Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή

η Ελένη…


ανάρτηση: Γιάννης Λοβέρδος 

Μπορεί να είναι εικόνα 3 άτομα και άτομα που στέκονται

 Στις 27 Αυγούστου του 1948 η Ελένη Γκατζογιάννη από το χωριό Λιάς της Ηπείρου, καταδικάζεται από «λαϊκό δικαστήριο» του επιλεγόμενου «Δημοκρατικού Στρατού» των κομμουνιστών σε θάνατο γιατί έσωσε τα παιδιά της από το παιδομάζωμα. Βρήκε φρικτό θάνατο γιατί ήθελε τα παιδιά της να ζήσουν ελεύθεραΟ γιος της Νικ Γκειτζ, ζει ακόμα και η ταινία για τη ζωή και τον θάνατο της, που βασίστηκε στο δικό του μπεστ σέλλερ βιβλίο, δεν έχει προβληθεί από κανένα κανάλι. Τιμούμε στο πρόσωπο της όλα τα θύματα του φανατισμού και της τυφλής βίας, που έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία!

ProtoThema.gr

Η εγγονή της «Ελένης» που εκτελέστηκε από τον ΔΣΕ διαφημίζει την Ελλάδα σε όλο τον κόσμο

Η εγγονή της «Ελένης» που εκτελέστηκε από τον ΔΣΕ διαφημίζει την Ελλάδα σε όλο τον κόσμο

Βασίλης Τσακίρογλου24/05/2017, 06:56 Upd:24/05/2017, 11:48 235

Thema Insights

Πώς η κόρη του Νικόλα Γκατζογιάννη, συγγραφέα του περίφημου βιβλίου για τον Εμφύλιο, ξεπέρασε την οικογενειακή κληρονομιά της φρίκης των εκτελέσεων

Το ίδιο το όνομά της ήταν μπεστ σέλερ εξαρχής, η ευλογία και η κατάρα της ως συγγραφέας πριν καν γράψει έστω και μία λέξη. Ευτυχώς για την Ελλάδα και τη διεθνή της εικόνα, το όνομα «Eleni N. Gage» παραμένει εγγύηση προσέλκυσης ενδιαφέροντος.

Ιδιαίτερα όταν εξυμνεί τη χώρα μας, γράφοντας, π.χ., στο κορυφαίο ταξιδιωτικό περιοδικό του πλανήτη, το «Condé Nast Traveler»: «Θέλω να ακούω ελληνικά, να γεύομαι ζουμερές ντομάτες και να παρασύρομαι γλυκά σε συζητήσεις που έκανα από τότε που ήμουν πολύ μικρή και ζούσαμε στην Αθήνα. Κάθε χρόνο οι φίλοι που ψάχνουν για μια ‘‘πραγματικά μοναδική εμπειρία’’ με ρωτούν ποιο είναι το πιο ‘‘φρέσκο’’, το πιο υπέροχο ελληνικό νησί». Εν προκειμένω, στο «Condé Nast Traveler» η Ελένη αποθεώνει τη Μήλο, ούτως ή άλλως όμως το ύφος και ο τόνος της δεν απέχουν πολύ από τον διθύραμβο κάθε φορά που γράφει για την Ελλάδα. Η Ελένη Γκατζογιάννη γεννήθηκε στην Αμερική όπου και μεγάλωσε, ενώ εκεί σπούδασε Μυθολογία και Λαϊκό Πολιτισμό. Και ενώ αρχικά είχε αναπτύξει μια αυθόρμητη αποστροφή για οτιδήποτε είχε να κάνει με το μαρτύριο της γιαγιάς της, τελικά έγραψε και εκείνη τη δική της «Ελένη» αναζητώντας τον τρόπο να συνομιλήσει μαζί της – αν και τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι έκανε ο Νίκολας Kέιτζ.

«Η γιαγιά μου», γράφει η Eleni N. Gage, «έχοντας απομείνει μόνη στο χωριό της, τη Λια, συνελήφθη, φυλακίστηκε, βασανίστηκε και εκτελέστηκε επειδή οργάνωσε την απόδραση των παιδιών της. Οι κομμουνιστές αντάρτες είχαν καταλάβει το σπίτι των παππούδων μου και το είχαν κάνει αρχηγείο τους, επειδή ήταν το μεγαλύτερο στο χωριό. Αλλά οι αντάρτες ήθελαν να τιμωρήσουν τη γιαγιά μου, επειδή ο άντρας της εργαζόταν στην Αμερική. Γι’ αυτό την καταδίκασαν, εκείνη και την οικογένειά της. Με τα τέσσερα παιδιά της να έχουν καταφύγει σε στρατόπεδο προσφύγων και το πέμπτο, την τότε 15χρονη Λίλια, να θερίζει στάρι για τους αντάρτες σε κάποιο μακρινό χωριό, η γιαγιά μου πέρασε τις τελευταίες εβδομάδες της ζωής της χωρίς την οικογένειά της, αλλά στο σπίτι της. Οι στρατιώτες έστελναν τις ντόπιες γυναίκες και νεότερες κοπέλες να κάνουν βαριές δουλειές, εκπαίδευαν τα κορίτσια στον πόλεμο και, εν τέλει, άρχιζαν να αρπάζουν τα παιδιά από τους γονείς τους. Τα έστελναν εκτός Ελλάδας, πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Οι αντάρτες έχαναν τον πόλεμο, είχαν όμως την ελπίδα ότι παίρνοντας τα παιδιά και εγκαθιστώντας τα αλλού, εάν τους εμφυσούσαν τις δικές τους αρχές και τα υπέβαλλαν σε στρατιωτική εκπαίδευση, μπορεί να έφταναν σε μια μεγαλύτερη νίκη. Η γιαγιά μου, αφού έμαθε γι’ αυτό το σχέδιο απομάκρυνσης των παιδιών, προσπάθησε να διοργανώσει τη δραπέτευση των παιδιών της στην Αμερική. Εκεί είχε μεταναστεύσει ο σύζυγός της πριν από την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου». 

Κατ’ αυτό τον τρόπο εξηγεί γιατί το όνομα «Ελένη Γκατζογιάννη» ήταν ήδη εξ ορισμού μια σχεδόν ασήκωτη κληρονομιά και ένα αναπόδραστο καθήκον: κάτι όφειλε να κάνει αυτό το ονοματεπώνυμο, υποχρεωτικά και επειγόντως – και όντως έτσι το ένιωθε, τουλάχιστον από κάποια φάση της ζωής της και έπειτα. Κάτι που να περιέχει οπωσδήποτε την Ελλάδα και την τραυματική ιστορία ενός ολόκληρου λαού, την τραγωδία του Εμφυλίου, τον πόνο μέσα από τον οποίο ζυμώθηκε η οικογενειακή της ταυτότητα από το 1948, όταν και εκτελέστηκε από τον ΕΛ.ΑΣ. εκείνη η πρώτη Ελένη Γκατζογιάννη.

Το βιβλίο του Ν. Γκατζογιάννη έχει γνωρίσει διεθνή επιτυχία (είναι μεταφρασμένο σε 32 γλώσσες. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε από την Ελληνική Ευρωεκδοτική, τον εκδοτικό οίκο του Μιχάλη Αδαμόπουλου και του Γιώργου Βουκελάτου)

Ωστόσο, η εγγονή της χρειάστηκε να διαγράψει μια μεγάλη παρακαμπτήριο πριν συνθηκολογήσει με την επιταγή του πεπρωμένου της. Η νεαρή Ελένη Γκατζογιάννη σταδιοδρόμησε στην αρχή ως συντάκτρια σε ανάλαφρα γυναικεία περιοδικά γράφοντας για μόδα, ομορφιά κ.ο.κ., πριν στραφεί στη συγγραφή και την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Παράλληλα δημιούργησε οικογένεια με έναν έμπορο καφέ από τη Νικαράγουα και έχει δύο «Greekaraguan» -όπως τα χαρακτηρίζει- ανήλικα παιδιά. Ταξιδεύει συνέχεια ανά τον κόσμο και οπωσδήποτε μία φορά τον χρόνο στην Ελλάδα. Με εξαίρεση δύο αρκετά μεγάλες περιόδους όπου μετοίκησε στη χώρα μας, η κόρη του Νικόλα Γκατζογιάννη ζει μόνιμα στο Γουόρστερ της Μασαχουσέτης. 
Η Eleni Ν. Gage, όπως είναι γνωστή (κάνοντας ένα λογοπαίγνιο με το «engage», που σημαίνει «εμπλέκομαι», «με αφορά», «συμμετέχω»), τα τελευταία χρόνια έχει αναλάβει οικειοθελώς χρέη άτυπης πρέσβειρας της Ελλάδας. Διαλαλεί με κάθε ευκαιρία και σε όλη την υφήλιο τις χάρες της χώρας μας, της μακρινής της πατρίδας, της δικής της και των προγόνων της, με καταφανώς ανυπόκριτο ενθουσιασμό: «Αν είχα υπογράψει κάποιο προγαμιαίο συμβόλαιο, αυτό θα περιείχε τον όρο ότι κάθε χρόνο ο σύζυγός μου, ο Εμίλιο, θα έπρεπε να με συνοδεύει στην Ελλάδα», ήταν η φράση με την οποία η Ελένη Γκέιτζ επέλεξε να ξεκινήσει το αφιέρωμά της στη Μήλο στο «Condé Nast Traveler».


Διακοπές με τον πατέρα της Νικόλα Γκατζογιάννη, τον σύζυγο και τα παιδιά της 

Η τρικυμία «Ελένη»
Αυτό που κατέληξε να κάνει σήμερα στο όνομα της Ελλάδας η νεότερη Ελένη, δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ χωρίς την τεράστια απήχηση που είχε το βιβλίο του πατέρα της «Ελένη», το οποίο γνώρισε παγκόσμια επιτυχία αιφνιδιάζοντας ακόμη και τον ίδιο τον συγγραφέα. Το έργο του μάλιστα έχει μεταφραστεί έως σήμερα σε 32 γλώσσες, έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα και έχει γίνει ακόμη και ταινία με πρωταγωνιστή έναν από τους κορυφαίους Αμερικανούς ηθοποιούς, τον Τζον Μάλκοβιτς, ο οποίος υποδυόταν τον Νικόλα Γκατζογιάννη και τριγύριζε όντως στην Ελλάδα – όχι όμως στο πραγματικό χωριό Λια, διότι δεν δόθηκε η σχετική άδεια για γυρίσματα επιτόπου, υπό τον φόβο επικίνδυνης έξαψης των πνευμάτων. Οταν το βιβλίο επανεκδόθηκε στην Ελλάδα το 2004, προλογικά σημειώματα υπέγραψαν πολιτικές φυσιογνωμίες που θήτευσαν στα ύπατα αξιώματα της Πολιτείας, όπως ο Κάρολος Παπούλιας και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.

Τα πράγματα, βέβαια,  ήταν τελείως διαφορετικά όταν η «Ελένη» είχε μεταφραστεί στα ελληνικά για πρώτη φορά, λίγο μετά την πρωτότυπη αγγλόφωνη έκδοσή της το 1983. Κόντρα στο πνεύμα της «εθνικής συμφιλίωσης» που καλλιεργούσε το τότε κυρίαρχο ΠΑΣΟΚ, η «Ελένη» πυροδότησε άθελά της ξανά τον πολιτικό διχασμό, αποκαλύπτοντας ότι ήταν μάλλον υπερβολικά ελαφρύ το χώμα στο οποίο είχαν ενταφιαστεί τα εμφυλιακά πάθη. Το βιβλίο δαιμονοποιήθηκε, η ορθόδοξη Αριστερά προσπάθησε με κάθε τρόπο να μποϊκοτάρει τη διάδοσή του καταγγέλλοντας τον Γκατζογιάννη για φανατισμό, μεροληψία, διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας κ.λπ. Διαδηλώσεις διοργανώθηκαν και ενάντια στην προβολή της ταινίας. Μάλιστα υπήρξε και ένα βιβλίο που έγραψε, από την αντίπερα όχθη, ο δημοσιογράφος Βασίλης Καββαθάς με τίτλο «Η άλλη Ελένη», με στόχο να ανασκευάσει τα «ψεύδη» του Γκατζογιάννη. 

Παρ’ όλα αυτά, για την κόρη του Νικόλα διαμορφώθηκε μια υποσυνείδητη ανάγκη, ένα χρέος: η μία Ελένη έπρεπε να συναντήσει ξανά την πρόγονή της, την εκτελεσθείσα, την τόσο πρόωρα -μόλις στα 41 της- χαμένη γιαγιά της, να ψηλαφήσει τις ομοιότητες ανάμεσά τους, το παιχνίδι της μοίρας με όλα όσα μπορεί να ενώνουν δύο εντελώς διαφορετικές γυναίκες σε δύο εντελώς διαφορετικές εποχές, συνθήκες κ.λπ. – που όμως φέρουν το ίδιο όνομα και, εννοείται, το ίδιο αίμα. «Το 1980 είχα καταλάβει ότι έπρεπε να αφοσιωθώ αμέσως και αποκλειστικά στη διερεύνηση της ιστορίας της μάνας μου ή να την εγκαταλείψω για πάντα», έγραφε ο Νικόλας Γκατζογιάννης. Και ο ίδιος επεσήμαινε το γιατί η κόρη του αποτελούσε τη φυσική συνέχεια της νεκρής Ελένης: «Το 1980 ήμουν 41 ετών, στην ίδια ηλικία που είχε η μάνα μου όταν τη σκοτώσανε. Ο γιος μου ήταν εννιά, όσο ήμουν και εγώ την ημέρα που έμαθα τον θάνατό της. Η μεγαλύτερη κόρη μου, που ξεπεταγόταν από τα νηπιακά χρόνια, έμοιαζε κάθε μέρα και περισσότερο με τη μάνα μου».  

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: