Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Σύζυγή μου Καλλιόπη, σε ασπάζομαι!

Ο Γιάννης σου φιλάει το χέρι.

Υγεία έχομε και υγεία ποθούμε.

Μάθε, ήρθαμαν καλά. Έχομε μια βδομάδα. Μπήκαμαν στο κονάκι, τα’ ανασκηρίσαμαν με το Γιάννη. Κοιμηθήκαμαν καλά. Στα γράφω με την αράδα πως φτάκαμαν εδώ. Την πρώτη μέρα δεν βγήκαμαν μαχαλά,. Να ξαποστάσομε. Την άλλη μέρα ο Γιάννης πήγε για να βρει στερνάρι να βρει και κανά τομάρι για το γιελάκι. Κοιμηθήκαμαν σε ένα χάνι πορχόμασταν. Βάνουν γύφτους και κοιμούνται οι χανιτζήδες, που να τους πάρει ο διάολος τον πατέρα. Γιομίζουν οι ψάθες ψείρες. Άντε βγάλτες τώρα. Το βράδυ θα ανάβουμε φωτιά και θα τινάζουμε τη φανέλα και θα πέσουν. Κι αν δεν φύγουν όλες θα βράσω νερό στο καζάνι να τις ζεματίσω να μη γένομε και ρεζίλη. Οι ψείρες περβατάν στο γιακά.

   Ο Γιάννης παίρει ψωμί στο φούρο. Εδώ δεν έχει συντήλα, στα χωριά έχει. Προσφάι μας ήφερε μια καλή γειτόνισσα. Τραχανά, αβγά και τυρί. Μας δίνει τακτικά και τσοκλάνι, άμα φουρνίζει μας δίνει ψωμί ζεστό. Είναι καλή η μαύρη. Ο Θεός καλά να την έχει, κι ο γκότης καλός. Κι εγώ της καλαΐζω πολλά πράματα και δεν της παίρω παράδες. Έχουν παιδιά καλά. Τον άλλο μήνα θα παντρέψει την μεγάλη κοπέλα. Τσούπες τις λένε εδώ. Παίρει ένα ντόμο. Μου ήφερε χουλιάρια, χουλιάρες, τηγάνια για γάνωμα. Όλα θα τα γανώσει για το γάμο. Είναι παστρικός κόσμος εδώ δεν είναι Τσάμικο.

   Στα γράφω με την αράδα που φύγαμαν από το χωριό, ώσπου έρθαμαν εδώ. Φύγαμαν απ’ αυτού την Τετράδη χαραής, ότι λάλησε ο πέτος στην κουτσουπιά, γρήγορα να μην ξυπνήσουν τα παιδιά του μαχαλά και που να βρίσκαμαν δεκάρες να δίναμαν στα παιδιά, αφού όλοι που φεύγουν για ταξίδι δίνουν στα παιδιά δεκάρες, εικοσάρες. Οι Αμερικάνοι δίνουν και φράγκα, να προφτάκωμε και την Λούντρα στον Καλαμά.

   Στ’ αχούρια που λες, στο χάνι του Ρέντζου, φάγαμαν με το Γιάννη φασούλια, είχαμαν και στο σακούλι προσφάι, τηγανίτες, σκομαϊδες και φάγαμαν. Ως τον Κίσαρα καλά πήγαμαν. Εκεί μας έπιακε βροχή, αλλού πατάγαμαν κι αλλού βρισκόμασταν. Λάσπη ως το γόνα, σκαλιστράγαμαν, καλά που είχαμαν ομπρέλα, κάτι γίνουνταν, μούφυγε και το σκόπι. Ήταν του γέροντα να τον θυμιέμαι. Ήταν κι άλλος κόσμος. Έβρεχε με το τουλούμι και δεν φαίνουνταν ο παλιόκαιρος. Ο Γιάννης κρατιόταν από το ζωνάρι μου, φτάκαμαν στο Μαυρονέρι. Μπήκαμαν στο χάνι του Μήτρου. Επιαμαν καφέ. Καρτεράγαμαν να σταματήσει η βροχή. Σα σταμάτησε λίγο. Ο Γιάννης μου λέει «Πατέρα να φύγουμε». Είχε κουράγιο ο κερατάς. Μου λέει να κοιμηθούμε στο Φιλιάτι. «Άσε, του λέω, να σταματήσει καλά και φεύγουμε, γιατί πώς να διαβούμε το ποτάμι;» Μάθαμαν ότι η λιάσα είναι χαλασμένη και το ποτάμι κουβαλάει κούτσουρα και λιθάρια, πολύ νερό. Τώρα τι να κάνουμε; Να μείνουμε στο χάνι; Ο χανιτζής ήθελε φράγκα και δεν πέρσευαν. Είχαμε ίσα ίσα τα ναύλα. Καλά ήταν να φεύγαμε την άλλη μέρα. Κράτησε λίγο η βροχή, σα να ξαστέρωσε ο καιρός. Κάναμε το σταυρό μας, ήταν κι άλλος κόσμος για το Φιλιάτι, και κινήσαμαν, η λιάσα ήταν χαλασμένη. Τραβηξαμαν την άκρη το ποτάμι, τη ρίζα του βουνού δεξιά μεριά, παλιόδρομος, τήραγες κάτω ζερβά γκρεμός σου κόβουνταν το αίμα, εγώ έβγαλα τα τσαρούχια.  Καλά που είχα τομάρι στις πατούνες μπαλωμένες από κάτω και φτάκαμαν στη Φανερωμένη. Ότι είχε πέσει ο ήλιος. Είχε κι ένα τρίμα φεγγάρι. Κατεβήκαμαν στο πούσι του χατζή. Ήταν κόσμος. Έβγαζαν νερό. Γιόμιζαν τις βαρέλες Τούρκοι και Χριστιανοί Γύφτοι. Επιαμαν ένα χουλιάρι νερό, κινήσαμαν για το Φιλιάτι δεν γλέπαμαν ντιπ, πηγαίναμαν πίσω τα μουλάρια, τραβάγαμαν για τις κογκέλες. Ηβραμαν γυναίκες, ζαλωμένες οι μαύρες με ξύλα. Τα πήγαιναν στο παζάρι, την αλλά μέρα θα τα πούλαγαν. Ήταν και βρεμμένα, βαριά τα έρμα. Τις λυπήθηκα στον ανήφορο στις κογκέλες, με τη γλώσσα όξω ανέβαιναν οι δόλιες και τι παράδες να πάρουν, πέντε φράγκα το ζάλωμα; Δυο ράμματα, δυο σιμίτια, ψια καφέ, ψιά ζάχαρη- παν οι παράδες! Φτάκαμαν στο Φιλιάτι να πάμε στο χάνι του Μικρούλη να κοιμηθούμε. Διαβήκαμαν από το κονάκι του Γιάννη Τζούρα. Είπαμαν μια καλησπέρα. Ας είναι καλά ο μαύρος. «Κατσίτε, είπε «να φάτε και να κοιμηθείτε, γιατί να πάτε στο χάνι να πλερώσετε παράδες; Έχω γιατάκι. Σας χωράει και τους δυο. Εδώ κοιμηθείτε». Έτσι κάμαμαν. Κοιμηθήκαμαν στου Τζούρα. Καλά που είχα πάρει τη βελέντζα που μοδωκες. Και το πρωί μπονώρα φύγαμαν για τη Σαγιάδα να προφτάκομε τη μπεζίνα κι έρθαμαν γιόμα στη Κέρκυρα, καλά που δεν πήγαμαν από τη Γουμενίτσα.

  Πήγαμαν στο ξενοδοχείο του Πλέσιου. Δεν έχει χάνια σαν τα δικά μας φτηνά η Κέρκυρα. Την Πέφτη δεν πέρασε το παπόρι, όπως μας είπαν. Την άλλη μέρα θάρχονταν, την Παρασκευή. Μας έφαγαν τα έξοδα, ξενοδοχείο δυο βραδιές, πήγαμαν και στο μαγειρείο να φάμε το γιόμα, και το βράδι, ψωμί κι ελιές, και φύγαμαν την Παρασκευή τ’ απόγευμα.

   Ήμασταν το Σάββατο το πρωί στην Πάτρα. Πήγαμαν στο ξενοδοχείο του Μακατσώρη. Άντε πάλι έξοδα. Μέιναμαν το βράδυ, πέρασε η μέρα, ώσπου να ψωνίσω καλάϊ, μυσιατήρι, βαμπάκι, πήρα και δυο ζιάκες για μαχαλοσάκι, πήρα και τσιμπίδα ένα ξυλόσφυρο, πήρα και κουμουκάσια.

   Στο ξενοδοχείο δεν κοιμηθήκαμαν σε κρεβάτι. Ήταν ακριβότερο. Πέσαμαν σιάδι στις ψάθες αλλά ήταν καθαρά. Το καλάϊ το πήρα βερεσέ. Ένα μαγαζί αφού με ξέρει δε μόδωκε το γομάρι. Πήγα στον πατριώτη μας τον Τσαμαντιώτη το Σκόπα. «Πάρε ότι θέλεις» μου λέει, «και μου τα στέλνεις. Εγώ δεν σκιάζομαι μη τα χάσω. Σε ξέρω τι άνθρωπος είσαι». Ας είναι καλά ο άνθρωπος. Εδώ ήρθαμαν τη Δευτέρα τα’ απόγεμα. Πέντε ώρες ποδαρόδρομο. Είναι καλύτεροι δρόμοι από τους δικούς μας ξαποστάσαμαν λίγο, ετοιμάσαμαν το κονάκι που λες, το βραδάκι πήγα κάτω στα μαγαζιά να με δει κι ο κόσμος, ότι ήρθαμαν. ¨Καλως όρισες μάστουρα¨, μου έλεγαν τα κουφά, ¨άργησες ναρθεις, μην έπαθες τίποτες. Πέρασαν κάτι μαστόροι ξένοι καλαντζήδες πατριώτες σας. Δεν ήβραν δουλειά. Εσένα ξέρουμε¨. Γύριζαν δυο μέρες κι έφυγαν. Εγώ ρώταγα πως ήταν κι από ότι μου είπαν κατάλαβα ποιος αλειφιάς ήταν, ένας στραβοτσάγουλος μπατζαβλός, κράταε σκόπι με ρόζους. Τους ήλεγε είμαι ξάδερφος του Αντρέα, τους έκοψε σιούτες. Δεν έπιακαν τόπο.

   Μπουλούκια καλαντζήδες όλο και περνούν από τα χωριά εδώ, όσες φορές ήρθαν δεν γάνωσαν τέντζερη. Το ξέρουν και δεν ζυγώνουν. Έρχονται ντόπιοι από άλλα χωριά, τη μέρα τα γανώνουν το πρωί φεύγουν. Τα γανώνουν με μολύβι και μαυρίζουν. Ο κόσμος καρτεράει εμάς. Έχομε μούτρα. Τόσα χρόνια μας ξέρουν. ¨Καλώς τον Αντρίκο¨, μου λέει ο κόσμος. ¨Να περάσεις από το σπίτι να πάρεις τα χαλκώματα για γάνωμα¨. Εδώ έχει έναν που τον μάθαμαν εμείς την τέχνη, άμα έχομε δουλειά πολύ τον παίρνω μαζί μου. Ε  

  Είναι καλός σε όλα. Να πετάξω κάμποση δουλειά. Να μαζέψω παράδες να σου στείλω.

 Θα πάμε στο χωριό που σου ‘λεγα, που κίνησε μια γράβα μεγάλη πλάκωσε ένα σπίτι, σκώτοσε μια φαμίλια τέσσερους νοματαίους. Αν πήγαινε δεξιά μεριά θα σκότωνε πολλούς. Κείνες τις μέρες δουλεύαμαν κι εμείς εκεί. Ήταν απόκριες, στο χωριό είχαν σφάξει τα χοιρινά κι ο κόσμος από βραδύς γλένταγε στην πλατεία. Είχαν νταούλια. Όλοι ήταν μεθυσμένοι και μπαϊλντισμένοι από το γλέντι, κανένας δεν πήρε χαμπέρι τη γράβα που έπεσε. Κάτι βάβες άκουσαν. Νόμισαν θα έπεσε κανα πεζούλι, κι άμα ξημέρωσε είδαν το κακό που έγινε. Πλάκωσε όλο το χωριό. Έρθαν κι απ’ άλλα χωριά να δουν το κακό. Εδώ κάνουν πολλά κρασιά και πίνουν οι αντίχριστοι. Γένουνται ντουμπίτσι, ήταν κι απόκριες, παράγιναν. Έχουν όλοι ντουφέκια και δώστου άμα πίνουν. Την άλλη μέρα που λες και τι δεν άκουγες. Άλλος ήλεγε θα πέσουν κι άλλες γράβες, άλλος βουλιάζει το χωριό. Εμείς τα χάσαμαν. Είχαμαν και χαλκώματα στο κονάκι. Σκιαχτήκαμαν, δεν ξέραμαν τι να κάνουμε. Τη μέρα όλο το χωριό ήταν στους δρόμους.. Πολλοί ήλεγαν να φύγει το χωριό. Ο Θεός το τιμώρησε. Κάνουν πολλές αμαρτίες. Χτύπησαν την καμπάνα, έγινε λιτανεία. Φώναξαν οι παπάδες να πάνε όλοι να ξεμολογηθούν, γυναίκες και άντρες απάνω από τα 15, να κοινωνήσουν, γιατί τέτοιο κακό δεν ματάγινε. Το βράδι δεν κλείσαμαν μάτι. Κάναμαν κουράγιο. Γανώσαμαν τα χαλκώματα τα μοιράσαμαν στον κόσμο και φύγαμαν. Από τότες δεν έγινε τίποτα. Είναι τώα πέντε χρόνια που ‘έπεσε η γράβα.

   Άμα λάβεις τους παράδες να πας στο Φιλιάτι να ψωνίσεις, ότι θέλεις. Να πάρεις της κοπέλας σκουτιά., τσαρούχια να μην περπατάει ζόρκα και μας γελάει ο κόσμος. Παρέκει να της βάλεις και τη λινιά στο χέρι, μη την μαυρίσει ο ήλιος. Να πάρει της μάνας μου στο Φιλιάτι ένα μαντήλι για το κεφάλι, ένα ζευγάρι τσαρούχια, καφέ και ζάχαρη, δώστης και τίποτα λιανά για την εκκλησιά να ανάψει κερί, να ρίξει στο δίσκο, ότι φαΐ φτιάνει δίνε της. Μας δίνει ευχές πολλές. Τσ’ αρέει το λαχανόψωμο, η ζεματόπιτα, η κουλούρα στη γάστρα, να της βάνεις και σιυλήρα ν ‘χεις την ευχή της, δεν έχει και δόντια η μαύρο βάβω, μια δοντούρα τσεμεινε. Κι αυτή η μαύρη ότι ζαχαράτο της δίνουνε στου Λιά και κάχτες τα φέρνει της κοπέλας.

   Έχασα το χαϊμαλί μου, φαίνεται μου ‘πεσε πίσω από το κασόνι με το καλαμπόκι, εκεί στη μπούντενα με το τυρί. Άμα βρεις κανέναν ναρχεται εδώ να μου το στείλεις. Είναι καλό για το μάτι, για τις αρρώστιες.   

   Τώρα παρέκει. Εδώ γένεται πανηγύρι μεγάλο. Ανοίγουν μαγαζιά με πραμάτειες πολλές. Ότι θέλεις πουλάνε. Έρχονται και φωτογράφοι, θα βγάλω με το παιδί φωτογραφία να σου στείλω. ¨Καλώς το μάστορα¨, μου λέει ο κόσμος, ¨πότε θα ‘ρθεις και στο χωριό μας να γανώσεις τα χαλκώματα;¨ Ήβρα τον κουμπάρο στα μαγαζιά, του παράγγειλα πέντε φορτώματα ξύλα να μου φέρει, να ‘χομε για το τιζιάχι, είναι καλός άνθρωπος, από τότε που του βάφτισα την κοπέλα. Στο χωριό που πηγαίνουμε, εκεί μένουμε. Δίπλα έχει μαγειρείο μεγάλο. Εκεί γανώνομε. Η κουμπάρα είναι καλή. Μαζί τρώμε, μαζί πίνουμε, φέρνουμε κι εμείς φαγιά και κρασιά απ’ τα σπίτια, περνάμε καλά, τα χαλκώματα του σπιτιού τα γανώνω όλα και το καζάνι που βράζουν το γάλα, δεν τούς παίρω παράδες. Κι όταν κατεβαίνουν στο παζάρι, εκεί σε μας έρχονται. Να αφηκουν τα πράγματα, να δέσουν το μουλάρι.

   Έμαθα πέρασε τώρα που έλειπα ο ξάδερφός σου ο Φώτος ο μπαταξής, αστραπή να τον βαρέσει. Ο αχαΐρευτος, άφηκε τη φαμίλια του, έμπλεξε με μια πραμαντόνα σοκακκιάρα, ζοκοπάει μου φαίνεται, της πλένει και τα σκουτιά. Αυτή γκιζέραε πέρα την Πάτρα. Αν ήταν καλή δεν θα την άφηνε ο άντρας της. Άφηκε ντέλη γυναίκα και παιδιά, τους είδα στο χωριό και ράϊσε η καρδιά μου. ¨Πες του, αν τον δεις¨, μου είπε η γυναίκα του, ¨τίποτε μην αλλάξει μελό και τσακίσει το ποδάρι του κι έρθει στη φαμίλια του¨. Μούδωκε γράμμα να του δώκω να διαβάσει. Το βαλε μέσα στο μονόγαλο, είχε πάει στο χοτζια η μαύρη. Τσ’ έδωκε κάτι να του βάλει να πιει, αν έρθει στο χωριό. Μου ‘χε πει ότι θα γύριζε στο χωριό. Όλο έτσι λέει κι ακόμα έρχεται. Ότι καζαντάει το παίζει στα χαρτιά, στον καφενέ κάθε βράδι, προκοπή και χαΐρι δεν κάνει αυτός. Του τα λέω άμα ανταμώνουμε καμιά βολά, όλο μου λέει θα στρώσω μια μέρα. Τον έκαμα κι έκλαψε. Ε, είπα κι εγώ κάτι θα γένει. Δεν βαριέσαι κεφάλι αγύριστο. Είναι δουλευτής και βγάζει παράδες, αλλά τα χαλάει στα χαρτιά και στα πιοτά. Έμπλεξε και με αυτή τώρα. Χαΐρι μην περιμένει, πες τση γυναίκας του. Εγώ τη λυπάμαι. Θα πεταχτώ καμιά Κυριακή εκεί που δουλεύει σε ένα μεγάλο χωριό. Δυο ώρες και κάτι από δω. Εγώ εδώ έχω έναν φίλο που πηγαίνει τακτικά σε αυτό το χωριό για σφαχτά. Θα πάω κι εγώ να τον βρω. Θα πάρω το άλογο του Ηρακλή του μυλωνά. Θα βάλω και το Γιάννη πίσω στα καπούλια τ’ αλόγου και θα πάμε και θα του τα ψάλλω. Μελό δεν αλλάζει, μακάρι ν’ αλλάξει. Έχει ένα καλό που ακούει, και πολλές βολές δακρύζει, αλλά τι να τον κάνεις; Τα ίδια. Εγώ ο μαύρος τολεγα της θειάκως μου. Μη του δίνεις την κοπέλα, είναι αχαμνός άνθρωπος. Δεν μ’ ήκουσε. Ήταν, λέει, από σόι καλό. Δεν ήθελαν τον Τσιάβο. Τον έλεγαν διακονάρη. Τώρα χτυπάν το κεφάλι τους, ο Τσιάβος γένηκε νοικοκύρης. Γράζει γαζέπι παράδες. Τηράει τη φαμίλια του. Ήρθε την Πασχαλιά στο χωριό καβάλα στ’ άλογο του Μούρτου, τα μουλάρια φορτωμένα βιο, σαν Αμερικάνος ο Τσιάβος. ¨Έτσι ήταν η μαύρο τύχη μου¨, λέει η γυναίκα του. ¨Αντα έρχουνταν ο προκομμένος

Στο χωριό έβανε το ροβόλι στο ζωνάρι, έβανε καμα, κρέμαε το μαντήλι στην κωλότσεπη, κρέμαε και την τζουφέτα  στην μπάλα, και κορδώνονταν. Ε, ήταν και ψια όμορφος¨. Αυτά τους γέλασαν και έδωκαν την κοπέλα. Την πήραν στον λαιμό τους. Αυτός ήταν ανέκαθεν λιμοκοντόρος. Και στην Αμερική που πήγε χαΐρι και προκοπή δεν έκανε. Γύρισε ντεντελίνα, άντε πιάστον τώρα, έσπειρε δυο παιδιά κι γυναίκα τρεις. Πώς να ζήσουν; Τάχουν χαμένα κι αυτός γκιζεράει με τις πραμαντόνες, Είναι κι άλλοι τέτοιοι, θα μου πεις. Ναι, αλλά εμάς μας πονεί για τους δικούς μας ανθρώπους. Εγώ ο μαύρος  έχω την ευκή των γονιών μου. ¨Το νου σου στην Καλλιόπη, στα παιδιά σου¨, μούλεγαν και ματάλεγαν. Έχομε την μπάλα παστρική το σόι μας, έχει καλό ανεμούρι. Δεν το λερώνουμε, τα παιδιά του Μήτρου και της Βασίλως, πρώτα στο χωριό, τα φτυεί ο κόσμος να μη βασκαθούν, πρώτα στα καζάνια, πρώτα στο χορό και στα τραγούδια και στους σιακάδες, όσο για τεμένα κοιμήσου ήσυχη.

  Όσο να λάβεις τους παράδες πάρε στα μαγαζιά του χωριού μας ότι θέλεις. Κουβέντιασα αυτού που ήμουν με τον Μήτση Τζουβάρα, με τον Σωτήρη Στάθη, με τον Παναγιώτη Κοτσαβασίλη και μου είπαν: ¨Μετά χαράς νάρθει η Καλλιόπη, να πάρει ότι θέλει κι άμα στείλεις παράδες τα παίρνομε εμείς¨. Σ’ αρμουνεύω να ξέρεις να πηγαίνεις με το δεφτέρι και τήραγε τι γράφουν και να το παίρεις πίσω το δεφτέρι. Το μαντήλι στο κεφάλι να το δένεις χαμηλά και που είσαι; Τάχα σου πιάνουν το χέρι αστεία, αυτά είναι πονηρά. Είδες τι έγινε με την άλλη, όνομα και μη χωριό. Αστεία τάχα, σιακάδες, γίνηκε όνομα στο χωριό κόντεψε να γένει μακελειό. Το χωριό μας έχει γκοτόσηδες. Δεν έχουν δουλειά να κάνουν, στέλνουν γράμματα και στην Αμερική. Στα είπα κι αυτού που ήμουν, τα γράφω να τα θυμάσαι. Λείπουν οι άντρες και λείπουν οι γάτες, χορεύουν τα ποντίκια. Είσαι γράβα, το ξέρω, δεν σκιάζομαι, μόνο σ’ αρμουνεύω.. Να πάρεις την σαρμανίτσα από την νύφη σου, άμα δεν τη θέλει, μην την χαλάσουνε τα παιδιά της. Θ’ αποκτήσουμε κι άλλα παιδιά και γράψε μου πως πας με την γκαστρεγιά, σούρχουνται αναγούλιες και σκοτούρες; Να μην πηγαίνεις στο πούσι για νερό. Ο Θεός να φυλάει, και μην κολλάς στο πουρνάρι για κλαρί.

  Τώρα σιαπέρα θα ‘χομε το πανηγύρι. Εδώ ανοίγουν μαγαζιά, φέρνουν πραμάτεια. Κατεβαίνουν τα χωριά, πουλάνε σκουτιά, βελέντζες, στρωσίδια κι οι Τσαμπάσηδες πουλάνε άλογα και μουλάρια. Πάμε και κάνουμε χάζι. Όσο και μπακίρια φέρουν και πουλάνε κάτι πατριώτες. Για το πανηγύρι έρχονται κι άλλοι πατριώτες καλαντζήδες, βαενάδες, σαρτζήδες, έρχουνται και μένουν στο κονάκι όσο κρατάει το πανηγύρι.

  Το βράδυ μαζευόμαστε και λέμε τραγούδια δικά μας. Αντρέπονται που μας ακούν οι ντόπιοι. Την άλλη μέρα με ρώταγαν τι λέγαμαν ψες, και τους είπα εγώ, έτσι είναι τα τραγούδια μας, παραπονιάρικα. Εγώ το παίρνω πρώτος το τραγούδι.

                Καλώς ανταμωθήκαμαν εμείς οι ντερτιλήδες,

                Να κλάψουμε τα ντέρτια μας και τα παραπονά μας.

  Έρχεται ένας βαενάς Σιοπικίτης Αρβανίτης, σου παίρει ένα μοιρολόι που σου σπαράζει την καρδιά, μούρχεται να κλάψω, μου φαίνεται είμαι στο χωριό. Λέμε πολλά τραγούδια δικά μας:

                  Τούτον το χειμώνα θέλω να διαβώ\

                  Και το καλοκαίρι καλώς να σε βρω.

 Επέρσι το ρίξαμαν στο χορό. ¨Όξω πλάτυνε χορέ και στρογγυλογύριζε¨. Λέμε και κανα μοραΐτικο: ¨Απόψε μαυρομάτα μου εδώ θέλω να μείνω¨, ¨Αγγέλω κρένει η μάνα σου δεν ξέρω τι σε θέλει¨. Να μη λένε δεν ξέρουμε και τα δικά τους τραγούδια. Παίρνω σιόρο από μια γκότενα, κάθε χρόνο έχει καλό, της γανώνω κανα τηγάνι, χουλιάρια και χουλιάρες.

 Επέρσι την πάθαμαν με το παιδί. Έσφαξε ένα κουφό το γουρούνι πήρα και μπλετσώσαμαν πολύ και μας έκοψε που λες κι όλο στον απόπατο πηγαίναμε κι ο Γιάννης κι εγώ. Όσο για το Γιάννη είναι κι όμορφος ο κερατάς, σ’ ομοίασε. Έριξε μπόι. Τον τηράν οι κοπέλες και δώστου αυτός χτενίζει την τζουφέτα. Έχει και καθρέφτη στην τσέπη. Στο γιελάκι είναι πρώτος και στο μαχαλά καλός, είναι. Για συντήλα αντρέπεται. Μικρός είναι, θα μεγαλώσει και θα μάθει. Παραπέρα θα τον βάλω και στο ντιζιάχι να μάθει να γανώνει, να μάθει να φτιάνει καρφιά, να βάνει κανα μπάλωμα στην τέντζερη.

  Λέμε με το Γιάννη να πάρουμε κανα γομάρι, εδώ βρίσκεις. Να φορτώνομε τα εργαλεία, το μαχαλοσάκι, το ολτάνι, να πηγαίνομε στα χωριά. Παίρνομε στάρι με δουλειά, τραχανά, φασούλια, φορτώνουμε και ξύλα για τη δουλειά, καβαλικεύει κι ο Γιάννης στο δρόμο. Το πουλάει ένας εδώ. Θα πάρει μουλάρι να οργώνει το χωράφι. Χαλεύει διακόσια φράγκα. Δεν είναι πολλά. Έχει σαμάρι και καπίστρι καινούργια. Θα του γανώσω και καμιά τέντζερη, κανά ταψί, κάτι θα γίνει. Είναι βαρβάτος ο αντίχριστος. Πέρα το Μάη κυνηγάει τις γομάρες, μη μου γκρεμίσει το παιδί. Θα τον πάω σ’ έναν εδώ που ξέρει να τον μουνουχίσει, να ‘χω το κεφάλι μου ήσυχο.

  Εδώ το κονάκι έχει κατώι να βάνω το γομάρι, να βάνω και το ζεϊρέ του. Σ’ άλλο γράμμα θα σου γράψω περισσότερα. Η κουριάλω που μας έπλενε τα σκουτιά πάει στα παιδιά της στην Πάτρα. Δεν ξέρω πότε θα ‘ρθει. Θα τα πλένω τώρα μοναχός μου, να μην ψειριάσουμε κι αν δεν γυρίσει τα δίνω στην κυρά Διαμάντω. Τα ‘δινα και πρώτα. Είναι ψιά ακριβότερη, αλλά τα πλένει με σαπούνι, τα μπαλώνει κιόλας. Μόνο που θέλει παράδες, δεν γανώνει τακτικά. Στην άλλη βάβω της γανώναμε τα χαλκώματα. Δεν ήθελε παράδες. Στο πλύσιμο τα καταφέρνω καλύτερα Στο μπάλωμα δεν είμαι μάστορας. Δεν τα μπιρμπιλώνω καλά. Να δουλέψουμε λίγο καιρό εδώ να σου στείλω παράδες κι ύστερα λέω, αργότερα, να πάμε σε ένα χωριό ψηλά, έχουν στάνες. Ήβρα στα μαγαζιά δυο τσοπαναραίους. Έχουν τα καζάνια για γάνωμα, είναι κι άλλες στάνες στο χωριό, έχει και καλύβες. Θα κάνομε πολύ δουλειά. Να γιατί θέλομε το γομάρι που σούλεγα. Θα δουλέψομε ένα μήνα και θα πάρω μαζί μου αυτόν τον ντόπιο. Τον παίρνω τακτικά στα καζάνια, τον παίρνω που και που στις στάνες. Στις απόκριες εδώ έχουνε όλου χοιρινά, τα βράζουν στα καζάνια, τα λιώνουν χώρια το γλυνερό, χώρια το ψαχνό, και πορεύουν όλο το χρόνο, φτιάχνουν αυγά με χοιρινό, καγιανά το λένε και το χειμώνα μαγειρεύουν χοιρινό ψαχνό με τζαρούχια να γλύφεις τα δάχτυλά σου. Πίνουν και κρασί και γίνονται δαυλί. Όλοι εδώ βάνουν κρασιά. Ο ντόπιος στο γάνωμα δεν τα καταφέρνει. Δεν του μαθαίνω την τέχνη εγώ, επίτηδες να μη μας χτυπάει τη δουλειά. Τον έχω μαζί μας για μαχαλά και ξύλα. Σ’ αυτά είναι καλός, βοηθάει και τον Γιάννη και θα γυρίσομε με πολλούς παράδες.

  Στις στάνες τρώμε χλωρό τυρί, γάλα, δίνω το μπραγκάτσι και μου φτιάνουν γιαούρτι και κότες έχουνε στις καλύβες από γκιλιστάρια, άλλο καλό. Που να σας είχα εσάς να χορτάσετε απ’ όλα. Έχουν δικά τους σφαχτά, κρασιά, ψωμί εδώ δεν αγοράζουν σα στο χωριό μας, που πάμε στο Φιλιάτι, για καλαμπόκι. Άμα τύχομε στο χωριό που κάνουν γάμο μας παίρνουν κι εμάς στο τραπέζι και τρώμε. Με ρωτάνε: ¨Γιατί, μάστορα, δεν φέρνεις την φαμίλια σου εδώ να είστε όλοι μαζί;¨ Τι να τους πω ο μαύρος; Τους γιομίζω μάσκα, τάχα έχομε βιό που να τ’ αφήκομε, χωράφια ποτιστικά, ζωντανά έχομε από όλα τα καλά. Κι αυτοί μου λένε: ¨Αφού από όλα τα καλά έχετε γιατί δεν κάθεστε στην πατρίδα σας, στο τόπο σας; ¨Πάλι το ψέμα δουλεύει. Θυμάμαι έναν αλειφιά, δικό μας στα ξένα, Σωτήρη τον λέγανε, τον ρώταγαν: ¨Καιρό έχεις μαστροσωτήρη να πας στο χωριό σου, στη γυναίκα σου ¨Κι αυτός τους απάνταγε: ¨Το ξέρω, θέλω να πάω στο χωριό μου, αλλά έχομε με τι να φάμε το τυρί». Δεν καταλάβαιναν τα κουφά και ματαρώταγαν. Δεν ήθελε να τους πει την αλήθεια, ότι δεν έχομε ψωμί στο χωριό και τους μπέρδευε με κουτοπονηριές αλειφιάτικες. «Που θ’ είσαι μάστορα;», μας ρωτάν. «Από τα Γιάννενα», λέμε εμείς. Που να ‘ξεραν που τους σιαχουλεύομε. Που είν’ τα Γιάννενα και που είναι το Μπαμπούρι!

  Επέρσι μ’ αρρώστησε ο Γιάννης, έφαγε πολλά σύκα, τον χάλασαν, τον γύρισε θερμασιά, τον έπιακε τ’ οργιό, ξάπλωσε στον ήλιο  αυγουστιάτικα. Εγώ, που λες, πήρα κινίνο το ‘λιωσα στο φλιτζάνι, το ‘δωνα να το πιει ο Γιάννης, τίποτε. Δεν άνοιγε το στόμα. Είχε δίκιο ο μαύρος. Φαρμάκι το έρμο. Δεν πήγαινε κάτω. Του ΄λεγαν οι γειτόνοι: «Πιές το, Γιάννη, θα πεθάνεις και θα σε φάν τα ξένα χώματα» Τίποτε ο Γιάννης. Μια μέρα που λες ο Γιάννης είχε αγκούσα. Μου λένε. «Δώστου ρετσινόλαδο να πιει και θα γένει περδίκι».

  Είχαμε πάει στο Μετόχι. Γανώσαμαν τα μπακίρια. Το βράδι φάγαμαν πολύ. Σκιστήκαμαν. Την άλλη μέρα αρρώστησε το παιδί. Όλο φούσκωση είχε. Πήρα ρετσινόλαδο. Το ‘δινα να το πιει ο Γιάννης, σφίγγουνταν. «Βρε, αμάν, πιές το να γένεις καλά». Τίποτα. Το ‘πιανα απ’ τη μύτη γιατί βρωμάει ο αντίχριστος. Το ‘δινα κρομμύδι να φάει πρώτα. Με παίδεψε μισή μέρα, ώσπου το ‘πιε. Αυτά έχουν τα ξένα. Τώρα μεγάλωσε. Τα πίνει όλα. Τηράει και τις λιανοματήνες κρυφά, κάνει τον γκότη, μπήκε στο χορό, χόρεψε και τσάμικο, τον καμάρωσα.

15

Πέρασε ένας πατριώτης μας και έμαθα τα χάλια κάτι χωριανών μας, που πήγαν και χτύπησαν τη δουλειά σε άλλους χωριανούς. Δεν μας φτάνουν οι ξένοι έχουμε και τους δικούς μας.. Έγιναν ρεζίλη. Δεν αντράπηκαν οι μαυρονυκοκυραίοι, κτύπησαν κι εδώ κάτι χωριά. Δεν τους έδωκαν δουλειά. Λίγα πράματα. Πήγαιναν σπίτι το σπίτι. Τα παιρναν μισοτιμής, ως και τα μαγειριά κτύπησαν. Τα καζάνια όσο κι όσο. Θα τους πέτσωναν οι δικοί μας. Αντράπηκαν. Τι θα πει ο κόσμος; Χωριανοί και να βγάζουν τα μάτια τους δεν ματάγινε, ώσπου τσακίστηκαν, κι έφυγαν. Πρόπερσι έρθαν κι από δω, το ίδιο μπουλούκι. Τους είδα, μου έκαναν το φίλο. Εγώ έκανα πως δεν κατάλαβα. Ώσπου έγιναν ξίκι, έφυγαν, δεν ξέρω τσε που πήγαν. Έμαθα έναν τον δάγκασε ένα λαχτένι σε μια στάνη. Καλά του ‘κανε του κερατά! Φχαριστήθηκα. Τι ήθελαν σε ξένα χωράφια; Οι τέτοιοι δεν κάνουν προκοπή και χαΐρι. Δεν πιάνουν έναν τόπο να γνωριστούν με τον κόσμο. Γκιζεράν τα χωριά κι όποιον γελάσουν. Έτυχε να παν σε χωριό και δεν γάνωσαν ούτε χουλιάρι. Να πάρουν ένα κομμάτι ψωμί. Και τόριξαν στη συντίλα. Δεν καζαντιούνται έτσι τα γρόσια. Μωρ’ μαυρονοικοκυραίοι, θα στρώσεις τον κώλο σου να δουλέψεις, νάρθουν τα καλά. Γενόμαστε και ρεζίλη στα κουφά. Μας έχουν για καλούς. Που ναξεραν τι βρυκολάκοι ήμαστε. Κάτι άλλοι πάλι χωριανοί μας πήγαν σε κάτι στρατώνες να πάρουν τα καζάνια και τους είπαν: «Εμείς τα δίνουμε του μαστροχρήστου». Αυτοί τίποτα. «Θα τα γανώσουμε εμείς όσο κι όσο». Και τα πήραν μισοτιμής για ένα κομμάτι ψωμί. Ρεζιλίκια πράματα που λες, δε λέω το ονομά τους, να μη το μάθει το χωριό και δεν θαχουν μούτρα να βγούν στο μισοχώρι, να παν στην εκκλησιά. Κείνο που δεν μπορώ να καταλάβω, δεν το πληρώνουν το καλάϊ; Στο δρόμο το βρίσκουν η το χουμπουρεύουν; Πέρσι που αντάμωσα τον χωριανό μας τον Κίτσο τα λέγαμε κι ήταν με τον Στρατή αντάμα. Δουλεύουν μαζί και γελάγαμαν με τους αχαΐρευτους.

   Όσο για τε μας, γυναίκα, μη σκιάζεσαι, στα χωριά που πηγαίνουμε έχουμε φίλους, έχουμε και κουμπάρους, βρίσκουμε και την πόρτα ανοιχτή, το γιατάκι στρωμένο. Αν δεν έχει κονάκι ο κουμπάρος, κάπου θα βρούμε. Σ’ ένα μεγάλο χωριό που πάμε καθόμαστε στου γιατρού το σπίτι και κάνουμε και το ντόμο. Τον ήβραμαν μια μέρα στο δρόμο. Πήγαινε καβάλα στ’ άλογο σε έναν άρρωστο. Μας κρέμασε και τ’ εργαλεία στο σαμάρι. Είναι καλός άνθρωπος μάλαμα και όλη η φαμίλια του.

   Εγώ έμαθα πολλά από τον μακαρίτη τον μπάρμπα μου τον Γιώρη. Ακόμα δεν ξέχασα την ομορφιά του και την λεβεντιά του και λένε αυτουνού δεν του πήγαινε για καλατζής. Τον τήραγαν οι γκότενες κρυφά και φανερά. Του έλεγαν: «Έλα μέσα, μαστρογιώργη, να φας γλυκό. Εμείς το φτιάχνομε». Σ’ όλα τα χωριά είχε κουμπάρους, βαφτιστήρια, το βράδι κοιμόταν στου κουμπάρου. Εμείς τα παιδιά κοιμόμασταν στο κονάκι. Ήταν παστρικός. Καλός άνθρωπος. Χουβαρντάς. Ψηλός, ροδοκόκκινος και το μουστάκι στριμένο τσιγκέλι. Έβανε και μαντέκα. Είχαν δίκιο οι μαυρογκότενες. Αλληθώριζαν τα μάτια τους, έτρεχαν τα σάλια τους, όσο ήταν στη ζωή ο μπάρμπας μου, ξένος αλειφιάς δεν ζύγωνε. Τον έπαιρναν με τα λιθάρια. Το έπαιρναν που λες σε όλους τους γάμους και τα πανηγύρια. Άμα έμπαινε στο χωριό τον καμάρωναν για την λεβεντιά του, όμοιαζε στη μάννα του τη Βασίλω στο χορό και στα τραγούδια. Στην αρρώστια του τον πήρε στο σπίτι του ο καλύτερος νοικοκύρης, δεν ήταν τυχερό να ζήσει. Κρύωσε βαριά κι άφησε τα κόκκαλά του στα ξένα. Κι όταν πήγαν τα μαντάτα στο σπίτι του, ο κόσμος δεν το πίστευε. Όπως γίνουνταν και με άλλους χωριανούς που πέθαιναν στα ξένα και δεν είχαν μάννα, γυναίκα κι αδελφή να τους κλάψει, να τους μοιργιολογίσει, να τους βλέπει, γιατί τώρα τη μάννα η τη γυναίκα έβαναν στη μέση κι έλεγαν τα μοιργιολόγια, τους έπιαναν τα χέρια γιατί ξερίζωναν τα μαλλιά, έσχιζαν τα μάγουλα με τα νύχια. Έπαιρναν το δρόμο για το γκρεμό. Τι άλλο τις καρτέραε; Πως να μεγαλώσουν τα παιδιά; Έλειψε ο νοικοκύρης, ο προστάτης, έλειψαν όλα. Δεκάρα δεν μπαίνει στο σπίτι. Κόπηκε το νερά σταμάτησε ο μύλος που λέμε. Την άλλη μέρα ψωμί δεν είχε στο σπίτι. Πως θα ζήσει η φαμίλια; Τα παιδιά ψωμί να φαν θέλουν. Δεν ρωτάν αν έχει ψωμί. Η ορφάνια δεν νταγιαντιέται. Σαν αφήνει μικρά ορφανά, τα ΄κοβαν 10 χρονών από το σκολειό και τα ‘στελναν τσα ξένα. Ο Θεός να μας έχει καλά. Κάνω το σταυρό μου. Ξυπνάω τη νύχτα κι όλο το σπίτι μου έχω στο μελό μου. Να μη πεινάσει, να μη λείψει το ψωμί και το λάδι, η ποδεμή.

   Ο Γιάννης κοιμάται κατσουλωμένος. Πάει το ροχαλητό ως πέρα. Καλότυχος που είσαι, Γιάννη. Όσο είσαι μικρός, έγνοιες και σκουλήκια δεν έχεις στο κεφάλι σου. Άμα μεγαλώσεις, τα λέμε. Λένε, το παιδί να πάει πρώτα με τούς ξένους να δουλέψει. Θα γένει καλός. Ο πατέρας δεν το μαλώνει. Το κακομαθαίνει, Έτσι λένε οι Οβραίοι κι έχουν δίκιο.. Άλλα που να ξεραν τι τραβούν τα παιδιά σε ξένα χέρια. Ότι τράβηξαν αυτοί από τους μαστόρους τα βγάζουν διπλά. Πετάν το ξυλόσφυρο να ξυπνήσουν τα παιδιά, να ανάψουν τη φωτιά το χειμώνα, να πάνε για νερό, να φέρουν ξύλα, να πάνε τα χαλκώματα στη γκότενα, να χαλέψουν τσιαχτάϊ, (ψωμί) καν’ αυγό. Και «που ‘σαι γλήγορα να πας να μη φύγουν τα κουφά για το χωράφι». Αυτά ότι καιρός κιαν έκανε, έβρεχε, χιόνιζε, το καλοκαίρι κάτι τρώγουνταν. Πήγα κι εγώ γιαλαξής με ξένους μαστόρους και τάμαθα. Διάλεγαν οι μαστόροι το μαλακό ψωμί, το καθάριο, το τρωγαν αυτοί, τα ξερά και τη μπομπότα τα ‘διναν στα παιδιά. Τα ποδάρια των παιδιών ήταν πληγιασμένα στα κότσια και στα δάχτυλα, από τα παλιοπάπουτσα. Που να τα θυμηθώ όλα. Ζεμάταγαν τα σκουτιά να φύγουν οι τσουρουκλίνες. Το βράδυ βγάζαμαν τις φανέλες. Τις κρατάγαμαν απάνω στη φωτιά.  Έπεφταν κι έκαναν πράτς πράτς σαν τα πουρνάρια στο τζάκι. Άσε τα μπαλωμένα τα σκουτιά. Ήταν ένας δικός μας και μεγάλος στην ηλικία. Φόραε ένα σακάκι, από τα πολλά μπαλώματα, τίποτα δεν φαινόταν από το παλιό. Μου φαίνεται ότι ήταν κάποτε Αμερικάνος κι έκανε το ντόμο στο χωριό και προκοπή και χαΐρι όχι. Τα χρόνια που ήμουν με τον ξένο μάστορα ήμασταν τρεις μαζί. Πηγαίναμαν σε ένα χωριό για δουλειά, καλοκαίρι γιόμα, ανήφορο ζαλωμένοι, τέσσερες ώρες μακριά και πέντε και έξι ώρες, λάσπες, ποτάμια και τα σκυλιά στις στάνες. Οι μαστόροι τα βαριά τα ‘διναν στους μικρούς, κάτσαμαν σε ένα πλατάνι, στον ίσκιο να ξαποστάσουμε. Αν είχαμαν κι ένα κριτσέλι ψωμί να το βρέξουμε, να το χάψουμε γλήγορα να μην αργήσουμε πού για να πάμε στο χωριό, γλήγορα να βρούμε κονάκι να το ξεβρομίσουμε για το βράδι να κοιμηθούμε, να βγούμε μαχαλά, να βρούμε ψωμί, φαί, να μας δει το χωριό. «Ήρθαν οι καλαντζήδες». Καλοκαίρι υποφέρουνταν. Κοιμόμασταν κι όξω, στ’ αλώνια. Το χειμώνα τι γίνουνταν; Με μια βελέντζα σιάδι στο χώμα. Στρώναμαν το μαχαλοσάκι και μια πέτρα η ξυλοπροσκέφαλο, τον ολτάνη (θήκη εργαλείων) το έβανε προσκέφαλο ο μάστορας, σου τρύπαγε το κορμί. Ήλεγαν οι μαστοροι, οι αλειφιάδες δεν έχομε ανάγκη. Γιατρικό έχομε το μισιατήρι. Φεύγουν οι αρρώστιες, παρηγοριόνταν μοναχοί τους κι όποιος αρρώσταινε, κλάψτονε, μάνα, κλάψτονε. Μας έσωνε η σκληραγωγία, από τη σκληρή ζωή που κάναμε από μικροί.   

   Μια φορά πηγαίναμε σε ένα χωριό να δουλέψουμε με τους μαστόρους. Στο πουρνάρι που ξαποσταίναμε που λες τηράμε τον κατήφορο έρχουνταν ένας, μπροστά το γομάρι το χε φορτωμένο κι αυτός πίσω σκόπι στην πλάτη. Είχε τα χέρι κρεμασμένα. «Ντέ, ωρέ», έλεγε στο γομάρι κι έρχουνταν στον ανήφορο. Άντα ζύγωσε και μας είδε κατέβασε το σκόπι κι έκανε πως κούτσαινε. Έκανε το γκαβό. Ήταν διακονιάρης από τα Γκράβαρα. Στο σαμάρι είχε σακούλια πολλά κρεμασμένα, αλλού καλαμπόκι, αλλού στάρι, αλλού αλεύρι, αλλού κριθάρι, αλλού ψωμί. Του λέει ο μάστορας: «Έλα κάτσε κι άστα αυτά. Σας ξέρω εγώ. Παίρνετε τα χωριά σβάρα από το Μάρτη ως τον Αη Δημήτρη. Τον χειμώνα τον βγάζετε στο σπίτι σας». Εγώ άκουγα, δεν ήξερα ο μαύρος ότι κάνουν ψέματα τον κουτσό και τον γκαβό. Ήλεγαν μάσκα. Γέλαγαν τον κόσμο. Έβγαλε ψωμί, ελιές, φάγαμαν όλοι, είχε και κρασί σ’ ένα παγούρι κρεμασμένο στο σαμάρι. Του λέει ο μάστορας: «Ε, πως πάει, βγαίνει μεροδούλι;». Κι αυτός του λέει: «Βγαίνει και καλά, άμα γιομίσουν τα σακούλια τα πουλάω στα μπακάλικα και το χειμώνα είμαι στη φαμίλια μου. Οι περισσότεροι στο χωριό μας αυτοί τη δουλειά μας έμαθαν. Έχει κι άλλους. Άμα τους δεις νομίζεις είν’ αλήθεια γκαβοί, στραμπουλάν τα χέρια τους, τα παν πίσω στην πλάτη, άμα θέλουν, έτσι για να κάνουν και το χέρι το φέρουν στην θέση τους. Κάνει έτσι το χέρι του και το πάει σα σφοντύλι κάτω, πηγαίνει πέρα δώθε. Μας τα κάνουν έτσι από μικρά».

   Εγώ ταγλεπα και μ’ έπιανε ανατσίρια. Σκιάχτηκα. Βγάζουν κι άλλα χωριά διακονιαρέους. Έμαθα βγάζει κι ένα χωριό, τα Λαγκάδια. «Μη λέτε τίποτα» λέει ο διακονιάρης κι έβαλε το γομάρι μπροστά, τόδωκε μια με τη βίτσα και πάει χάθηκε. Εμείς ζαλωθήκαμαν τα εργαλεία, ξεκινήσαμαν για το χωριό. Εγώ το βράδι που έπεσα να κοιμηθώ, όλο σκεφτόμουν το διακονιάρη ότι αυτός με ένα γομάρι, ένα σκόπι, που τάχα κούτσαινε, κρέμαε τα σακούλια, ούτε κονάκι, ούτε γιελάκι, ούτε ξύλα για φωτιά, το πολύ νάβρισκε καν’ αχούρι, κοιμόταν, το γομάρι έβοσκε, είχε μια μαυροβελέντζα και το πρωί κίναγε διακονιά. Νάφευγα από το ζανάτι, κι είσαι και παστρικός. Άμα μεγάλωσα, κατάλαβα. Εμείς δεν έχομε γκαντημή για τέτοια δουλειά. Το μαθαίνουν από μικρά. Κάθε δουλειά έχει το χουνέρι της.

   Και μπαλωματήδες ανταμώναμε στα χωριά στο δρόμο, γνωριζόμαστε το καλοκαίρι, στον ίσκιο, στη βρύση, στρώναμε το προσφάι καταής, τρώμε ότι έχομε κι ότι έχουν αυτοί. Ανταμώναμε τακτικά κι όλο τα ίδια λέγαμε.

    Μοραΐτες οι μπαλωματήδες κάθονταν σ’ ένα δέντρο από κάτω, έχουν έναν τενεκέ με νερό, βρέχουν τις μεντζεσόλες μ’ ένα σουβλί και πρόκες, έτοιμα τα τσαρούχια η τα παπούτσια. Εύκολο ζανάτι. Το ζανάτι το δικό μας που να το πάρει ο διάολος εκεί που βρέθηκε έχει όλα τα κουσούρια. Σου πέφτουν τα ποδάρια. Λίγοι έκαναν προκοπή. Όσοι ήβραν καλό τόπο, έκατσαν γνωρίστηκαν με τον κόσμο δούλεψαν τίμια και έχουμε πολλούς πατριώτες που πρόκοψαν.

   Εμείς εδώ καλά πορεύομε, είναι καλός κόσμος, μας αγαπάνε. Τι να πουν αυτοί που δουλεύουν κάτω στο Τσάμικο; Γυρίζουν στο χωριό, δεν τους γνωρίζουν πατόκορφα μουτζουρωμένοι και φιδοφαγωμένοι. Άντα έρχονται στο χωριό πλένονται. Ρώταγα πρόπερσι έναν χωριανό μας γιατί δεν πλένονται και μου είπε, στο Τσάμικο στα χωριά τόχουν αντέτι αν δε σε ιδούν στη μουντζούρα, χαλκώματα να καλαΐσεις δεν σου δίνουν. Λένα από το Τσάμικο έρχονται γιομάτοι βρώμα. Κάθονται μια βδομάδα και δρόμο πάλι στα σοκάκια, να πας στα τούρκικα χωριά να κάνεις μαχαλά κι αν δεν ξέρεις αρβανίτικα τι να πεις με την Τουρκάλα που είναι κλεισμένη μέσα στο σπίτι; Εσύ απόξω κι αυτή από μέσα. Για να βγει να τη δεις βάνει το φερετζέ και δεν ξέρεις, βάβω είναι η κοπέλα; Κι αρχίζει τα παζάρια, να πάρεις το ντεψί μαύρο, αντίχριστος απ’ τη μπρούστουλη και το κακάβι από το κουρκούτι. Οι Μοραΐτες είναι παστρικοί και γανώνουν τακτικά τα μπακίρια. Δεν μας παιδεύουν πολύ. Είπε η μάνα μου που ήμουν μικρός στον ξάδερφο της τον Κώστα να με πάρει πίσω στα χωριά της Αλβανίας. Και τα’ είπε: «Κάτσε Αγγέλω, στείλτο στο Μοριά το παιδί, τα χαλκώματα εκεί είναι παστρικά, στα χωριά που δουλεύω εγώ σκιάζομαι δεν θα τα βγάλει πέρα το παιδί», κι έτσι δεν πήγα στα χωριά Σωτήρα, Λόγγο κι άλλα που δούλευε ο Λάλος. Όλο καλαμπόκι τρώνε κι αυτοί. Σκιάχτηκε η μάνα μου, που λες, γυρίσαμαν πίσω στο χωριό με τα σκουτιά ζαλωμένη η μάνα μου, είχαμαν και τη θειάκω Δήμαινα κοντά, γυρίσαμαν στο σπίτι.

   Ο δρόμος να κατέβεις στο χωριό, όχι δρόμος, μονοπάτι για κατσίκια, στο βουνό που βρέθηκε ο δρόμος πέτρες και χαλικαριές. Μουλεγε η μάνα μου: «Από γάλια, ψυχούλα μου γραμμένη, μη πέσεις και σκοτωθείς». Είχαμαν και το σκόπι, γιατί αλλιώς στον κατήφορο πέφτεις και σκοτώνεσαι και αφού και στον ανήφορο βοηθάει το σκόπι.

Λέω, τώρα που μεγάλωσα, πως τα κατάφερναν οι γυναίκες πουρχονταν από τη Σωτήρα, το Λόγγο κι άλλα χωριά της Αλβανίας, έρχουνταν στο Μπαμπούρι και ψώνιζαν στα μαγαζιά του Στάθη και του Τζουβάρα, ζαλώνουνταν πολλές μαζί κι έπαιρναν τον ανήφορο, ως που να σκαπετήσουν την Μουργκάνα ώρες πολλές. Είχαν και το κουράγιο να τραγουδάν στο δρόμο, λέω τις ξαπόσταινε το τραγούδι. Γυρίσαμε στο χωριό που λες και πάλι τα ίδια. Να βρει η μάνα μου άλλο μάστορα, άλλο μπουλούκι να με στείλει στα ξένα. Όσοι είχαν τον πατέρα τους, τα’ αδέρφια τους ήταν καλά. Όσοι δεν είχαν, πήγαιναν με τους ξένους και ρώταγαν τι άνθρωπος είναι ο μάστορας, πλερώνει καλά, μην αφήνει το παιδί νηστικό. Είχε και καλούς ανθρώπους, είχε και πολλούς αχαμνούς. Στο χωριό αυτοί όταν έρχουνταν κορδώνονταν, έκαναν τους καλούς, κέρναγαν στου Στάθη λουκούμι και κονιάκι. Στο ταξίδι ήταν αντίχριστοι. Θυμούνταν τι τους έκαναν οι μαστοροι κι έκαναν κι αυτοί τα ίδια. Καημένε Γιάννη, ήσουν τυχερός που δεν πήγες με ξένους μαστόρους. Εγώ εψές ξενύχτησα να πλύνω τα σκουτιά, να ράψω κι ένα μπάλωμα. Εσύ, κοιμάσαι κατσιουλωμένος, ρουχαλίζεις κι εγώ γκαβώνομαι να γράψω γράμμα στη μάνα σου με το λυχνάρι, να μάθει ότι είμαστε καλά, να μη χολιάζει και γλέπει ονείρατα και ταχιά πάει στη γειτόνισσα που ξηγάει τα ονείρατα να της ξηγήσεις «Τι ΄ταν αυτό που είδα απόψε; Ξύπνησα κι ώσπου να φέξει δεν έκλεισα μάτι. Εσύ τι λες μωρ’ βάβω;» Πολλές είχαν κι ονειροκρίτη και διάβαζαν και τα’ ξηγούσαν, άλλες τάξεραν αποξω κι ανακατωτά.

Μια γειτόνισσα όνομα και μη χωριό, σαν πήγαινε να της ξηγήσουν αυτό που είδε απόψε τα’ ήλεγε αν είναι κακό: «Ζόνια μου γραμμένη, μη μου το λες». Άσε που πήγαιναν στου Λιά να τους πουν τα χαρτιά, έσφαζαν κότες να δουν το στηθάμι, το διάβασαν αυτές οι βάβες που τόξεραν έτσι ήλεγαν. Άλλες πήγαιναν να τους πουν τον καφέ, τα διάβαζαν όλα, λέγανε: «Για γλέπω δρόμο ανοιχτό, έρχεται άνθρωπος από τα ξένα, έρχεται γράμμα, έρχονται παράδες, γλέπω άρρωστο ξαπλωμένο, θα ανταμώσεις ένα πρόσωπο, σου φέρνει ένα κακό χαμπέρι». Σπάνια ήταν καλό το φλιτζάνι. Πήγαιναν στη Γκαρέσια στου Μπάλλου, ήλεγε κι αυτή το φλιτζάνι. Τα ίδια ήλεγε κι αυτή. Πήγαιναν και στ’ Αχούρια, στη βάβω να δει το στηθάμι της κότας. Ρώταε η βάβω αν η κότα είναι από κλωσσαριά δική σου, τότε τα λέει όλα. Θυμάμαι, πήγε μια γειτόνισσα να δει η βάβω το στηθάμι. Έχασε το παιδί της στον πόλεμο το ’22. Περίμενε ναρθει το παιδί, γιατί η βάβω έτσι της είπε: «Για γλέπω, έρχεται». Πέρναε ο καιρός κι ο Μίχος δεν φαίνονταν ναρθει. Πάλι σε λίγο το στηθάμι στον κόρφο η μάνα και στη βάβω κι βάβω τα ίδια έλεγε: «Γιάτος στο δρόμο έρχεται»! Κι ακόμα λίγο, ώσπου η μάνα πέθανε με την παντοχή να δει το παιδί της. Το παιδί τόφερναν αγνοούμενο, γιαυτό η μάνα του πίστευε στη βάβω.

   Πήγαιναν οι γυναίκες και στις χαρτορίχτρες, να μάθουν για τους δικούς τους στα ξένα αν είναι άρρωστοι, αν θάχουν γράμμα, αν έρχονται, μην έμπλεξαν με καμιά και άλλα πολλά κακά που βαναν στο κεφάλι τους. Είχαν δίκιο οι μαύρες, όλα τα καρτέραγαν, πολλές έκαναν και ένα και δυο χρόνια να λάβουν γράμμα. Τις έτρωε το φίδι μην έπαθε τίποτα, μη βρήκε καμιά άλλη. «Τι θα γένομε, πως θα ζήσουμε, τι θα πει ο κόσμος; Θα γένουμε όνομα! Που να βγούμε στον κόσμο;» και άλλα πολλά. Τα χαρτιά πάλι τα ίδια τα βγαζαν. «Μια σπαθάτη βγαίνει μπροστά, του κλείνει το δρόμο. Δεν τον αφήνει νάρθει στη γυναίκα του, στη φαμίλια του». Τέτοια πολλά λέγονταν και ακούγονταν σ’ όλα τα χωριά μας.

   Πολλά τραγούδια λέμε στον τόπο μας με το παράπονο και την αγωνία. Μεγάλο το χωριό μας. Όλοι οι άντρες στην ξενιτιά. Άλλοι έρχουνταν, άλλοι έφευγαν, άλλοι αρρώσταιναν μακριά από τους δικούς τους, άλλοι πέθαιναν κι έρχουνταν τα μαντάτα κι όλο το χωριό αρρώσταινε κι όλο το κακό έβαζαν με το νου τους. Αυτό το λένε τα πολλά μοιριολόγια που λεγαν οι γυναίκες στις δουλειές, στα σπίτια που ξέφλαγαν καλαμπόκι κι αλλού. Ράγιζαν οι πλάκες, τα δάκρυα έπεφταν στην ποδιά. Ήταν ευκαιρία να βγάλουν τον καημό τους, το παράπονο. Από ότι έβλεπαν στον ύπνο τους μάντευαν οι δικοί τους τι κάνουν στα ξένα. Ένα από τα πολλά μοιριολόγια ήταν και το παρακάτω:

Κίνησαν τα καράβια τα ζαγοριανά

κίνησε κι ο καλός μου να πάει στην ξενιτιά.

Ούτε γραφή μου στέλνει ούτε αντιλογιά

Μου στέλν’ ένα μαντήλι με δώδεκα φλουριά.

στην άκρη το μαντήλι μουχει αντιλογιά.

-Θέλεις κόρη παντρέψου, θέλεις καλογριά,

θέλεις τα μαύρα βάλε και καρτέραμε.

Εγώ εδώ που είμαι με μαγέψανε.

Με μάγεψε μια κόρη και δεν έρχομαι.

Σύντας κινάω νάρθω χιόνια και βροχές.

Σύντας γυρίζω πίσω ήλιος ξαστεριά.

Τι να πρωτοθυμηθείς στα ξένα! Τι να γένουνται στο χωριό; Κι όταν έρχουνταν χρονιάρες μέρες άλλα φαρμάκια. Τα ξένα είναι ξένα. Το λέει και το τραγούδι: «Όλες τις πίκρες ζύγιασα, βαρύτερα ειν’ τα ξένα!»

   Ξημέρωσε κι εγώ γράφω τους καημούς της ξενιτιάς. Να τον πάρω καμιά ώρα, να ξυπνήσω το παιδί και να φύγομε για τον Αη Νικόλα να γανώσομε τα χαλκώματα που μου παράγγειλε η γκότενα προχτές στο παζάρι, γιατί έχει γάμο την Κυριακή. Παντρεύει την τσούπρα της. Τη δίνει δε έναν Αμερικάνο. Έχει δολάρια, λένε, πολλά. Θα την πάρει στην Αμερική. Θα είμαστε κι εμείς στο γάμο. Έχει να γίνει μεγάλο πατιρντί. Σφάζουν σφαχτά, φαγιά πολλά, ότι θέλει η ψυχή σου. Πλερώνουν καλά. Θάχουν νταούλια και βιολιά. Ποιος ξέρει πόσες μέρες θα γλεντάνε. Έστειλα και τα εργαλεία με την γκότενα. Είχε το μουλάρι. Θα πάμε τραγουδώντας με το παιδί. Στο πανηγύρι θα αγοράσω μεθαύριο κελίμια. Θα αγοράσω βελέντζες και στρωσίδια, να τάχουμε για την κοπέλα. Δεν αργεί να μεγαλώσει. Θα μαζέψω και κάτι παράδες που μας χρωστάν, θα στείλω στο χωριό γλήγορα να πορέψετε στο σπίτι. Εδώ ο κόσμος έχει μελό. Στέλνουν και τα παιδιά τους στο σκολειό, μαθαίνουν γράμματα, μπαίνουν σε θέσεις. Εμείς τοκάναμαν κούτσουρο. Τα παίρουμε τα παιδιά στο ζανάτι. Δεν τα μαθαίνουμε γράμματα, να ζήσουν καλά. Και που ταξιδέψαμαν κι είδαμαν κι άλλον κόσμο καλύτερο, μελό δεν βάλαμαν. Κούτσουρα φύγαμαν, μπούφοι γυρίσαμαν. Αργήσαμαν να ξυπνήσουμε. Κι είχε έξυπνα παιδιά το χωριό μας. Το ‘λεγαν οι δάσκαλοι. Δεν έδιναν σημασία οι δικοί μας. «Να φύγει, να βγάλει το ψωμί του», άκουγες. Απ’ ότι είμαι σε θέση να ξέρω και δεν είμαι σίγουρος, πρώτος έστειλε παιδί στα γράμματα στην Αθήνα ο Κότσια Νικόλας που ήταν στην Αμερική. Λίγια το λεγαν το παιδί. Δεν έζησε το μαύρο. Σκιαχτήκαν οι χωριανοί σαν το μαθαν. Ήταν κακό ξεκίνημα. Ο Χρήστο Τσώνης παλιότερα έβαλε το παιδί του στο σκολείο, εκεί που δούλευε στα Μαζέϊκα Καλαβρύτων, έβγαλε το Σκολαρχείο κι έγινε δάσκαλος στο Μπαμπούρι προ του 1912 επί Τουρκίας. Αυτός θα πρέπει να ήταν ο πρώτος γραμματιζούμενος στο χωριό μας. Έχουμε και τον Χρήστο Καίσαρη που έμαθε γράμματα στην Κέρκυρα. Οι Μοραΐτες τα στελναν τα παιδιά στα γράμματα. Εμείς μείναμε με το ζανάτι. Δεν ανοίγαμαν τα μάτια να δούμε τι κάναν οι άλλοι. Αργήσαμαν πολύ και πάνε τα χρόνια χαμένα, προκοπή δεν είδαμαν. Κι αυτοί που ήταν στην Αμερική δεν ήξεραν περισσότερα. Μάζευαν κανα μαυροδολάριο, τόραβαν στη φανέλα να στείλουν στη φαμίλια, να ρθουν και στο χωριό να φτιάξουν το σπίτι. Το ξεκίναγαν μεγάλο, να ‘ναι ψηλότερο στο χωριό. Δεν έφταναν τα δολάρια. Πολλοί το σκέπαζαν να μπει η φαμίλια μέσα κι έφευγαν για ταξίδι πάλι κι όποτε τελείωνε. Κι έμενε ατελείωτο χρόνια πολλά γιατί δεν ήξεραν που παν τα τέσσερα. Χωρίς λογαριασμό κίναγαν. Τώρα που μεγάλωσα τα κατάλαβα αυτά. Θυμήθηκα που λες να σου γράψω την Κυριακή που μας πέρασε ήμασταν σ’ άλλο γάμο με τον Γιάννη. Πορέψαμαν μπέϊκα. Ένα παιδί που τόχαμαν στην τέχνη παλιά, καλό παιδί, πάντρεψε και την αδελφή του, την έδωσε σε άλλο χωριό. Τρία μερόνυχτα γλένταγαν με βιολιά και με νταούλια. Άσε πόσα σφαχτά έσφαξαν, ψωμιά, μπογάτσες. Έκαιγαν οι φούρνοι μερόνυχτα, έψεναν αρνιά, πολλά κρασιά δικά τους, μέθυσαν έριξαν και ντουφεκιές. Εδώ δεν ξέρουν να κάνουν κριγιασόπιττες, ούτε μπουρέκια φτιάχνουν. Φτιάχνουν χυλόπιτες με πέτουρα, τραχανά, όλοι έχουν γουρούνια και γιδοπρόβατα. Εδώ γλεντάν πολύ. Χορεύουν τσάμικα, τραγουδάνε κλέφτικα, έχουν δικά τους τραγούδια. Χόρεψα κι εγώ τσάμικο. «Ένας αητός καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε…» Κι ο Γιάννης από κοντά, τα ξέρει ο κερατάς, είναι μερακλής. Είναι και ψηλός, τον τηράν οι λιανοματήνες. Άμα χόρευα μπροστά, έριξε παράδες στα νταούλια. Φάγαμαν καλά που λες δυο μέρες. Μερακλήδες οι Μοραΐτες, δίνουν πολλά προικιά, δίνουν σκουτιά, δίνουν όλα τα μπακίρια του νοικοκυριού. Φόρτωσαν τα προικιά στα μουλάρια, με τους συμπεθέρους, μπροστά τα νταούλια και δώστου τραγούδια και ντουφέκια. Εδώ σαν φεύγει η νύφη, που την παντρεύουν σ’ άλλο χωριό, λένε το τραγούδι. «Αφήνω γεια στις όμορφες και γεια στις μαυρομάτες/ εγώ πάω στην ξενιτιά πάω μακριά στα ξένα». Η το άλλο: «Μάνα μου τα λουλούδια μου εσύ να τα ποτίζεις». Λένε και το: «Η Μαριωρή παντρεύεται κι όλος ο κόσμος χαίρεται». Λένε και το περίφημο:

Λάλα το αηδόνι, λάλα το σ’ όλα τα περιβόλια

Και στο δικό μου το μπαξέ αηδόνι μη λαλήσεις

Γιατί είμαι λίγο άρρωστος και λίγο λαβωμένος.

Με λάβωσε μια λυγερή μια χήρας θυγατέρα

Πόχει το μάτι σαν ελιά το φρύδι σαν γαϊτάνι.

Πολλές φορές περπάτησα, άντε καημένη λεβεντιά,

Μ’ ένα καλό κορίτσι, να το φιλήσω ντρέπομαι

Να της το πω φοβούμαι, άντε καημένη λεβεντιά.

Εγώ στα γράφω ο μαύρος να τα ξέρεις όλα, πως πορεύομαι στα ξένα. Είναι καλός ο κόσμος εδώ. Τόσα χρόνια μας ξέρουν. Πλενόμαστε τακτικά κι αλλάζουμε, να είμαστε παστρικοί. Στα χωριά που πηγαίνουμε το χειμώνα μας ρίχνουν βελέντζες από το γιούκο καινούργιες που τις έχουν για προικιά, προσέχομε. Θα ματαπάμε σ’ αυτό το σπίτι.

   Απόψε έμεινα άυπνος να τελειώσω το γράμμα, νατο στείλω. Τρεις βραδιές το γράφω, να μάθεις πως πορεύομαι, νομίζω ότι κουβεντιάζομε, ότι καθόμαστε σταυροπόδι, στη γωνιά στο τζάκι. Κι όλο θέλω να γράφω της ξενιτιάς τα ντέρτια. Ξαλαφρώνω, κάνω κουράγιο κι όλο σκέφτομαι πότε θα περάσει ο καιρός νάρθω πάλι στο χωριό, να χαρώ τη φαμίλια. Τα ξένα είναι ξένα όσο καλά να περνάς. Τίποτα δεν είναι καλύτερο από τον τόπο που γεννήθηκες, από τους δρόμους του χωριού σου, από την εκκλησία του χωριού σου, όταν ακούω την καμπάνα εδώ το χωριό μου θυμάμαι. Δεν θα ξεχάσω, όταν μικρός πρωτοταξίδεψα και βρέθηκα σε άλλους τόπους, έκλαιγα μέρα και νύχτα. Χρειάστηκε πολύς καιρός να συνηθίσω την ξενιτιά, μακριά από τη μάνα, τα’ αδέλφια. Κι ας ήταν φτωχός ο τόπος μου κι ας έχει εδώ περισσότερα καλά κι ας περνάμε καλύτερα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: