Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


του Πολ Μαντέλου                   

Τα παλιά τα χρόνια δεν έμπαιναν στη θάλασσα οι άνθρωποι, μόνο άμα ήταν να βγάλουν ψάρια ή άμα βούλιαζε το καράβι. Αργότερα  αφού είπαν ότι κάνουν καλό τα μπάνια, έγινε μόδα και ήρθε σιγά σιγά κι εδώ. Εμείς τα παιδιά ξεκινάγαμε τα μπάνια νωρίς το Μάη και τον Ιούνιο, στο ποτάμι, στις βίρες που είχαν ακόμη νερό. Αργότερα πηγαίναμε στη Σαγιάδα. Θυμάμαι κάποιες εποχές που δεν κυκλοφορούσαν πολλά ΙΧ. πηγαίναμε με φορτηγά και το λεωφορείο του Πέτρο Γούλα. Αργότερα το ΚΤΕΛ έβαζε 3-4 λεωφορεία και ειδικά τις Κυριακές γινότανε χαμός από κόσμο και στοιβαζόμασταν απανωτοί. Οι χαρούμενες φωνές και τραγούδια ανακατεύονταν με τους τσακωμούς ¨κάνε μο λίγο παραπέρα να πάρω ανάσα, έσκασα, με πάτησες μωρή, χαμός¨. Είχε πολύ πλάκα. Η καλύτερη αμμουδιά της Σαγιάδας ήταν τότε εκεί μπροστά στα μαγαζιά, στο Σκάλωμα.

Εκεί μας ξεφόρτωνε το λεωφορείο και ορμούσαμε μέσα στη θάλασσα. Ούτε ομπρέλες για τον ήλιο, ούτε ξαπλώστρες, ούτε πετσέτες δεν είχαμε. Για μαγιό είχαμε κάτι σκούρα βρακιά- σκελέες. Κάπου κάπου έπλεε και καμιά σαμπρέλα, το σωσίβιο του καιρού. Η νεολαία πηγαίναμε στο μόλο για βουτιές, εκεί γινότανε χαμός. Άλλος έσπρωχνε, άλλος τράβαγε τον άλλο να πάνε μαζί μέσα στη θάλασσα, άλλοι έκαναν φιγούρες με τις βουτιές. ποιος θα κάνει την καλύτερη γωνία, ποιος θα κάνει το καλύτερο ¨κοφινέτο¨ και ποιος το μεγαλύτερο μακροβούτι. Στον μόλο μαζί με τη νεολαία έρχονταν και κάποιοι τολμηροί μεγαλύτεροι. Θυμάμαι τον αείμνηστο Χρήστο Τσούβαλο, που ήταν πάντα μέσα σε όλα, έρχονταν στο μόλο και έπαιζε κι αυτός μαζί μας. Αυτός είχε συνήθειο την πρώτη βουτιά που έκανε να σηκώνει τα χέρια του ψηλά πριν πέσει και να λέει ¨χαίρε βάθος αμέτρητο¨. Έτσι έκανε μια μέρα αλλά δεν πρόλαβε να πέσει μόνος του, κάποιος τον έσπρωξε από πίσω. Όμως δεν έπεσε καλά και χτύπησε το κεφάλι στο τσιμέντο του μόλου. Γέμισε η θάλασσα αίματα κι είπαμαν κι εμείς πάει ο Χρηστάρας δεν θα βγει πάλι. Σηκώθηκε το νερό μισό μέτρο και βγήκε ο γίγαντας  ματωμένος και αγριεμένος, ¨ποιος με έσπρωξε ρε¨. Άμα τον είδαμε ζωντανό χαρήκαμε και τρέξαμε όλοι να τον βοηθήσουμε. Δεν είχε χτυπήσει πολύ και δεν είχε ανάγκη από τέτοιο χτύπημα το κεφάλι του Τσούβαλου. Μετά από λίγο άρχισε πάλι τα παιχνίδια. Το πολύ μπάνιο και τα πολλά παιχνίδια μας φέρνανε πείνα, τρέχαμε στη μοναδική τότε στην παραλία παραδοσιακή ταβέρνα του εξίσου παραδοσιακού ταβερνιάρη Γιάννη Κόρου. Εκεί θα βρίσκαμε φρέσκο πάμφθηνο ψάρι, σαλάτες, χόρτα, μπύρες, ουζάκια και αναψυκτικά. Η ώρα πέρναγε γρήγορα, το λεωφορείο κορνάριζε κι εμείς φοράγαμε τις λαστιχένιες παντόφλες και μαζευόμασταν για την επιστροφή. Άλλοι στεγνοί κι άλλοι μισοβρεγμένοι που τους φώναζε ο εισπράκτορας ¨εσένα θα σε βάλω στη σκάρα, θα μου μουσκέψεις το αμάξι,  και φεύγαμε ευτυχισμένοι. Δεν ζητούσαμε πολλά τότες. Σε αυτή τη φωτογραφία είναι: Σιορόκος, Τσιάβο Παρούσης, Ηλία Καραμπίνας, Κίτσιο Κουφάλας και Βασίλη Μπίμης, κάτω: Παύλο Μαντέλος, Κώστα Γκιζάς, Νικολάκης Μαντέλος κι ο Σπύρο Κουφάλας.

(Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ Φ.123 Αύγουστος 2009)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: