε τις επτά (7) ώρες πεζοπορία. Και για τα Γιάννενα που απέχουν 65 χ. λ .μ, η διαδρομή διαρκούσε κοντά στις δώδεκα (12) ώρες πεζοπορία και ήταν πολύ κουραστικό ταξίδι.


Το χειμώνα τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα, για να περάσουν τον Καλαμά έπρεπε να πάνε στη Mενίνα (Νεράιδα) ή στη Βρυσέλλα για να διασχίσουν το ποτάμι με την ξύλινη περαταριά (Λούντρα). Στη Μενίνα (Νεράϊδα) υπήρχαν και εξυπηρετούσαν τους ταξιδιώτες δύο περαταριές,
η μία κάτω από το Μαντζιάρι (Κυπάρισσο) και η άλλη κοντά στη θέση της σημερινής γέφυρας.


Η περαταριά ήταν μια απλή ξύλινη αυτοσχέδια βάρκα,η οποία συνδεόταν με τροχαλία με ένα συρματόσχοινο το οποίο ήταν δεμένο σε δέντρα στις δυο όχθες για να μην παρασυρθεί από το ρεύμα .
Μπορούσε να μεταφέρει ανθρώπους και ζώα φορτωμένα, από τη μια όχθη του Καλαμά στην άλλη.
Αυτό διήρκησε μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1950 που κατασκευάστηκαν τα τέσσερα καινούργια γεφύρια του Καλαμά (Βροσύνα, Μενίνα, Βρυσέλλα και Ράι).
Παράλληλα με τις περαταριές χρησιμοποιούσαν και το πιο απλό σύστημα της καλάθας σχεδόν σε όλο το μήκος του Καλαμά.
Για τους Κοκκινιώτες και τους κατοίκους των γύρω χωριών που ήθελαν να πάνε στα Γιάννενα, περνούσαν τον Kαλαμά με την καλάθα του Χαράλαμπου (Χαρλάμη) Μπάτση στη Μπολιάνα.
Η καλάθα ήταν ένα ξύλινο κιβώτιο μέσα στο οποίο επιβιβαζόταν ο διερχόμενος και ήταν προσαρμοσμένο με τροχαλίες σε δύο παράλληλα χοντρά συρματόσχοινα, δεμένα πάνω σε ψηλά πλατάνια στις δύο όχθες του Καλαμά. Οι μεγάλοι περνούσαν μόνοι τους, ενώ τα παιδιά χρειαζόταν τη βοήθεια κάποιου από την απέναντι πλευρά , ο οποίος έπρεπε να τραβάει με την τριχιά το ξύλινο κιβώτιο.
Όπως μου είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Χρήστος Ντουμάζιος ο οποίος γεννήθηκε και έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή στη Μπολιάνα (συνοικισμός Γολάς), η ιστορία με τις καλάθες ξεκινάει κάπου στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν οι δύο Οσδινιάτες, Γιώργος Ζήσης και Χαράλαμπος (Χαρλάμης) Μπάτσης -παππούς του αξέχαστου καθηγητή ιατρικής Μπάμπη-που είχαν μεταναστεύσει στην Αίγυπτο, επέστρεψαν στο χωριό τους και με τα χρήματα που έφεραν, αγόρασαν απέναντι στην εύφορη Μπολιάνα κτήματα και στη συνέχεια έχτισαν και από ένα σπιτάκι.
Για να μπορούν να περνάνε τον υγρό φράχτη του Καλαμά τους χειμερινούς μήνες χωρίς να κινδυνεύει η ζωή τους, κατασκεύασαν σε απόσταση τριακόσια (300) και πεντακόσια (500) μέτρων από το παλιό ενετικό γιοφύρι, από μία καλάθα.
Σύμφωνα πάντα με τις αφηγήσεις του αείμνηστου Χρήστου Ντουμάζιου, πριν κατασκευαστούν οι καλάθες στη Μπολιάνα, τους διερχόμενους τους περνούσε στους ώμους του, από τη μία όχθη του Καλαμά στην άλλη, ένας γεροδεμένος Οσδινιάτης, ο Μήτρο-Καλό (γ) ερος (Δημήτρης Καλογήρου), ο οποίος διατηρούσε νερόμυλο κοντά στο ποτάμι από την πλευρά της Οσδίνας (Πέντε Εκκλησιές).
Η καλάθα του Γιώργου Ζήση ήταν ιδιωτικής χρήσεως, εξυπηρετούσε μόνο την οικογένεια και τους συγγενείς.
Τη δεκαετία του 1950 η οικογένεια Ζήση, έπαψε να λειτουργεί την καλάθα και έκοψε τα συρματόσχοινα.
Η καλάθα του Χαράλαμπου Μπάτση ήταν επίσης ιδιωτικής χρήσης μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930 που η οικογένεια εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Μπολιάνα.
Εκείνη τη χρονική περίοδο ο Χαράλαμπος(Χαρλάμης) άρχισε σιγά σιγά να εξυπηρετεί όλους τους ταξιδιώτες εισπράττοντας ένα μικρό αντίτιμο.
Και για να μην πηγαινοέρχεται στη Μπολιάνα, είχε φτιάξει δίπλα στην καλάθα μία μικρή καλύβα και έμενε όλο το 24ωρο, γιατί η κίνηση εκείνη την εποχή ήταν πολύ αυξημένη.
Πεθαίνοντας ο Χαρλάμης, τη λειτουργία της καλάθας ανέλαβε η γυναίκα του Αικατερίνη Μπάτση (Βάβω Χαρλάμενα).
Όταν κάποιος ταξιδιώτης ήθελε να περάσει στην πλευρά της Οσδίνας-Πλακωτής για να πάει στα Γιάννενα ή στην Αθήνα, περνούσε από το σπίτι της Βάβω- Χαρλάμενας στη Μπολιάνα και τη φώναζε να τον εξυπηρετήσει.
Σοβαρό πρόβλημα υπήρχε όταν οι ταξιδιώτες ήθελαν να περάσουν από την πλευρά της Οσδίνας-Πλακωτής στην πλευρά της Μπολιάνας. Πολλές φορές φώναζαν τη Βάβω- Χαρλάμενα, άλλα λόγω της μεγάλης απόστασης και των άσχημων καιρικών συνθηκών δεν τους άκουγε, με αποτέλεσμα να περιμένουν αρκετές ώρες για να περάσουν στην απέναντι πλευρά του Καλαμά.
Η οικογένεια Μπάτση, λειτούργησε την καλάθα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 που κατασκευάστηκε δίπλα στο παλιό γιοφύρι η καινούργια γέφυρα τύπου (Μπέλεϋ).
Το 1957 η Νομαρχία Θεσπρωτίας εγκατέστησε κοντά στην καλάθα της Βάβω -Χαραλάμενας ένα μικρό πορθμείο, το οποίο λειτούργησε για λίγους μήνες.
Τον πρώτο κιόλας χειμώνα που το ποτάμι φούσκωσε για τα καλά, το μικρό πορθμείο παρασύρθηκε από τα ορμητικά νερά του Καλαμά.
Υπήρχαν ακόμα μερικές περιοχές όπου η στάθμη των νερών του Καλαμά ήταν χαμηλή και μπορούσε να περάσει κάποιος περπατώντας, αλλά ποτέ τους χειμερινούς μήνες.

Σχολιάστε

Ετικετοσύννεφο