Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Η ζωή που κάναμε στην ξενιτιά ήταν πολύ σκληρή και με πολλές στερήσεις. Και πρώτα από όλα στερούμεστε την οικογένεια κι αυτό κράτησε μέχρι τον πόλεμο 1940-45 με λίγες εξαιρέσεις. Αυτό είχε μεγάλο κόστος, υπέφεραν και οι άντρες στα ξένα και η οικογένειες στο χωριό. Ήταν υποχρεωτικός ο χωρισμός. Όσοι πήραν μαζί τις οικογένειες έζησαν πολύ καλά, όπως και τα παιδιά τους. Η γυναίκα θα φροντίσει για το φαί, το σπίτι, την καθαριότητα, που την είχαμε ανάγκη, λόγω της δουλειάς που είχε μουτζούρες. Τι να κάνεις, χωρίς τη γυναίκα, τη νοικοκυρά; Τα χρόνια κείνα που έλειπαν τα σημερινά μέσα, λίγο σαπούνι κι αυτό με οικονομία. Εγώ έζησα, έστω μικρός, δούλεψα στην τέχνη, τα ξέρω από πρώτο χέρι. Όλες οι μέρες ήταν ίδιες, γιορτές, καθημερινές, πασκαλιές και θάλεγα οι μεγάλες γιορτές ήταν πικρές χωρίς οικογένεια, και για να γράψω σε όλη τη έκταση και σ’ όλες τις λεπτομέρειες τη ζωή μας, κούραση, δυσκολίες, ελλείψεις. Σήμερα στο ένα χωριό, αύριο στο άλλο, μάλιστα μας βασάνιζε το φαΐ, το ψωμί που δεν έβρισκες να αγοράσεις. Απ’ την καλοσύνη των ντόπιων περίμενες, γινόσουν ενοχλητικός, ταπεινωνόσουν. Καλύτερα ζούσαν αυτοί που δούλευαν στις μεγάλες επαρχιακές πόλεις, αλλά αυτοί ήταν και οι λιγότεροι. Στες πόλεις μικρές η μεγάλες ήταν ξεκούραστο, δεν περπάταγαν ώρες ζαλωμένοι να φτάσουν σ’ ένα χωριό, που τον χειμώνα ήταν μαρτύριο, που να κοιμηθείς, τι να φας κι άλλα πολλά που δεν λέγονται και για να γραφτούν όλα αυτά γεμίζουν βιβλία. Αυτά που γράφω στις αναμνήσεις μου από την ζωή των καλαντζήδων δεν είναι όλα. Και μάλιστα μειονεκτώ, γιατί τα γράφω μπερδεμένα και δεν γινόταν αλλιώς, πέρασαν πολλά χρόνια, δύσκολα μπαίνουν σε τάξη, απλώς ήθελα να γράψω λίγα πράγματα μια που τα έζησα, και μια που το κύριο επάγγελμα τότε του χωριού μας ήταν αυτό.

Ψέματα, πάντως δεν γράφω.

20 τ’ Άη Δημήτρη

Νοικοκύρη μου, Αντριγιά, σε γλυκοασπάζομαι. Η κοπέλα σου φιλάει το χέρι. Υγεία έχομεν και υγεία ποθούμε. Καιρό έχω να λάβω γράμμα σου και δεν γνωρίζω το αίτιό σου. Έγλεπα και κάτι παλιοονείρατα προψές και δεν έκλεισα μάτι. Στις 8 τ’ Αϊ Δημήτρη έλαβα το τσέκι με τους παράδες και με τις έρμες τις δουλειές δεν άδειασα να σου γράψω γλήγορα. Σκιαχτήκαμαν για την αδελφή μου την Τσίλω που την δάγκασε μια γκουσταρίτσα. Εκεί που μάζευαν λάχανα μ’ άλλες κοπέλες. Της βάλαμαν ένα βότανο, μας το ‘δωκε ο παπά-Αναστάσης και γίνηκε καλά.

   Ήμασταν με την κοπέλα στο λόγγο. Κόψαμε ξύλα για το χειμώνα και τα κουβαλάγαμαν πότε ζαλωμένες οι μαύρες, πότε με την γομάρα της Γιάννοβας.

   Έχω ένα σφάχτη στην πλάτη, να βάλω την κοπέλα να με πατήσει, ναρθει κι Μηλιά να μου κόψει βεντούζες. Είναι από τα ζαλώματα, νοικοκύρη μου. Αλυχτάω από τους πόνους.

   Τις προάλλες ήμουν στο Φιλιάτι. Χάλασα το τσέκι στου Κουφάλα. Ψώνισα ζάχαρη, καφέ πήρα και ένα φόρτωμα καλαμπόκι. Πήρα ντρίλι για ποδιά, πήρα λουκούμια και ζαχαράτα για την ονομασία σου, πήρα μια μπουκάλα λάδι, πήρα πανί να φτιάκω ρουτί, πήρα ράμματα, πήρα ένα μαντήλι για το κεφάλι για την εκκλησιά. Πήρα τσαρούχια για την κοπέλα, για τεμένα δεν έφτακαν οι παράδες. Θα πάνω τα τσαρούχια στου Μήτση Τσέρη να μου περάσει μεντζεσόλες και να μου βάλει και πρόκες να πορέψω. Του χρωστάω και κάτι παλιά, είναι καλός ο μαύρος, άμα λάβω παράδες θα τον πλερώσω. Ήταν γερά, πόρεψα έναν χρόνο. Τα ΄χα πάρει από τον Παναγιώτη Πλέσιο.

  Ψώνισα τρεις οκάδες φασούλια, πήρα και τρεις οκάδες αλεύρι άχνη να πάνω λειτουργιά στον παπά να σε βλογάει, να σκώσω και ύψωμα στην ονομασία σου τ’ Αντριγιός. Στάρι έχω. Γλέπεις, νοικοκύρη μου, έχω έξοδα. Δεν φτουράν οι παράδες. Εσύ να ‘σαι καλά. Είπα να ‘βανα δέκα οκάδες τυρί στη μπούντενα, τερχεται χειμώνας, να τρώμε ένα τρίμα. Λέω να το πάρω στην Αγγέλω του Μπάλου. Δεν βιάζεται τους παράδες. Πήγα και μ’ όριξε και το φλιτζάνι. Μου ΄πε καλά χαμπέρια για τεσένα. ήταν κι άλλες γυναίκες. Είχα καφέ δικό μου. Πιάνεται καλύτερα. Μου ‘δωκε γάλα. Εφτιακα τραχανά.

  Σοπλεξα τσερέπια για τον χειμώνα, να μποργα να σταστελα. Πήρα μαλλί από την Κοτσώνω. Ακριβό το έρμο. Θέλω να βάλω μάστουρα να γυρίσει τις πλάκες στο σπίτι, στάζει με την βροχή τον χειμώνα. Βάνω το κακάβι και το λυγένι και πιάνω τα σταλάγματα. Σκιάζομαι, θα σαπίσει η γρεντά. Πήγα και το τσαπί στο γύφτο και μου το κόλλησε. Μου τρόχισε και το κασάρι. Είναι ακριβός ο σκατόγυφτος. Μήνα στο Φιλιάτι είναι φτηνά; Την Τετράδη πήγα άλεσμα στου Λιά, στο μύλο του Χαϊδή. Έχεις τα δέοντα. Στο δρόμο αντάμωσε το παιδί τον Τάση της Κίτσαινας της μότριμας. Δεν τον γρώνισα. Γκουτζιά γομάρι ως απάνω. Λένε έρθε από ταξίδι για παντρειά, λένε για μια κοπέλα της κουμπάρας της Σωτήραινας. Ακόμα τόχουν κρυφό. Εγώ στα γράφω ένα ένα να τα μαθαίνεις όλα τα χαμπέρια του χωριού.

   Έρχεται η ονομασία σου, θάρθει κόσμος στο σπίτι. Χρωστάω και κάτι στου Σωτήρη Στάθη και στου Μήτση Τζουβάρα. Μια οκά κριγιάσι, άλλη βολά θα τα πλερώσω, ναχω τη θύρα ανοιχτή, δεν τα χάνουν από τεμένα. Αγωγιάτη δεν πλέρωσα από το Φιλιάτι, μόδωκε η ανιψιά μου η Φώτω το γομάρι, ζαλώθηκα τριγιάντα οκάδες, στο δρόμο μας έπιακε βροχή. Μουσκέψαμαν ως το κόκαλο στο ποτάμι, κοντέψαμαν να πινιγούμε. Κατέβαζε κούτσουρα, ως τη μέση μας πήγε το νερό. Ο Αη Θανάσης μας γλύτωσε και δεν μας πήρε το ποτάμι. Θα φτάναμαν στον Γκόζιακα. Νυχτώσαμαν.  Ήταν κι άλλες γυναίκες ζαλωμένες. Είχαμαν και δυο βάβες, δεν μπόργαν να περβατήσουν οι μαύρες. Είπαμαν να κοιμηθούμε στης Κίτσω Γάταινας, ας ειν’ καλά η μαύρη.

   Βήκαμαν στου Βλάση χουγιάξαμαν κερθαν χωριανές με φανάρια και δαυλιά στις Ακουμπίστρες, στο κόνισμα. Και μας βοήθησαν. Άλλες γυναίκες καϊτέραγαν στο Ραϊδιό. Μούσκεψαν και τα τσαρούχια και περβατάγαμαν με τις πατούνες. Καλά που είχα μουσαμά και δεν μου βράχηκαν τα πράματα. Η κοπέλα είχε ανάψει τη στιά με κούτσουρα, έριξα την βελέντζα την κόκκινη, κατσουλώθηκα και μου πέρασε το σφάγιο από το ζάλωμα. Όσο για τεμένα μη σκιάζεσαι, εσυ νάσαι καλά. Ηφερα και τον παπά Γιώρη και μουκαμε αγιασμό στο σπίτι. Ο κόσμος είναι κακός.

   Ακόμα σου γράφω η αίγα είναι γκαστρωμένη. Τρίγια κατσίκια θα κάνει, μου τόπε η Κοτσώνω που ξέρει. Θαχομε γάλα να πίνομε τον χειμώνα, θα φτιάκομε και ξινόγαλο, το τρώει η κοπέλα και κορφίγκο και σιυλήρα. Ένα κατσίκι θα το κρατήσω να το σφάξομε άμα θάρθεις εσύ.

   Ήφερα τον μπάρμπα μου τον Κώτσια και μουφτιακε το φούρο, μουφτιακε και το κοτέτσι, μη μου φάει η αλουπού τις κότες. Τόσον καιρό κοιμόνταν στην κουτσουπιά. Τον πέτο μου τον πήρε το γεράκι. Έσκασα η μαύρη από την  στεναχώρια μου. Τον είχα και βάτευε τις κότες. Πρέπει να ‘χεις πέτο στο κοτέτσι, να βάλεις κλωσσαριά, να βγάλεις πουλιά. Τον φούρο τον πέτυχε. Εφτιακα λαχανόψωμα και μια κουλούρα από το καλαμπόκι το δικό μας. Μου χάλασε και η γάστρα. Άμα θαρθεις να φέρεις καλάϊ για να καλαΐσουμε τα μπακίρια. Τώρα θα πορέψουμε. Θα σου φτιάκω και κριγιασόπιττα. Θα σου ‘χω και σιυλήρα. Την υγειά σου να ‘χεις.

   Έφτιακα πέτουρα για τον χειμώνα. Αστόχησα να σου γράψω. Πήρα του μπεξή του χωριού μας του Σπύρου ένα μπιρμπίλι και τσιγαρόχαρτο από το Φιλιάτι και καπνό. Μας φυλάει το αμπέλι. Το ‘δωκα και το μαντήλι το κόκκινο το δικό σου για το λαιμό. Το είχα στη καρσέλα. Άμα θαλάρθεις να φέρεις άλλο. Είπα με την κοπέλα παρέκει να πάμε να μαζέψουμε κούμαρα κάτω στο λόγγο, να βγάλω ρακί στα καζάνια, θα βγάλουν κι άλλοι χωριανοί. Είναι καλή για το χειμώνα. Άμα σε πονεί η κοιλιά, κάνει και για τρίψιμο στην πλάτη. Πονούν τα κόκαλα από τα ζαλώματα, έχω σφαγιό παλιό ζερβά μεριά. Πέρσι κρύωσα και δεν φεύγει το έρμο. Θα γιομίσω μια μπούκλα. Μπαίνει και κανένας στο σπίτι. Θα κρύψω και μια μποτίλια για τεσένα, άντα θαλάρθεις με τη δύναμη του Θεού και της Παναϊγιας.

   Έφέτο είχε γαζέπι κράνια. Μαζέψαμαν σύκα, φτιάκαμαν σκομαϊδες και τσαπέλες, ήταν καλή χρονιά, οι κρεβατίνες γιομάτες, γαζέπι, όσο κι γρέντζουλιές ήταν  γιομάτες, ακόμα έχουν σταφύλια. Οι γκορτσιές κι αυτές είχαν πολλά γκόρτσα. Μαζέψαμαν πολλά. Τα τρώμε κι εμείς. Έχω και στο κατώι για την αίγα. Τρων κι κότες.

   Προψές τα μεσάνυχτα λαχταρήσαμαν. Αρρώστησε η κοπέλα της Γιώργαινας. Της λύθηκε ο αφαλός. Πήγα και τον έδεσα. Ξέρω εγώ από τη μάνα μου. Με φωνάζουν κι άλλες γυναίκες. Η Μηλιά είχε ανεμοπύρημα. Πρήστηκε στα μάγουλα, και πόναγε η μαύρη. Πήραν τη βάβω Λένη και το ξόρκισε κι έγινε καλά.

   Έχω μια δοντούρα, με πονεί το βράδι, δεν μπορώ να κλείσω μάτι. Λέω να πάω στο Κώστα Μίκα να τη βγάλω. Έχει δοντάγρια και τις βγάζει. Πηγαίνουν κι άλλες γυναίκες και βγάζουν. Έχει και στου Λιά έναν που βγάζει δόντια. Λένε αυτός τα βγάζει γρήγορα και δεν πονεί πολύ. Να ειδώ τι θα κάμω. Η κοπέλα είχε ένα δόντι, την πόναγε, κουνιότανε, έβαλα τη λινιά, το τράβηξα και το ‘βγαλα. Σκίαζουνταν, δεν μ’ άφηνε ο αντίχριστος. Όταν με πονάν τα δόντια, βράζω αγριάδα χορτάρια και καταπραΰνει ο πόνος.

   Το άλλο να σου γράψω, νοικοκύρη μου;

Έχει χάλια ο κόσμος. Χειμώνας έρχεται. Ο Θεός να βάλει το χέρι του. Δεν φτάνουν οι φτώχιες, έχουμε και τις αρρώστιες. Άμα πας στο γιατρό του Τσαμαντά, σου λέει: «Πάρε τούτο, πάρε κείνο, να τρως καλά», και δεν σε ρωτάει με τι παράδες τα παίρουν αυτά.

   Έχεις τα δέοντα από όλους. Όλος ο μαχαλάς με ρωτάει αν έλαβα γράμμα. Ως κι ο Μίχος με ρώταγε. Δεν αστοχάει που το ‘δινες τσιγάρες. Τον κέρναγες στα μαγαζιά, κονιάκι και λουκούμι. Του δίνω κι εγώ κανα κομμάτι ψωμί, το τρώει ο μαύρος. Πεινάει. Ήταν κι ο Φώτος εδώ. Είχα καιρό στο χωριό. Τώρα, έμαθα, έφυγε. Τον πήρε για δουλειά ο Αντώνης, απάνω στην Κατερίνη. Τον παίρουν τον Φώτο. Είναι καλός γιαλαξής. Ο Μίχος δεν θέλει δουλειά. Την βαριέται. Όπου τον πήραν έφυγε. Έτσι ζει, ψωμί εδώ, ψωμί εκεί, πορεύει.

   Έμαθα, ένας χωριανός μας Αμερικάνος, λένε, κάπου φτιάνει μύλο, εδώ σιακάτω στους Λάκκους. Μακάρι να αλέθουμε κι εμείς που φτάνομε στου Λιά. Λένε είναι ο Χαράλαμπος του Παρούση που ήρθε από την Αμερική.

   Μου ‘λεγε η Νικόλαινα θα μαζέψουν και το νερό από τις κρανιές στο λάκκο κι άλλα σιακάτω. Το χειμώνα έχει νερά. Δεν ξέρω το καλοκαίρι τι θα γένει. Σ’ άλλο γράμμα θα σου γράψω περισσότερα. Ας είναι καλά η κοπέλα της Νικόλαινας που μου γράφει το γράμμα. Άμα πάω στο Φιλιάτι θα της πάρω ένα μαντήλι για το κεφάλι. Είναι και ντέλι κοπέλα η σκασμένη. Ξέρει και γράφει καλά γράμματα. Γράφει σ’ όλες τις γυναίκες. Απόψε άδειασε η μαύρη μου, το γράφει με το λυχνάρι. Τη μέρα έχει δουλειές.

   Ταύτα και μένω σ’ απάντησή σου. Σε γλυκοασπάζομαι. Στα δυο μάγουλα εσένα και το παιδί. Και μην αστοχάς να στέλεις γράμμα στην φαμίλια σου. Έχεις τα δέοντα από τη μάνα σου κι από τη μάνα μου. Είναι καλές οι βάβες, δεν έχω παράπονο. Εγώ άμα λαβαίνω παράδες δεν τις αφήνω έτσι. Κάτι θα τους βάλω στο χέρι, κι όλο μου λένε: «Την ευχή μου να ‘χετε, χώμα να πιάνετε, μάλαμα να γένεται». Ακόμα σου γράφω, η Σωτήραινα πήγε στο κατώι να πάρει ξύλα στη θεμωνιά και τη δάγκασε μπιτσιλιάκος. Αλύχτησε η μαύρη από τους πόνους, δεν έκλεισε μάτι, άυπνη ως το πρωί, έκατσα και της έβαλα μολόχα κατάπλασμα, ξαλάφρωσε και το πρωί την πήρε ψίχα ο ύπνος.

                                    Με το καλό ν’ ανταμώσουμε

                                       Σε γλυκοασπάζομαι

                                          Η νοικοκυρά σου

                                            Καλλιόπη

                                    Ανάθεμά σε ξενιτιά

                                 Με τα φαρμάκια πούχεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: