
Στου νου την κάμαρά μας, αγριομέντα! Ξύπνησαν μνήμες…
Νύχτωνε, το φεγγάρι είχε αρχίσει να φαίνεται. Σιγά σιγά, φώτισε τον ουρανό. Είχαμε κινήσει για την μέση του πουθενά! Έτσι ακούστηκε, πως πάμε για εκεί που είναι δύσκολες οι αντάμωσες…
-«Έρημος τόπος, που κινάτε;»…
Διαβήκαμε το σύνορο της ερημιάς… κάτι μας οδηγούσε! Κάτι βαθύ, ανεξίτηλο όσο οι αιώνες που πλημμυρίζουν την ύπαρξή μας…
Λιθάρια κατρακύλησαν, φωνές πουλιών, καμπάνες, το παράπονο του κλαρίνου, το ντέφι, μακρινές φωνές, η Μάνα…
«Έσκαψαν το βουνό. Έβγαλαν πέτρα.
Το ‘χτισαν πάλι με την ίδια του την πέτρα…».
Κυκλικά πορεύεται η ζωή μέσα στην διαχρονική διαδρομή τ’ ανθρώπου κι ο δημιουργός του «Η Μουργκάνα Αφηγείται», αποζήτησε να μας θυμίσει τον κόσμο μας!
Να μας θυμίσει όσα γέννησε ο τόπος, οδηγώντας μας σε αυτό που είμαστε. Ν’ ανέβουν στην επιφάνεια αυτά που μας «τρώνε»…
Σαν τα ποτάμια που σμίγουν και τους καημούς αντιλάλησε η φωνή της μνήμης! Αντιλάλησε ένα ολάκερο βουνό, για όσα πρέπει κάποτε να κληρονομήσουν τα παιδιά μας.
Αν χαθούν η ιστορία, η συνέχεια και η μνήμη, τότε μήτε γιοφύρι θα βρεθεί για να διαβούμε το σύνορο της ερημιάς!
Αντώνη Τσάβαλε, ίδιο το αίμα που μας ενώνει! Δέξου ένα βαθύ «Σε Ευχαριστούμε», αν και μοιάζει λειψό, μπροστά σ’ όσα απλόχερα μας χάρισες!

Σχολιάστε