Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Αποτέλεσμα εικόνας για Η βλαχόστρατα… Με την κτηνοτροφία ζούσε ο κόσμος στον τόπο μας- από την αρχαιότητα. Στους ντόπιους κτηνοτρόφους το χειμώνα προσθέτονταν και οι φερμένοι, Βλάχοι, Σαρακατσάνοι κλπ. που έρχονταν από τα ορεινά Γιάννενα στα Θεσπρωτικά χειμαδιά.  Μια απογραφή του πληθυσμού των Φιλιατών το 1949 δείχνει το μέγεθός αυτής της μετακίνησης- κάτοικοι 365, σκηνίτες 244, ανταρτόπληκτοι 256. Οι μετακινούμενοι κτηνοτρόφοι έρχονταν τ’ Αϊ Δημητριού κοντά και τ’ Αϊ Γεωργού έφευγαν.

   Μια τέτοια διαδρομή έχει καταγράψει μοναδικά όμορφα ο Κων/νος Κούρος σε μια εργασία του ¨Τα χειμαδιά των Βλάχων στο Κεφαλόβρυσο¨ και αναδημοσιεύουμε παρακάτω ένα μέρος της που αφορά κυρίως τα Φιλιατοχώρια:

«Η ζωή των Βλάχων χωρίζεται σε δυο εποχές. Την καλοκαιρινή και την χειμωνιάτικη. Εκείνο που έχει περισσότερη σημασία για τους Βλάχους είναι η  ζωή τους το καλοκαίρι πάνω στα βουνά και τούτο τον τρόπο ζωής έχουν αποδεχθεί και τραγουδήσει, ενώ τα χειμαδιά είναι κάτι που τους επιβάλλεται σαν δεύτερος

τρόπος ζωής μια και είναι υποχρεωμένοι να κατεβαίνουν στα χειμαδιά, αφού τα

ποίμνια τους δεν ζούνε στα χιόνια.

Ο κακοκουρεμένος Κασιδιάρης, από την αριστερή μεριά και ο αγριωπός όγκος της

Μουργκάνας, από την δεξιά μεριά, όρθιοι σαν μυθικοί γίγαντες, που ζυγιάζει ο ένας την δύναμη του άλλου, μοιάζουν να δείχνουν τον δρόμο στους αιώνιους τόπους ανεβοκατεβάτες, τους «κάρταπολυπλάνητες» και να τους προστατεύουν από τους κακούς δαίμονες και τα στοιχεία της φύσης, ενώ η Παναγιά πάνω από το μοναστήρι του Μακραλέξη, χτισμένο στις μούργκες πλαγιές της Μουργκάνας από την εποχή του Βυζαντίου, στέλνει το αιώνιο γλυκό της φως πάνω από τα κοπάδια και τις οικογένειες τους.

Έχοντας την Στρατίνιστα αριστερά και την Καστάνιανη δεξιά εκεί κοντά στην γέφυρα που ενώνει τώρα τα δυο χωριά κάνουν το δεύτερο κονάκι. Απ’ εκεί περνούσαν το ρέμα της Άσπρης, άφηναν αριστερά το Ψηλόκαστρο, Δημόκορη, Λάβδανη μέχρι τον αυχένα του Αη Νίκο, Κάτω Λάβδανης, όπου εγκατέλειπαν την κοιλάδα του Γυφτοπόταμου, άφηναν αριστερά το χωριό Βρίστοβο και ακολουθούσαν την κοιλάδα Λαγκαβίτσα, παραποτάμου του Καλαμά μέχρι την Κάτω Λάβδανη,   όπου   κάνανε   το   τρίτο   κονάκι, ενώ άλλοι κάνανε το τρίτο κονάκι στο παραπάνω αυχένα του Αη Νικόλα.

Μετά, περνούσαν τις δυο μικρές πέτρινες γέφυρες της Κάτω Λάβδανης, κι ακολουθούσαν το ρέμα του Κοσοβίτικου ποταμού, που πηγάζει από το χωριό Κοσοβίτσα της Β. Ηπείρου, δέχεται τα νερά των πηγών της Μουργκάνας και των Νότιων αντερεισμάτων του Κασιδιάρη, λίγο παρακάτω πλουτίζεται με τα νερά των πηγών Κεφαλόβρυσου και οι Βλάχοι το λένε Isvuru etsellailioy (πηγή με τα μαύρα νερά) και παραπάνω από την Βροσύνα χύνεται στον Καλαμά και από εκεί στο Ιόνιο.

Όσο ωραία ήταν τούτη η διαδρομή την Άνοιξη, μέσα από θεόρατα πλατάνια και πλούσιους βοσκότοπους της κοιλάδας, τόσο γίνονταν κόλαση, το Φθινόπωρο όταν έβρεχε και πλημμύριζαν τα ποτάμια και λάσπιαζε ο τόπος, ιδίως από την Γλούστα μέχρι το Βορτόπι.

Η διαδρομή άφηνε δεξιά τα χωριά Κουρεμάδι, Λίστα, ενώ αριστερά απέναντι από το ποτάμι ήταν το χωριό Τσιμπουκάτες (Καλλιθέα) ακολουθούσε πότε την δεξιά και πότε την αριστερή κοίτη του ποταμού, μέχρι τις πηγές Κεφαλόβρυσου, οπότε

έπιαναν την δεξιά κοίτη, διότι μετά τον εμπλουτισμό του από τις πηγές, το ποτάμι γίνονταν αδιάβατο και κάνανε το τέταρτο κονάκι στο εκκλησάκι της Παναγιάς, η στην θέση Λία Ντούκα. Η τοποθεσία πήρε το όνομα της από τον Κεφαλοβρυσίτη Βλάχο Λία Ντούκα, που δολοφονήθηκε από ληστές στην εκκλησία της Παναγίας.

Τούτος έρχονταν από την περιοχή της Τσαμουριάς, με πολλούς άλλους Κεφαλοβρυσίτες και με πολλά ζώα φορτωμένα λάδι και σε συμπλοκή που έγινε σε αυτό το μέρος οι ληστές σκότωσαν τον Λία Ντούκα και τραυμάτισαν αρκετούς άλλους της παρέας του. Από εκεί η πορεία εξακολουθούσε έχοντας αριστερά το ποτάμι της Αγ. Μαρίνας που μετά τον εμπλουτισμό του από τις πηγές του Κεφαλόβρυσου, αλλάζει όνομα και λέγεται Λαγκαβίτσα, αφήνουν δεξιά το χωριό Γλούστα (Κεφαλοχώρι) περνούσε μέσα από τους λασπότοπους των οικισμών Γιωτάτικα, Εξαρχάτικα, Λαπάτικα, αφήνει δεξιά το χωριό Γαρδίκι, κόβουν

κάθετα   τον δημόσιο δρόμο που συνδέει   τα χωριά της   Μουργκάνας   με την Βροσύνα, περνάνε το Ρέμα Τουρίτσας, που έρχεται από το Μπαμπούρι και στο ύψος του χωριού Τσιμπουκάτες, εγκατέλειπαν την κοίτη του Λαγκαβίτσα και ανηφορούσαν τις πλαγιές του όρους Βελούνα, όπου στο ύψωμα αλώνι δίπλα από την εκκλησία κάνανε το πέμπτο κονάκι.

Τούτη είναι η πιο δύσκολη και κοπιαστική διαδρομή, ιδίως το Φθινόπωρο, διότι ο δρόμος από το Γαρδίκι μέχρι το ρέμα Τουρίτσα, είναι βαλτώδης και τα ζώα, φορτωμένα όπως ήταν βάλτωναν στην λάσπη και πολλές φορές ήταν

αδύνατο να προχωρήσουν και η κατάσταση γινόταν αφόρητη όταν για να τα βγάλουν από την λάσπη, αναγκάζονταν να τα ξεφορτώσουν και τούτο δεν ήταν καθόλου εύκολο διότι βούλιαζαν και οι ίδιοι μέσα στη λάσπη. Άλλη μια δυσκολία ήταν το πέρασμα του ποταμού Τουρίτσα, διότι ήταν ένα ύπουλο ποτάμι. Οι ντόπιοι το περνούσαν μπαίνοντας μέσα σε ένα καλάθι που είχαν κρεμάσει πάνω σε ένα σχοινί, δεμένο σε πλατάνια της δεξιάς και αριστερής όχθης. Άλλοτε, περνούσαν πάνω σε  ια πρόχειρη γέφυρα, καμωμένη από ξύλα και σχοινιά δεμένα σε κορμούς πλατάνων από τη μια μέχρι την άλλη όχθη. Το πέρασμα επικίνδυνο διότι έπρεπε να ισορροπεί κανείς πάνω στα δυο σχοινιά που ταλαντεύονταν λόγω της μεγάλης απόστασης.

Από τούτη τη γέφυρα περνούσαν μόνο οι οικογένειες. Οι Κεφαλοβρυσίτες όμως, πολλές φορές, αν το ρέμα είχε πολλά νερά από τις βροχές, αναγκάζονταν να περνάνε και τα πρόβατα πάνω από την.. .αερογέφυρα.

Τραβάγανε πρώτα το γκεσέμι πάνω στην αερογέφυρα, για να ακολουθήσει το κοπάδι. Οι λοιποί τσοπαναραίοι με φωνές άγριες, που γινόταν ακόμα πιο άγριες από τον αντίλαλο της χαράδρας και το συνεχές βουητό του ορμητικού χειμάρρου, αλλά και από την απελπισία τους, όταν από το στριμωξίδι και την αγωνία κάποια πρόβατα παραπατούσαν πέφτανε στο ρέμα και χάνονταν στα θολά του νερά. Άλλες φορές, πάλι περνούσαν τα κοπάδια μέσα από το ρέμα του ποταμού. Τότε πάθαιναν τις μεγαλύτερες ζημιές, διότι, όπως είπαμε, τούτο το ρέμα ήταν, ύπουλο, βουβό. Ενώ δηλαδή έδειχνε ήρεμο ξαφνικά αγρίευε και κατέβαζε θολούρα και κούτσουρα και παρέσερνε τα πρόβατα ακόμα και ανθρώπους. ο τσέλιγκας Βασίλης Φούκης

το 1928

Μετά το αλώνι, άφηναν δεξιά το χωριό, Βορτόπι (Ανάβρυτον) περνούσαν από το χωριό Γιουλέκα (Σουγιώτου, Μπαδήμα) και στον αυχένα της Κεραμίτσας στη θέση Πρέσπα κάνανε το έκτο κονάκι. Η θέση Μπαδήμα ονομάστηκε έτσι διότι

εδώ ο Κεφαλοβρυσίτης, Κώστα Γκότσης σκότωσε τον Δελβινακιώτη τσέλιγκα Μπαδήμα που είχε ιδιόκτητο χειμαδιό στο βουνό Μαυροβούνι στην Σκουπίτσα (Κεστρίνη), δίπλα από την Μαντούκα, το χειμαδιό του Μεβγεζινού (Παλαιοπυργίτη) τσέλιγκα Νικόλα Ίντζου.

Και τούτο το δρομολόγιο ήταν ένα δύσκολο πέρασμα, διότι μετά το ξεμπέρδεμα, με την λάσπη και το πέρασμα του χειμάρρου Τουρίτσα, άρχιζε η δύσκολη ανηφόρα στις πλαγιές του βουνού Βελούνα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Τα πρόβατα, εξαντλημένα από την πολυήμερη πορεία, δυσκολεύονταν να περπατήσουν στις απότομες πλαγιές και είτε μένανε και ψοφούσαν είτε αναγκάζονταν οι τσοπαναραίοι να τα παίρνουν αγκαλιά είτε ακόμα ξεκόβονταν πολλά μαζί και αν δεν παίρνανε είδηση, μένανε εκεί και τα έβρισκαν οι Βορτοπιώτες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι τσοπαναραίοι, όταν παίρνανε είδηση ότι λείπαν πρόβατα, ψάχνανε όλη τη νύχτα ή και την άλλη  μέρα να βρουν το χαμένο τους βιός. Έτσι το βλέπανε. Μπορεί να ήταν του τσέλιγκα τα πρόβατα, αλλά μια τέτοια απώλεια, έδινε την αίσθηση στην μικρή κοινωνία του τσελιγκάτου και όλων γενικά των μπιστικών τσοπαναραίων, ότι ο απρόσεκτος τσομπάνος, δεν ήταν άξιος να φυλάξει κοπάδι και τούτο δεν το επέτρεπε στον εαυτό του ένας καλός προβατάρης.

Πληγώνονταν το φιλότιμο του και ήταν θέμα τιμής πλέον του ιδίου να βρει το χαμένο

πρόβατο, ή το μικρό ξεκομμένο κοπάδι. Ήταν το πέρασμα του Θησέα στην κακιά σκάλα. Οι Βλάχοι εδώ, κανόνιζαν να περνάνε μέρα, διότι τη νύχτα τα πράγματα γίνονταν πιο δύσκολα με τους ντόπιους κάτοικους του χωριού Βορτόπι. Τούτη ήταν πιο δύσκολη διαδρομή της πορείας διότι εκτός από τις λάσπες και τους χείμαρρους είχε να κάνει και με τον ανηφορικό δρόμο της Βελούνας αλλά και με τις ληστείες των κατοίκων, των γύρω περιοχών.

Οι Βορτοπιώτες δεν ήταν εύκολη υπόθεση, διότι ξέρανε καλά την περιοχή και τις δυσκολίες της, αλλά ξέρανε και το ακριβές δρομολόγιο των κοπαδιών και τις συνήθειες των Βλάχων και σκαρφίζονταν πολλά κόλπα για να κλέψουν ότι μπορούσαν από τα διερχόμενα κοπάδια.

Σκάβανε π.χ. λάκκους, παγίδες στο δρόμο που θα περνούσαν τα πρόβατα,

τα σκέπαζαν με κλαδιά από πουρνάρι και όσα πέφτανε μέσα στο λάκκο, ήταν δικά τους, αν οι τσοπαναραίοι δεν τα έπαιρναν είδηση. Το βράδυ που τα μέτραγαν στο κονάκι ίσως να ήταν αργά, διότι οι Βορτοπιώτες είχαν φροντίσει να τα σφάξουν ή να τα βάλουν στο δικό τους κοπάδι.

Ακόμα μπορούσαν κρυμμένοι στις βατσουνιές να παρακολουθούν, επί ώρες κάποιο

κοπάδι και είτε άρπαζαν κάποιο πρόβατο που θα περνούσε δίπλα τους και το κρατάγανε μέχρι να απομακρυνθεί το κοπάδι με τους βοσκούς, είτε μαζεύανε κάποιο ξεκομμένο από το κοπάδι πρόβατο που δεν μπορούσε να περπατήσει και το σφάζανε. Αν ξεκόβονταν πολλά τότε τα πράματα ήταν ακόμα χειρότερα. Τα έπαιρναν όλα.

Οι γέροι Κεφαλοβρυσίτες ακόμα τους φοβούνται τους Βορτοπιώτες.

Λένε δηλαδή ότι αυτοί ήταν πολύ καλύτεροι από εμάς στο κλέψιμο των προβάτων.

Άλλες εποχές, άλλα ήθη.

Οι Ξεχωρίτες είχαν άλλο σύστημα πιο συνεταιρικό. Μαζεύανε τα κλεμμένα πρόβατα στο κατώι κάποιας εκκλησίας και στο τέλος κάθε εβδομάδας τα πηγαίνανε στο Τσαμαντά όπου τα πουλάγανε και μοιράζονταν τα χρήματα. Οι Κεφαλοβρυσίτες λέγανε «απόψε δεν πέρασε ούτε λύκος ούτε Ξεχωρίτης». Στον αυχένα της Πρέσπας, υπάρχει ένα εικόνισμα του Αγίου Κων/νου και Ελένης. Το έχει κάνει ο γιός του Κώστα Φούκη, που σκοτώθηκε εδώ από νάρκη το 1948, ενώ ερχόταν με άλλους από το χειμάδι.

Απ’ εκεί έπαιρναν την κατηφόρα,   περνούσαν από   το Κοκκινολιθάρι, κατέβαιναν στο ρέμα Τσουρουλού, ακολουθούσαν   την κοίτη του μέχρι το καφενείο   του Τρύφωνα, μετά περνούσαν έξω από το χωριό Δάφνη και ακολουθώντας την

αριστερή κοίτη του ρέματος Δάφνη, κάνανε το έκτο κονάκι   στην   θέση Τόρη κοντά στο χωριό Φοινίκη.

Από την κοιλάδα που βγάζει στον Τρύφωνα αν κοιτάξει κανείς προς το Κοκκινολιθάρι, στην κορυφή του βουνού, θα δει ένα εκκλησάκι που μοιάζει νάναι καρφωμένο, στο γαλάζιο νταβάνι του ουρανού. Έτσι σαν κάτι ζωγραφιές που κάνουν τα παιδιά που έχουν τους δικούς τους προοπτικούς κανόνες και μπορούν, να βάλουν ένα άλογο πάνω σε ένα δέντρο χωρίς να τους παραξενεύει. Φαίνεται να κρέμεται από τον ουρανό, όπως ο πολυέλαιος που κρέμεται από τον θόλο της εκκλησίας, παρά να έχει θεμέλια στη γη.

Λένε ότι, όταν η κορυφή, πάνω στην οποία είναι χτισμένο, ξεκόπηκε από το βουνό και κύλησε προς τα κάτω για να σταματήσει εκεί που βρίσκεται τώρα, το εκκλησάκι ακολούθησε την πορεία της κορυφής, χωρίς να γκρεμιστεί, σαν να ήταν από χαρτί καρφιτσωμένο με πινέζα.

Η θέα του είναι μαγευτική.

Η τοποθεσία Τόρη, πήρε το όνομα της, από τον Μήτση Τόρη, που δολοφονήθηκε από

αγνώστους, μάλλον πληρωμένους Τουρκαλβανούς, την ώρα που κρατούσε την φανέλα του πάνω στη φωτιά για να καούν οι ψείρες. Απ’ εκεί, μέσα από τον κάμπο της Φοινίκης στήνανε το επόμενο έβδομο κονάκι στα Τουρκικά μνήματα των Φιλιατών. Απ’ εδώ και κάτω, κάθε τσελιγκάτο έπαιρνε την δική του πορεία, έπαιρνε την άγουσα προς το δικό του χειμαδιό.

Αν η φθινοπωρινή πορεία των Βλάχων προς τα χειμαδιά, έμοιαζε να είναι η πορεία της Περσεφόνης στον Άδη, εδώ από το Φιλιάτι και κάτω, ήταν ο Αδης των Βλάχων του Κεφαλόβρυσου, απ’ όπου θα φεύγανε πάλι την Άνοιξη (Απρίλιο) ακολουθώντας

την αντίστροφη πορεία.

Τούτη η αντίστροφη πορεία ήταν τελείως διαφορετική από την κάθοδο. Είναι η πορεία θριάμβου των Βλάχων.

Ήταν η πορεία του Διόνυσου από τους βόρειους. Σε τούτη την πορεία οι Βλάχοι, πάνω στα άλογα τους, το κάθε τσελιγκάτο στους δικούς του Πήγασσους, φόρτωνε τις ασημοχάρτινες τσόργκες, τις χρυσοκέντητες βελέντζες, τις τραγιόμαλλες βαθύχρωμες τέντες με τις φούρκες σαν Δωρικές κολώνες, με μεσοκάπουλα την

Περσεφόνη που την οδηγούσαν στην Γη μητέρα, την Δήμητρα στο απάνω κόσμο, στα βουνά το φως και τον ήλιο. Τούτη την πορεία τραγούδησαν Βλάχοι και Γκρέκοι. «Kent’ us esh tu munti la remene singurefere di mini» και «Να βγουν οι Βλάχοι στα βουνά, να βγουν κι οι βλαχοπούλες».

Στο Φιλιάτι, δεδομένης της μικρής διαδρομής, που κάνανε από του Τόρη, οι οικογένειες φτάνανε νωρίς για να μπορούνε να κατεβαίνουν στην πόλη να ψωνίσουν και να τακτοποιήσουν διάφορες υποθέσεις.

Από το Φιλιάτι ένα δρομολόγιο οδηγούσε προς τα χειμαδιά της Σαγιάδας και του Στύλου που άρχιζαν από Κότσικα, Πλαίσιο, Λιοπέσι, παλιά Σαγιάδα, Μαυρομάτι, Στροβίλι, Αη Θοδωρή, Χαλίκια, Παγανιά, Όρλια, Νένουδα, Κάτω Αετός, Τσιγκέλι, Σταυρός, Μαντήλα, Χασουμέρ, Σταυρός, Φτελιάς.

Παρά κάτω από εδώ μέσα στην Αλβανία είναι το χωριό Μουρσί που οι Βλάχοι του Κεφαλόβρυσου το είχαν σαν δικό τους χωριό ούτε που σκέπτονταν ποτέ ότι αυτό ανήκε στην Αλβανία. Πήγαιναν στο Μουρσί όπως θα πήγαιναν και στην Σαγιάδα ή το Φιλιάτι. Από τις Φιλιάτες και κάτω ήταν τα παρακάτω χειμαδιά, όπου κονάκευαν για τον χειμώνα τα διάφορα τσελιγκάτα. Σμέρτο, Μαλισινίτσα, Σκουπίτσα, Μαντούκα, Λίφατα, Μπαδήμα, Βάρδα. Ένα άλλο δρομολόγιο που ακολουθούσαν, ιδίως όσοι ήθελαν να καθυστερήσουν στο δρόμο, για να φτάσουν όσο γινόταν πιο αργά στα χειμαδιά, αλλά και διότι από εδώ το έδαφος ήταν πιο ομαλό και είχε καλύτερες βοσκές, ήταν το παρακάτω: Με πρώτο σταθμό το Μέγα (cempu di la mega) αντί να πάνε προς το Λέπενο, κατέβαιναν στην Ζιαραβίνα (Λίμνη) περνούσαν ανάμεσα από την Λίμνη της Ζαραβίνας και την γέφυρα των Αγίων και κάνανε το τρίτο κονάκι στον κάμπο της Σιταριάς.  Από εκεί περνάγανε από τον Παρακάλαμο ή και από την Πογδόριανη (Άνω Παρακάλαμος), από την τοποθεσία Νατσαίοι, και κάνανε το τέταρτο κονάκι στους Κουκλιούς. Από εκεί κάνανε το πέμπτο κονάκι στον Άγιο Γεώργιο, έξω από την Ιερομνήμη. Μετά περνάγανε το Μικρό Σουλόπουλο, το Ζωχόρεμα, και κάνανε το άλλο κονάκι κοντά στο Εκκλησοχώρι.

Στη συνέχεια ακολουθούσαν την δεξιά κοίτη του Καλαμά, περνούσαν το μέγα λάκκο και κάνανε κονάκι στην Βρυσούλα. Μετά την Βρυσούλα περνούσαν το Κούτσι Ρέμα, την Λεπτοκαριά, περνούσαν το ποτάμι Λαγκαβίτσα και κάνανε κονάκι στην Ραβενή. Από εκεί περνούσαν το ρέμα Δερβένι, περνούσαν ανάμεσα από το χωριό Μαλούνι και αχούρια Μαλουνιού, έφταναν στη Δάφνη, που οι Βλάχοι το λέγανε Τρύφωνα, που ήταν το όνομα του καφετζή, και στην συνέχεια κάνανε κονάκι στου Τόρη. Από εκεί και κάτω ήταν το ίδιο δρομολόγιο. (Κων/νος Κούρος)

^πέρασμα μέσα απο το Φιλιάτι το βράδυ 25/Οκτώβρη 2019 (φωτο Νίκος Μπάντιος)

Η εικόνα ίσως περιέχει: υπαίθριες δραστηριότητες

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: