απο ανάρτηση της Σταυρούλας Δημητρίου
Ένα σπίτι κάτω απ’τη ράχη , ανεβαίνεις μέσα από ένα μονοπάτι που δεν ‘’βγαίνει’’, που το κλείνει απ’την ώρα που γεννήθηκε (και που αν δεν το έκλεινε δηλαδή τί σημασία θα είχε) . Σαν το στερνό σπίτι του κόσμου , τόσο μοναχό . Που άλλοτε καταύγαζε ζωή . Που τώρα τέσσερεις τοίχοι πυργωτοί απόμειναν , δίχως σκεπή , με κάτι πέτρες ωχρές , το ωχρό του αμετάκλητου κι ανάμεσά τους βρύα φυτρωμένα σαν τρίχωμα εφηβαίου . Και παράθυρα , εκεί που περίμενες νά’ναι θεόκλειστα , ορθάνοιχτα , σα ν’ αποξεχάστηκαν έτσι , παρατηρητήριο , να σου κάνουνε γκριμάτσες . Αν κάτι πολύ αγάπησαν όσοι τ’άνοιγαν ήταν η ζωή . Οι νοικοκυραίοι του , προσωρινά,σάμπως αιώνα τώρα , ένας ένας πετούσε απ’το παράθυρο . Από απελπισιά παρά από πόθο . Για το πουθενά, , δίχως από πουθενά νά’χουν ποτέ γυρίσει . Μπορεί να πληγώθηκαν χτυπώντας παράθυρα ξένα. . Ή μπορεί και να πέθαναν πετώντας .
Η εξώπορτα με σαράκια κεντησμένη και καρφιά .Η μετώπη του αποκεφαλισμένη , πεσμένη μπροστά στην πόρτα . Χτες , μέσ’τη νύχτα , το βουνό από πάνω ξαμόλαγε δρολάπια . Το σπίτι ολοένα χτυπιόταν και τα φύλλα της πόρτας ανοιγόκλειναν όλη τη νύχτα , σάμπως μαύρου πουλιού μισοσκοτωμένου οι φτερούγες …
Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο μου
Σχολιάστε