Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


ανάρτησε η: Σταυρούλα Δημητρίου

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, γυαλιά

· Σε μια νύχτα κάποιου μακρινού Χειμώνα αναφέρεται το διήγημά μου.Επειδή κάποτε η ζωή ήταν αλλιώς.Ψυχές υπερβατικές,που ζούσαν εν μέσω ελέους και τρόμου οι γυναίκες της Μουργκάνας,οι Ποβλιώτισες και οι Αγιοπαντίτισες,στα μαύρα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, περνούσαν κρυφά, νύχτα, το ελληνοαλβανικό σύνορο, κουβαλώντας ό,τι πολύτιμο είχαν από την οικοσκευή τους,για να φτάσουν στα »εύφορα χωριά» της Αλβανίας και να το ανταλλάξουν με λίγο καλαμπόκιFata »Μουργκάνα»Χιόνι που τίποτα δεν είχε λερώσει την ασπράδα του, απάτητο από λύκο κι ακοίταχτο από μαυροπούλια, χιόνι να το μεταλάβεις. Όλα τ’άλλα παιδεμός. Βάδιζαν καραβάνι, με παπούτσια πορείας και ρούχα μαύρα, βρεγμένα, πένθος νωπό, ζαλωμένες κασόνια την ανθρωποσκευή μαζί και τα κορμιά τους, ό,τι άφησε η πείνα. Πιο πίσω η Θυμίγια και η Φτύχω, οι πιο μικρές κι αδύνατες πολύ- ο ίσκιος τους πιο πραγματικός απ’το σώμα τους- κουβάλαγαν ένα αλλόκοτο πράγμα έτσι όπως το κρατούσαν η μια από μπροστά κι η άλλη πίσω, ένα φύλλο τζίγκο, τί να πουλήσουν απ’αυτό… Μιλούσαν με τις λιανές φωνές τους, όλο σκυφτές, κοιτώντας κατακόρυφα το χιόνι, σα να μιλούσαν, όχι αναμεταξύ τους, αλλά στο χιόνι για να τ’ακούει το χώμα. Κι ο κάτω κόσμος. «Αυτά μωρ’αδελφούλα μου απ’αυτά που μολογιούνται..» Μάζεψαν την κουβέντα όταν πέρασαν την Παναγία της Ρίπεσης και βγαίναν στο Μπογάζι. Κάτι λυσσιάρικα νά !,τις μύρισαν, αμολύθηκαν μέσα απ’τα θάμνα, χυμάνε καταπάνω τους, τις κυκλώνουν ένα γύρω, να ξεσκίσουν τα φουστάνια τους, ν’αρπάξουν κόκαλα, αστραγάλους, ό,τι μπορούσαν και τις αλύχταγαν, τις αλύχταγαν. Μεμιάς άρχισε να τις κυνηγάει ένας προβολέας που περιστρέφονταν, πού’πεφτε απ’το αλβανικό φυλάκιο, πάνω στη ράχη, πατούσε το χωριό απέναντι, γύριζε στο μύλο κι έπεφτε πάνω τους. Χτυπούσε στον τζίγκο, γινότανε μέρα, μια στιγμή παραδομού, σα να τις ξεγύμνωνε μέχρι τ’απόκρυφά τους, σα να φώτιζε τα πετσιά και τα κόκαλά τους, σα νά’ταν να τις στήσει σε τοίχο, που νά΄βρισκε τοίχο, να τις φονέψει στον τόπο. Οι γυναίκες έσκουξαν. Και μαζί οι σκοποί άνοιξαν πυρ. Μια φορά, απανωτές φορές. Μαύρη νύχτα, γυαλοκοπούσε φως και χιόνι ολούθε. Και φύλαγε τα έρημα. Τσιάφ-τσιάφ στον τόπο έναν προχθές τον φάγαν. Αίφνης έγινε ησυχία, ούτε προβολέας, ούτε πυρ, ούτε αλύχτισμα… Αριστερά ο μύλος θεοσκότεινος και στο ποτάμι, τα μαύρα του νερά, χιόνι αργασμένο, σώπαιναν. Μοναχά η καμπάνα απ’το Καρόκι ακούστηκε, που την έφερνε ο αέρας. Ήχησε, αντήχησε και χάθηκε.-Κοίτα,κοίτα …! Ψηλά στον ουρανό ανέβαινε μια λουρίδα φως. Αφού έφτασε πολύ ψηλά, άρχισε να μεταμορφώνεται σ’ένα πράσινο λουλούδι. Στάθηκε για λίγο και άρχισε να πέφτει αργά-αργά στο σημείο του μύλου φωτίζοντας για λίγο τα βουνά γύρω απ’το ποτάμι κι ακόμη, τους φάνηκε, τα σπίτια στην πλαγιά. Ήξεραν οι γυναίκες ότι αυτά τα όμορφα πράσινα φώτα ήταν φωτοβολίδες που τις έρριχναν τη νύχτα απ’το φυλάκιο. Πώς έκαμε, πού ήταν’τη, πώς βγήκε από το μύλο και φανερώθηκε μια γυναίκα. ‘’Η Μυλωνού’’είπαν από μέσα τους… Όρθια, στεκάμενη, ντυμένη τα καλά της, κάτω απ’τον ουρανό του πλάτανου, να τινάζει τα σκουτιά της μέσα σ’ένα άσπρο θάμπωμα από σκόνη, σαν αλεύρι. Και τα σκυλιά υποταγμένα, τ’απίστομα μπροστά της. Και ξεχύνονταν πάνω της ενα φως, αχτιδωτό, σαν χάραξη πάνω σε άλλο φως, κι έφεγγε το πρόσωπό της, πώς έφεγγε! ασήμι φίλντισι. Σελάγιζε ο τόπος όλος. Έβγαλε το μαντήλι της, τριανταφυλλί, κάπως της φάνηκε της Γιάννοβας, τα μαλλιά της μαύρα, μπουκλωτά, σάμπως να πέσαν στους ώμους της. Σήκωνε το χέρι της αργά, πονετικά κι ο αέρας φυσούσε ένα μανίκι φαρδύ, κατακόκκινο, μέσ’στα χρυσά σιρίτια. Τους έγνεψε με το χέρι της να περάσουν. Τάχυναν οι γυναίκες να προλάβουν, μέχρι να κάμει γύρα ο προβολέας. Η παπαδιά που είχε το πρόσταγμα μάλωνε τις κοπέλες που ξέμεναν πίσω.- Ώρ’απολειφάδια, περπατάτε… καμείτε γρήγορα… Μια ζεστή ανάσα ένοιωσαν στα πόδια τους, πιάστηκαν απ’τον αέρα και α…! και α…! και α…! Θεούλη μου! βγήκαν απ’το Μπογάζι.Το ξανάδαν το φως μετά από λίγο, μια φαίνονταν μια χάνονταν, να τις ακολουθεί, να περνάει τα γκρεμνά σαν αργό φεγγάρι και να στέκεται πάνω σε μια ράχη και να χάνεται. Περπατούσαν για κάνα δυό ώρες πάνω στο χιόνι, με την ίδια ζεστή ανάσα ακόμα στα πόδια κάνοντας πέρα τον παγωμένο αέρα. Με την ίδια ευωδιά στα βρεγμένα τους ρούχα. Τούτη η ευωδιά αναδινόταν σ’όλο το δρόμο. Σαν ανάρια, τόπους –τόπους, να χιόνιζε θυμιάμα. Πιο ύστερα, όταν φτάναν στην Κουλουρίτσα, τότε τους πήγε στο νου.- Καλά λες…δεν ήταν η Μυλωνού…Αυτή, εδώ και μήνες ήταν φευγάτη με τους αντάρτες, την είχαν πάρει… – Και το χέρι της όπως το ύψωνε πονετικά…!- Και το κεφάλι της γερτό, με το τριανταφυλλί μαντήλι ριχτό…!-Και τί φως Θεούλη μου φίλντισι ολούθε τριγύρω της και πάνω απ’το κεφάλι της…! -Είχε ένα άγριο σέβας…! Ίδια Θεός…!- Και τα χρυσά σιρίτια στα φαρδιά μανίκια,το κόκκινο ρούχο…ολόιδια όπως είναι ζωγραφισμένη στην εικόνα της Ρίπεσης…!-Λες μωρ’αδελφούλα μου να ήτανΤη Αυτή;Κοντοστάθηκαν. Ένα ρίγος τις κυρίευσε. Κι έκαμαν το σταυρό τους όλες.από την »Επιστροφή της Κίχλης»,Σταυρ.Δημητρίου,εκδ.Λιβάνη,2017Φωτό: Η Πόβλα χιονισμένη και απέναντι,στην κορυφογραμμή το ελληνοαλβανικό σύνορο (από την ιστοσελίδα του χωριού)

Η εικόνα ίσως περιέχει: βουνό, δέντρο, χιόνι, φυτό, ουρανός, υπαίθριες δραστηριότητες και φύση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: