Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Ας ήτανε αληθινόοοοοό…

το όνειρο τ’ αποψινό…

του Σέα Γκίκα

   Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα το ταβάνι. Μ’ είχε ξυπνήσει το γκρ γκρρρ από το τρίκυκλο του Μηνά Γιόγιακα που πάενε στο καφενείο του Κίτσιο Σόρογκα για καφέ.

Ήτανε Μάης μήνας, είχε βρέξει και η μυρωδιά από το βρεγμένο χώμα της πλατέας ανακατεμένη με την μυρωδιά από τις ανθισμένες ακακίες ήταν φανταστική. Η κάτω πλατέα, εκεί στην άκρη της ήταν το σπίτι μου, δεν είχε στρωθεί ακόμη, ήτανε με χώμα και κάπου κάπου φύτρωνε κάνα χορτάρι, γομαράγκαθα και τέτοια. Η μάννα είχε ανοίξει το παράθυρο να αεριστεί το σπίτι. Ο ήλιος έβγαινε  απ’ τη ράχη, απ’ το σπίτι της Σωτήρη Κίτσιαινας κι ανέβαινε σιγά σιγά ροδίζοντας τον ουρανό. Σκώθηκα πήρα μια καρέκλα και έκατσα στο παράθυρο κουμπώνοντας τα χέρια στο περβάζι. Τήραξα από κάτω ο πατέρας μου κάθονταν σε μια πολυθρόνα με τις μπυτζάμες του και ρούφαγε τον καφέ του, τον βαρύ γλυκό, καπνίζοντας αρειμανίως τον ΑΣΣΟΣ σκέτος. Θα ‘χει ρεπό ο Κίτσιος είπα από μέσα μου. Η μάννα μου η κυρά Λένη σκούπιζε την αυλή μαζί με την αδελφή μου την Ρίνα.

–¨Λένωωω¨, φώναξε ο πατέρας μου.

–¨Ορίστε, τι θέλεις¨, του αποκρίθηκε η μάννα μου.

-¨Τι καλό θα φιάκεις σήμερα να μαζευτούμε το γιόμα, μο γκρούα¨;

-¨Έχω λίγα φασολάκια Σκουπιτσιώτικα, θα κάμω και σαλάτα και ψια τυρί και πάει η μέρα¨.

-¨Καλά, αλλά εγώ αργότερα θέλω και κανά ουζάκι, έχεις πιπεργιές να τηγανίσεις¨;

-¨Καν τη δουλειά σου και θα τα σιάσω όλα εγώ¨, του ‘πε η μάννα.

-¨Πού πήγε η τσιούπρα, μωρή¨- τι ρωτάει ο Κίτσιος.

-¨Για μο χριστιανέ μου πάει να φέρει τσι τηγανίτες¨.

-¨Α, καλά, καλά ξύπνα και τσ’ αλλουνούς να μη κρυώσουν¨.

Στο διπλανό το δωμάτιο ακούγονταν τα ροχαλητά του Μηνά και του Νίκου, τα δυο μεγαλύτερα αρσενικά αδέρφια μου. Πέντε αδέρφια ήμασταν, η Κλεοπάτρα και η Ρίνα ήταν οι αδερφές. Εκείνη την ώρα περνάει η σκουπιδιάρα του Δήμου. Οδηγός ο Ναπολέων ο Τσίκας και πλήρωμα ο Ντόνε Κατσιώνης και ο Πήλιος της Ρίκας.

-¨Καλημέρα κυρ Χρήστος¨, είπαν στον πατέρα μου.

-¨Καλημέρα παιδιά, νωρίς βγηκαταν σήμερα, άιντε να κεράσω καφέ¨, τους είπε ο πατέρας.

-¨Όχι μο Χρήστο, έχουμε πολύ δουλειά, δεν προκάνουμε¨, είπε ο Πήλιος.

-¨Λένωωω… Έεεε… -Βάλε μο από δυο τηγανίτες στα παιδιά να τσι πάρουν κοντά¨.

-¨Τώρα έφτακα, με ζάχαρη τσι θέλουν ή με μέλι¨;

-¨Με ότι νάναι μο παιδί μου, άιντε θέλουν να φύγουν¨.

-¨Καλημέρα μπαμπά¨, είπα από το παράθυρο.

-¨Ξύπνησες μωρέ καμάρι μπαμπάϊς, μου είπε στ’ αρβανίτικα, άιντε κουτού ρι ατιέ ν το τε αμ τηγανίτες, άιντε μανάρι άιντε¨.

Φόρεσα το πενταλόνι και κατέβηκα. Μ’ αγκάλιασε με φίλησε γελώντας- ¨άιντε μώρε ντόσι του μπαμπά¨, μου είπε χαϊδεύοντας μου το κεφάλι

-¨Γκρούα, ω γκρούα ξύπνα και τους άλλους κοντεύει μεσημέρι¨.

-¨Καλάααα¨, του απάντησε η μάννα.

Κατέβηκαν κι άλλοι κάτσαμαν στο τραπέζι και φάγαμαν τις τηγανίτες.

-¨Μηνά, ντο τιβα τσιγαρ¨, λέει ο πατέρας του μεγάλου αδερφού μου.

-¨Έφερα ένα¨, του είπε ο Μηνάς.

Εκεί που καθόμασταν και κάναμαν μουαμπέτι, γυρίζει και μου λέει, ¨Ντιάλιο βογάλιο ε τι, βέτε νε παζάρ ντο τε μαρ τρι κιλογκράμ μούκ, εδέ Βασίλη Τσότση ντο τε μαρ νι κιλογκράμ ντιαθ να μέρε παρά, άιντε μανάρι¨. (Στο Φιλιάτι ήμασταν δυο οικογένειες αρβανίτικες, η δικιά μου και η οικογένεια του Αντρέα Αντρέου, ταμία τραπέζης. Μιλούσαν κι άλλοι βέβαια αλλά δεν ήταν αρβανίτες) Όση ώρα ήμασταν στην αυλή περνούσαν απέξω διάφοροι πηγαίνοντας για την αγορά, καλημέριζαν και καλαμπούριζαν με τον πατέρα και τη μάννα.

Η Ντίνα του Ντάλλα, ο Μήτση Λιανός, ο Λία Τζομάκας, ο Τσιάβο Δακούκης, οι Ματσιακαίοι, ο Τσιάβο Λιανός, ο Μπόξας, ο Κώτσιο Ρούσιος, ο Λία Κούφαλης, ο Λιάκο Μπούστρας, ο Τσιάβο Λούμπας.

Για κι Άτσα… -Καλημέρα κυρά Λένηηηη. –Καλημέρα Καλλιόπη, πως ξημερώσαταν, πας για δουλειά, με το καλό.

Από την αντίθετη μεριά ερχόταν ο Βασίλη Δήμας που δούλευε στο στρατιωτικό φούρνο, ήταν από το Μαντζιάρι και ήξερε αρβανίτικα.

-Τσι βέτε μωρε Κίτσο, μυρ γιε μωρέ. -Μυρ μωρε Βασίλη ε ρι μερ ου μπιτίσουρ μωρέ. -Ε εδε βέτε περ ντορμίρε τανί. -Άιντε μωρέ σκρέτη άιντε

-¨Πατέρα πάω να ψωνίσω γιατί μετά θέλω να πάω να παίξω, ικ μου λέει ο πατέρας και μην αργήσεις το γιόμα, έτσι. Αφού θα φέρω τα πράγματα πρώτα μο¨, του είπα.

-¨Άιντε καλά ικ ικ βέτε¨.

Βγαίνω από την πόρτα και πριν προλάβω να σκαπετήσω στη γωνιά του Μηνά Κόντη με φωνάζει η κυρά Λένη του Γιώρη Γρανά,

-¨Σεούληηηη¨.

-¨Τι θες κυρά Λένη¨ τσι’πα.

-¨Θα μου στραμπουλίξεις ορέ μια κότα¨, μου είπε με την κερκυραϊκή προφορά της.

-¨Όχι¨ τσι’πα γω.

-¨Γιατί Σεούλη μου θα σου δώσω πέντε φράγκα¨.

-¨Δεν θέλω λεφτά αφού δεν με αφήνεις να κόβω κούμπουλα, από την κουμπουλιά σου, σου λέω όχι¨. -¨Ο η Παναγιά κοντά σου, να γενούνε πρώτα Σεούλη μου και έλα κόφτα όλα¨.

-¨Εγώ τα θέλω άγουρα όχι ρουμασμένα¨, τσι λέω.

-Η Ρίτα και η Λένα του Δρόσου που παίζαν στην αυλή τους έβαλαν τα γέλια. Για κι Βρίκλεια του Ταρζάν με τη Ρίνα του Γραβιώτη.

-¨Ο Βρίκλεια που ‘ναι ο Τάκης κοιμάται ακόμα¨, τσι λέω.

-Όχι καμάρι σκώθηκε, είναι μαζί με το Φάνη τση Ρίνας και παίζουν καπάκια¨, μου είπε.

-¨Καλά τσις είπα¨ και κοζί για το παζάρι.

Φτάνω στο φούρνο του Αργύρη του Χούλια, μπαίνω μέσα ¨τρία κιλά ψωμί¨, λέω. Ο Αργύρης με το άσπρο το φανελάκι και το Σιτσιλιάνικο το μουστακάκι, του άρεσε να με τσιγκλάει.

-¨Σιγά ρε μάγκα μου λέει πως τρέχεις έτσι, φωτιά τα πατζάκια σου πήρανε. Μπάμπη τρία μπαστούνια στον παίχτη¨. Πλέρωσα πήρα το ψωμί και βγήκα όξω. Ανέβαινα την ανηφόρα για την πάνω πλατέα και χάζευα τα μαγαζιά στο δρόμο, από τη μια ο Πέτρο Νέτης με τα ποδήλατα και τα ποδοσφαιράκια, από την άλλη ο Στεφανίδης με τις φωτογραφίες και τα φλάς. Παραπάνω ο Μάρκο Σκόπας με τσι σίτες και τα μπουριά για σόμπες και απέναντι ο Βαγγέλη Σταυρούλης με τσου καφέδες και τα λουκούμια κι ο Μήτση Λιανός με το ξυλουργείο. Μετά ήταν ο Γιώρη Ταφέκης με τα σαμάρια κι απέναντι το καπηλειό της Νυχτερίδας έτσι λέγαμαν το παλιό σιδεράδικο του Τσιάβο Κολονιάρη που το είχε κάνει ουζερί η Λένη του- εκεί σε λίγο θα άρχιζε τη συναυλία ο Ρούκουνας με το βιολί του. Παραπάνω ο Κόλιε Γούλας με την τσιγάρα στο στόμα και δίπλα του ο Γιάννη Μικρούλης με τα ωραία Κοκ. Για κι ο Τάσιο Σιάτας εκεί, με το μανάβικο, ¨βορέ, την Κυριακή στου Πατσούρα, παίζουμε με τον Παθαναϊκό¨ έλεγε σε κάποιον..  Πίσω από μια κολώνα ο Σωτηρέλης μπάλωνε παπούτσια και έλυνε προβλήματα στα παιδιά. Δίπλα μέσα στο περίπτερο ο Νιόνιο Σκάρλος έκοβε ύπνο του καλού καιρού. Δώθε τση πλατείας ο Νάσιο Καλαμπάκας, ο Λάκη Γούλας κι ο Θόδωρο Μέλλιος τα λέγανε όξω απ’ το καφενείο του Φώτο Κίτσιου. Αριστερά όπως ανέβαινα ο Ρόμπολας έκοβε βόλτες, ο Βασίλη Γκάνιας μάλωνε με μια τσιούπρα κι ο Κώτσια Δήμος δίπλα καθάριζε τα τραπέζια. Οι Ματσακαίοι εξυπηρετούσαν κόσμο και δίπλα ο χασάπης ο Τάκη Καραούσος χειρουργούσε μια προβατίνα. Δίπλα ο κουρέας ο Τσίτος αραχτός περίμενε καμιά κεφαλί με μαλλί και ο Γιώτη Ταφέκης έριχνε νερό στα οπωρολαχανικά του. Απέναντι ο Γάκη Τσιφούτης πάλευε με το κοκορέτσι και ο Γάκη Βουτσής με τα τρίγωνα και τσου καφέδες. Ο Τσέκας με το δίσκο στο χέρι πήγαινε καφέδες στο Νύση Γάτο και στον Τσάτση Κότε, ενώ ο Τέλη Διαμάντης έπαιζε τάβλι με τον Αλκίνο Κοτσώνη όξω από το βιβλιοπωλείο του, ορθός τσου χάζευε ο Χαρίλης ο Ζέρβας ο κουρέας.   Όξω από το φούρνο του Σκουτέρη κάθονταν ο φούρναρης ο Νίκο Ράφτης να δροσιστεί, στο ταμείο ο Μπορμπούτσαλος ο Ντίνος. Ο Τσιάβο Ντάλας έσιαζε τα τραπέζια στο εστιατόριο.

Μπαίνω στου Βασίλη Τσότση,

-¨τι θέλεις Γκικόπουλο¨, μου ‘πε.

-¨Ένα κιλό τυρί¨ , του είπα.

-¨Μαλακό ή σκληρό¨ με ρώτησε.

-¨Βγουά, που ξέρω ‘γω μο κ. Βασίλη¨ του είπα.

-¨Καλά θα σου δώσω εγώ, ξέρω τι τρώει ο πατέρας σου¨.

Πέρω το τυρί και φεύγω από δω μεριά, γιατί είχε περάσει η ώρα. Ο Λία Καραμπίνας απίκο, το ίδιο κι ο Βαγγέλη Πέτρος στα μαγαζιά τους. Ο Κίτσιο Πατσούρας καθόοοντανε, στο καφενείο του, του μίλαγε ο Φώτο Κίτσιος κι αυτός πέρα βρέχει. Σκαπετάω σιακάτω από του Μπουκουμάνη και πέφτω απάνω στον πάπα Γιάννη.

-¨Καλημέρα Ελισαίε¨ μου λέει.

-¨Καλημέρα παππούλη¨ και ίσια να του φιλήσω το χέρι.

-¨Τι κάνει ο μπαμπάς η μαμά χαιρετισμούς και να είσαι καλό παιδί¨.

Στρίβω στου Ζαφείρη κατηφορίζω στου Πέτρο Γούλα από τη μια ο Φώτο Τσάτσης έκανε κουμάντο στο Δανίλη το Λούμπα και στο Στάθη το Γαλονάκη πως θα βάλουν το καλαμπόκι στην αποθήκη του Γούλα. Από την άλλη ο Μήτση Λούμπας έκανε παζάρια με τον Πήλιο Καούρη από τη Σπάταρη να του πεταλώσει το γομάρι.  Έφτακα στης ωραία Ελένης του Γρανά.

-¨Κυρά Λένη φέρε την κότα και το κασάρι, το τάλιρο και τα κούμπουλα¨.

-¨Τώρα, τώρα Σεούλη¨ λέει αυτή και πάει αρέντα και τα φέρνει. Πιάνω την κότα από τον γκούργκουλα και σε ένα κούτσουρο σηκώνω το κασάρι και …

Ξύπνησα… ήμουνα στο κρεβάτι μου κάπου στο Βύρωνα Αττικής. Φτού γαμώτο λέω, μου χάλασε το όνειρο, θα το συνεχίσω το βράδυ. Γιατί δεν τέλειωσα ότι ήθελα να κάνω εκείνη τη μέρα. Να βρω τα παιδιά, τους Πουλαίους, το Τζιριτζά, τον Πέτρο της Τσεβής, τον Πιτούνη, τον Αριστείδη Μάντζιο, τον Κίτσιο Παπασταύρου, τον Νίκο Κουτούκη, τον Κοτέλη, να πάμε γήπεδο να παίξουμε  μπάλα εξωτερικά- οικότροφα και κατόπι να πελεκίσουμε τις γκορτζιές πίσω από το καινούργιο γήπεδο. Κοντά σαράντα χρόνια λείπω αλλά ένα ξέρω και αισθάνομαι. Το σώμα μου είναι εδώ αλλά η ψυχή μου στο Φιλιάτι βορέέέέ.

    Το όνειρο το αποψινόόόόό/ ας ήτανε αληθινόο

    ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ Χ. ΓΚΙΚΑΣ

Ο ΕΛΙΣΣΑΙΟΣ ΤΩΝ ΦΙΛΙΑΤΩΝ

                           

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: