Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Σχετική εικόνα

Για του Ηπειρώτες, τα πανηγύρια του χωριού είναι η λαχτάρα ολόκληρης χρονιάς για να βρεθούμε στον αγαπημένο μας τόπο. Και να ζούμε στιγμές που μόνο το ηπειρώτικο κλαρίνο μπορεί να σου προσφέρει.

Το Πανηγύρι είναι μια ευκαιρία, η οποία δίνεται για μια φορά το χρόνο, να ξανασμίξουν φίλοι και συγγενείς,να επιστρέψουν οι απόδημοι στον τόπο τους, να ξαναζωντανέψουν τα χωριά μας και να θυμίσουν λιγάκι απο την αίγλη του παρελθόντος. Υπο τους ήχους του κλαρίνου, του λαούτου  και με συνοδεία τους τραγουδιστές  μας, ολοι μαζί τραγουδάμε για την ξενιτιά, τον έρωτα, την ατέρμονη αγάπη που έχει ο καθένας απο μας για τον τόπο του. Εχουν γραφτεί και έχουν ειπωθεί τόσα πολλά για τα ηπειρώτικα παραδοσιακά πανηγύρια, αλλά και πάλι δεν αποτυπώνουν τη συναισθηματική αξία που έχουν για όλους. Μικρούς και μεγάλους. Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτός ο θεσμός των πανηγυριών, που επιβίωσε μέσα από πολέμους, φτώχεια, ξενιτιά, δεν θα πάψει ποτέ να υφίσταται. Και ο λόγος είναι ένας και μοναδικός. Γιατί όλη αυτη η διαδικασία, η τελετουργία πιο συγκεκριμένα, είμαστε εμείς οι Ηπειρώτες. Βρισκεται στις καρδιές μας, στο είναι μας. Πάντα ότι και να γίνει, όπου και αν βρισκόμαστε, η Ήπειρος είναι μέσα μας και μας καλεί να επιστρέψουμε και να ξαναβρεθούμε με τους αγαπημένους μας, στον τόπο των προγόνων μας, στον τόπο μας, στο σπίτι μας.

Τα καλοκαίρια σου δεν θα ήταν ίδια χωρίς τις στιγμές που πέρασες στα πανηγύρια του χωριού. Μια παράδοση που ζεις από τα παιδικά σου χρόνια, τρέχοντας ανάμεσα από τα τραπέζια με την «συμμορία», γκρινιάζοντας για το κλάμα των κλαρίνων, ενώ η βραδιά κατέληγε στο να κοιμάσαι στις καρέκλες με τη ζακέτα της μητέρας σου να σε σκεπάζει και την αγκαλιά της να σε μεταφέρει πίσω σπίτι.

Στα εφηβικά σου χρόνια αντιλήφθηκες ότι το πανηγύρι του χωριού είναι κάτι παραπάνω από μια μάζωξη. Εκεί έζησες το πρώτο σου φλερτ, όταν ανταλλάσετε ματιές ανάμεσα στον κόσμο, προσπαθώντας να μην σας καταλάβει κανείς. Ήταν ο καλοκαιρινός σου έρωτας και το πανηγύρι αυτό η επανένωσή σας. Εκεί θα ανταλλάσατε το πρώτο σας φιλί στα κρυφά, όταν κανείς δεν θα κοιτούσε, πίσω από κάποιο δέντρο, στην ακροθαλασσιά ή πίσω από την εκκλησία.

Θυμάσαι το πρώτο σου μεθύσι; Ήταν εκεί, στο ίδιο τραπέζι με την οικογένειά σου, όταν ο πατέρας σου σε ενθάρρυνε να τσουγκρίσετε τα ποτήρια με το κρασί σας, να μοιραστείτε ένα μεζέ και να απολαύσετε οικογενειακές στιγμές γλεντιού. Κι ύστερα, όταν περνούσε η ώρα και οι «μεγάλοι» επέστρεφαν σπίτι, οι νέοι μαζευόσασταν σε ένα τραπέζι, υπό τον ήχο της ζωντανής μουσικής, πίνοντας μπύρες και κάνοντας τις πρώτες σας εξομολογήσεις ή ώριμες συζητήσεις μέχρι τις πρώτες ηλιαχτίδες.

Στο πανηγύρι του χωριού βρήκες το θάρρος να σύρεις το χορό. Να ενώσεις τα χέρια με τους συγχωριανούς σου και να χορέψετε τα ίδια παραδοσιακά τραγούδια που ακούτε κάθε χρόνο. Αλλά δεν θα βαρεθείς ποτέ, διότι είναι τραγούδια του τόπου σου, αυτό που σας ενώνει. Οικογένεια και φίλοι σε καμάρωναν, ενώ εσύ οδηγούσες το χορό στο δικό σου ρυθμό και ενέργεια, στο δικό σου βήμα. Το βήμα που πέρασες από 40 κύματα για να μάθεις και έκανες πρόβες στην αυλή της γιαγιάς.

Πλέον, τα πανηγύρια του χωριού είναι αναπόσπαστο κομμάτι του καλοκαιριού σου. Έχουν γίνει μια παράδοση που δεν θέλεις να ξεχαστεί. Είναι το σημείο που ενώνεται η οικογένεια, το σημείο που βλέπεις «τα παιδιά από το χωριό, δεν τα ξέρεις» και θυμάστε τις παλιές σας εμπειρίες, την ίδια στιγμή που δημιουργείτε καινούργιες.

Η σημασία των πανηγυριών στην παλιά εποχή.

—Τα πιο παλιά χρόνια δεν υπήρχαν καθόλου συγκοινωνίες, αυτοκίνητα, δρόμοι και οι άλλες ανέσεις που υπάρχουν σήμερα. Ούτε ράδια ούτε τηλεοράσεις ούτε ψυγεία ούτε τηλέφωνα ούτε ηλεκτρικό ρεύμα. Ο κόσμος σε μεγάλο βαθμό ζούσε στην απομόνωση. Η διασκέδαση έλειπε παντελώς. Δεν υπήρχαν τότε ταβέρνες και κέντρα διασκέδασης. Όλοι μικροί και μεγάλοι έδιναν την καθημερινή τους βιοπάλη και το δικό τους αγώνα, κυρίως για να επιβιώσουν και να ζήσουν. Σχεδόν τα πάντα που είχαν σχέση με την τροφή και την ενδυμασία τους τα παρήγαγαν και τα έφτιαχναν μόνοι τους. Οι άνθρωποι ήταν εκ των πραγμάτων και αναγκαστικά, γεωργοί, κτηνοτρόφοι, τσαγκάρηδες, ραφτάδες και ό, τι άλλο τους πίεζε η ίδια η ανάγκη. Ζούσαν μια ζωή σκληρή και δύσκολη.




 —Έτσι, η μόνη τους διασκέδαση ήταν το πανηγύρι.

—Το πανηγύρι ήταν τόπος συνάντησης, συνεύρεσης και ανταμώματος των κατοίκων των διαφόρων χωριών και πόλεων.Οι κάτοικοι του ενός χωριού γνωρίζονταν με τους κατοίκους των άλλων χωριών κυρίως μέσω των πανηγυριών. Οι σκληρές καθημερινές δουλειές, η έλλειψη συγκοινωνιακών μέσων εμπόδιζαν την αλληλοεπικοινωνία και την αλληλογνωριμία μεταξύ των κατοίκων των γειτονικών χωριών και τα πανηγύρια βοηθούσαν σε μεγάλο βαθμό προς αυτή την κατεύθυνση.


—Τα πανηγύρια τότε ήταν ο μοναδικός και αποκλειστικός τρόπος διασκέδασης των κατοίκων, μαζί φυσικά με τους γάμους και τα βαφτίσια. Το κύριο όμως και κυρίαρχο μέσο διασκέδασης ήταν πάντα τα πανηγύρια και σε μικρότερο βαθμό οι γάμοι και τα βαφτίσια.

—Εκτός από τα παραπάνω, τα πανηγύρια έπαιζαν τότε μια πολύ πιο σπουδαία και σημαντική λειτουργία.

—Αυτή της γνωριμίας μεταξύ των νέων του χωριού ή των χωριών με τελική κατάληξη το γάμο και την παντρειά. Τα πανηγύρια ήταν το νυφοπάζαρο και ο τόπος που γίνονταν οι γνωριμίες μεταξύ των νέων και τα προξενιά.

—Η επικοινωνία τα παλιότερα χρόνια μεταξύ των νέων, λόγω κυρίως των αυστηρών ηθών και εθίμων, ήταν πάρα πολύ δύσκολη. Όχι μόνο το πλησίασμα, όχι μόνο η συζήτηση και η συνομιλία, αλλά και το απλό κοίταγμα ανάμεσα στο αγόρι και στο κορίτσι θεωρούνταν τότε κατακριτέο, επιλήψιμο και αμάρτημα.

—Στον κοινό όμως χορό, π.χ. στον μπάλο ή στο καλαματιανό, τα αυστηρά αυτά ήθη και έθιμα χαλάρωναν, το αγόρι και το κορίτσι επιτέλους μπορούσε να κοιτάξει το ένα το άλλο στα μάτια, να πιαστούν χέρι – χέρι και γιατί όχι να συνομιλήσουν και να κουβεντιάσουν, έστω και για λίγο, όσο κρατούσε ο χορός.

—Η κλειστή και αυστηρότατη κοινωνία μπροστά στον κυκλικό χορό της πλατείας έσπαγε, χαλάρωνε (τα μάτια πάντα έπαιζαν τον κυρίαρχο ρόλο), μετά αμέσως έπιαναν δουλειά οι προξενητάδες με τις προξενήτρες, οι γνωστοί και οι συγγενείς και πάντα συνήθως τα περισσότερα προξενιά, οι αρραβώνες και οι γάμοι επακολουθούσαν μετά τα πανηγύρια.

Το πραγματικό ηπειρώτικο πανηγύρι στην σύγχρονη εποχή.

Η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδος διοργάνωσε  στις 24 Νοεμβρίου 2014 ημερίδα για τα Ηπειρώτικα Πανηγύρια και εκεί ο κύριος Χρίστος Τουμπούρος που ήταν ο εισηγητής ανέλυσε με τον δικό του πραγματικά υπέροχο τρόπο ποιο είναι πραγματικά το Ηπειρώτικο Πανηγύρι.

panipirotiki

Το Ηπειρώτικο πανηγύρι 

Ένα πανηγύρι οργανώνουμε. Να λαλήσει για τα καλά το κλαρίνο, για να μας χτυπήσει κατακούτελα, στο Δόξα πατρί. Κι από κοντά οι κρυσταλλένιες φωνές, αληθινά νεροξεπετάγματα του Αώου, του Αχέροντα και του Αράχθου. Να συνοδεύουν τα γλυκύτατα μελίσματα του βιολιού και του λαούτου.Και το ντέφι να δίνει ρυθμό και αρμονία σ’ όλα τα μουσικά ακούσματα… Γλυκύτατοι ηπειρώτικοι κελαϊδισμοί. (Μακριά από τα ντραμς, τα αρμόνια και τα υπόλοιπα που παραβιάζουν την αγνότητα του πανηγυριού και βιάζουν την ψυχή και την παράδοσή μας). Να το λαλήσουμε μέχρι το πρωί μία και δυο μέρες. Να αχολογήσουν οι ρεματιές του Γράμμου και των Τζουμέρκων με την Καραγκούνα, την Ιτιά, τον Σελήμπεη και τη Γενοβέφα. Και αβέρτα οι φούρλες… Ηπειρώτες και ηπειρώτισσες, φίλοι και φίλες της Ηπείρου όλοι μαζί σε ένα πρωτόφαντο αντάμωμα, όπου θα αποτυπωθεί το αυθόρμητο, η απλότητα, η ειλικρίνεια, το ανεπιτήδευτο της κίνησης…, αλλά και η καθαρότητα της ηπειρώτικης ψυχής.

Τέτοιο πανηγύρι ονειρεύομαι …

Το όνειρο όμως το συνοδεύει και μια γλυκύτατη φωνή…

 «Άκου να σ’ πω μωρέ λυκοσκιλ’σμένο. Το παν’γύρ’ δεν είναι να πααίν’  ο πάσα ένας να αμπδάει και να τσακάει τα πράματά τ’. Το παν’γύρ’ είνι γι’ ούλο το χωριό. Κατάλαβέ το. Δεν είναι για παχνίδ’ τ’ καθενός. Είνι ο καθρέφτης τ’ χωριού»

Αγαπητοί πατριώτες ζητώ συγγνώμη γι’ αυτή την εισαγωγή, αλλά είναι τα λόγια της μεγάλης μου δασκάλας, της γιαγιάς μου.

Και πιστέψτε με είναι προφητικά λόγια. Αυτή μού έδωσε τον ορισμό του πανηγυριού.

«Το πανηγύρ’ δεν είναι παιχνίδ’ τ’ καθενός. Είνι ο καθρέφτς τ’ χωριού».

Διαχρονικός ο ορισμός.

Φίλες και Φίλοι

Θα ζητήσω συγγνώμη, γιατί θα ξεφύγω από τα καθιερωμένα, να ορίσω επιστημονικά ή όχι, να προσδιορίσω και να σχολιάσω το ηπειρώτικο πανηγύρι. Όχι, όχι.  Θα μιλήσω με τη φωνή της γιαγιάς μου και με τον καημό τον δικό μου. Δεν ανέτρεξα σε βιβλιοθήκες, δεν συμβουλεύτηκα τούς από καθέδρας ειδήμονες, δεν θα μιλήσω επιστημονικά. Θα μιλήσω από το μύχια της ψυχής μου. Αν τύχει και αγγίξω την ηπειρώτικη ψυχή σας, θα είμαι απόλυτα ευχαριστημένος.

Τι είναι αυτό το ηπειρώτικο πανηγύρι;

Είναι, και τι δεν είναι…

Είναι η ατομική ψυχή, η υφασμένη στην πλάση, το προσωπικό βάσανο αλλά και βάλσαμο, το μεράκι, ο σεβασμός «σ’ όσους πέρασαν», η σύνθεση των βιωμάτων, από μικρά παιδιά και η πορεία στην αναζήτηση της ομορφιάς.  Συνδέονται όλα με την Ήπειρο, με τον τόπο μας, εκεί όπου γεννηθήκαμε, εκεί όπου κυλάει πάντα το αίμα μας. Και είμαστε περήφανοι, αλλά και πλούσιοι από το σεβασμό των μεταμορφώσεών του -το παλιό που γίνεται νέο- από τη λειτουργία των σκιών, των χρωμάτων, των ήχων στις ρεματιές… Στα πανηγύρια τα μετουσιώνουμε.

Στα πανηγύρια οι Ηπειρώτες τραγούδησαν, τραγουδούν και εκφράζουν την ικανοποίησή  τους, την ευχαρίστηση και την αγαλλίασή τους, για την απόδοση της δουλειάς τους, για τον κάματο και τον ίδρωτά τους. Και γι’ αυτό τους πρώτους καλοκαιρινούς μήνες στήνουμε και στην Αθήνα και σ’ όλα τα αστικά κέντρα, τα δικά μας Ηπειρώτικα πανηγύρια, όπου αναμοχλεύουμε την ασίγαστη μνήμη. Εκεί στην Ηλιούπολη, στο Ίλιον, Αργυρούπολη, Λιόσια, εκεί σ’ όλη την Αττική και σε άλλες αστικές πόλεις παρελαύνουν εικόνες μιας αλλοτινής ζωής, ΑΝΕΜΕΛΗΣ και ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΗΣ.

Μια απάντηση και ένας χαιρετισμός από την πρωτεύουσα στα άπιαστα ηπειρώτικα γκρεμοτόπια. Τζουμέρκα, Κόνιτσα, Βωβούσα, Κατσανοχώρια, Καλαμάς, Μυρσίνη, Ήπειρος. Κι όσοι απηύδησαν από την καθημερινή πρωτευουσιάνικη μονοτονία, απόκαμαν απ’ το λιοπύρ’ της Αθήνας και το στριμωξίδ’ στα λεωφορεία, τσιουρουφλιάστηκαν στο πρωτευουσιάνικο «τηγάνι», μπαϊλντισαν απ’ όλα αυτά, εκεί βρίσκουν αμαλαγιά.

 Εκεί, ώσπου να πάμε στο χωριό. Στέλνουμε τα χαιρετίσματά μας.

Στεκόμαστε μπροστά στην πανδαισία της φυσικής και μελωδικής χαρμονής του τόπου μας, της Ηπείρου.

Χαιρόμαστε τον αέρα και νιώθουμε την ύπαρξη και τη δημιουργία!

Βλέπουμε  τις γιαγιούλες να κάθονται απόγιομα άκρη άκρη στο μισό φεγγάρι με ασβεστωμένο μεσόφρυδο όξω απ’ τα παράθυρα με το βασιλικό.

Αυθεντικές, ατόφιες, αφκιασίδωτες και αγνές και με το άρωμα της ελληνικής λεβεντιάς στην καρδιά και στο κορμί τους που εκπέμπουν έναν αυτογενή δυναμισμό ανθρωπισμού και μαγεύουν το σύμπαν φανερώνοντας την ακμή και την αρχοντιά της ηπειρώτικης ψυχής.

Έτσι, όπως πρέπει,  αυθεντικά, ατόφια και αγνά να είναι τα πανηγύρια μας.

Είναι;

«Η νύχτα θερίζει με χρωματιστό δρεπάνι τους ακίνητους ανέμους της ψυχής»Το ηπειρώτικο πανηγύρι. Η ηπειρώτικη παράδοση

Αληθινά κακοποιημένες λέξεις.

 Μαζί με την καλοκαιρινή ραστώνη, μακριά από το Αυγουστιάτικο Αθηναϊκό καύμα, στα χωριά, κάτω από τα πλατάνια, τα ελάτια και τα δασόσκιωτα ισκιώματα, -πέρα από τα καθιερωμένα- στήνονται και έκτακτα πανηγύρια, όπου αχολογούν οι ρεματιές από την κλαρινόπληκτη Ιτιά και τον παραπονιάρη Σελήμπεη.

Κι όλα αυτά  τα ονομάζουμε παράδοση!  Τακτικά και έκτακτα πανηγύρια αποκτούν και τον προσδιορισμό του  “Παραδοσιακού”. Το παραδοσιακό πανηγύρι τ’ Άι ‘Λιος, της Αγίας Παρασκευής, της Παναγίας και πάει λέγοντας.

Τα σουβλάκια των 80 ή 60 γραμμαρίων -ανάλογα με το φιλότιμο των διοργανωτών-, τα νάιλον τραπεζομάντιλα, οι πλαστικές καρέκλες, οι μπίρες Ουαλίας, όλα αυτά συμφυρόμενα με  τους ήχους του “παραδοσιακού άσματος” “πώς χορεύουν τα καγκέλια τα κορίτσια με τα μέλια» καθαρή συνέχεια του ντιπιντάει,  ντιπιντάει, ντιπιντάει, συνθέτουν το παραδοσιακό τζέρτζελο των πανηγυριών.

                                

Κι όσο κι αν θέλουμε να δικαιολογήσουμε την κατάσταση αυτή η σύγχρονη πραγματικότητα δεν αφορά  το φαρμάκι που μας πότισε -άδολα πολλές φορές- το μελαχρινάκι ή και οι απειλές του εκασταχού καψούρα:

Κάτω απ’ το σπίτι του θα ‘ρθω και θα σε πάρω μακριά του

Δε σ’ αγαπάει όπως εγώ τι θέλεις μες στην αγκαλιά του.

Κι όλα αυτά ενίοτε γίνονται με τη συμμετοχή, τη διοργάνωση ή και την ανοχή διάφορων πολιτιστικών συλλόγων, αρκούντως χρηματοδοτούμενων από τους Δήμους, ανάλογα φυσικά με το cone κάθε Προέδρου και κάθε παράγοντα.

“Ήμουνα νιος και γέρασα κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου”.

 Και τα μαλλιά μου άσπρισαν και την παράδοσή μας την μαύρισαν…  Γιατί η παράδοση έχει ασφαλώς σχέση με τον πολιτισμό. Και πολιτισμός είναι η νίκη κατά των αδυναμιών του ανθρώπου. Μια από τις αδυναμίες είναι και η ψυχαγωγία. Τα πανηγύρια, εκτός των άλλων υπηρετούσαν και αυτό το σκοπό.

Υπηρετούσαν… Δεν υπηρετούν. Εξυπηρετούν.

Με μικρές φωτεινές εξαιρέσεις τα πανηγύρια κατάντησαν  “αιτία κονόμας” και μέθοδος απόκτησης κέρδους.

Κι ας  φωνάζουν, όσοι έζησαν και υπηρέτησαν σ’ όλη τη ζωή τους την παράδοση.

«Παράδοση και τραγούδι τα καλύτερά μας όπλα”

Προκειμένου να εξαρθεί «κοσμολογικά» η γυναικεία ομορφιά στο δημοτικό τραγούδι    τότε συγκρίνεται με τα δυο άστρα. Ήλιο και Φεγγάρι.

Εσύ είσαι ένας ήλιος,

φεγγάρι λαμπερό,

που θάμπωσες το φως μου

και δεν μπορώ να διω.

Να δούμε και τα εμπορικά κατασκευάσματα:

Λάι, λάι, λάι, λάι, λάι,

λάι, λάι, λάι, λάι, λάι.

Αγαπώ ένα μωρό,

νταχτιρντί, νταχτιρντί και πω πω πω,

τ’ αγκαλιάζω, το φιλώ, το φιλώ, το φιλώ.

Παίζονται, ακούγονται και χορεύονται αβέρτα στα πανηγύρια μας…

Εκεί, κάτω από τους ήχους της ηλεκτρικής κιθάρας, του αρμόνιου, του ντραμς κ.ο.κ.,  σε μια ατμόσφαιρα τσικνισμένη πανταχόθεν, έτσι ώστε να δημιουργηθεί το “πανηγυριάτικο νέφος”, αμπ’δάν  αρκουδοειδώς, αφού κατευθύνονται ρυθμικά και “μελωδικά” από το άσμα: 

“Κούκλα μου μην επιμένεις, σε παρακαλώ,άλλα χείλη γυναικεία δεν ξαναφιλώ.

Αυτά τα μέτζελα και τα τζέρτζελα, αυτά τα σουργούνια, αυτές τις σιαμουνίκλες, που τα μαζεύουμε από την Αθήνα, τα αλλουκουτσμένα, θα μας κάνουν τα πανηγύρια; Είσαι θεομουρλαμένος… Αυτά είναι σούργελα. Μην έρθ’ κανένας από παραπέρα. Θα γίνουμε σουργούν’. Δεν είναι πανηγύρια αυτά. Είναι αρπαχτές του κάθε εμπόρου. Το πανηγύρι είναι ο καθρέφτης του χωριού. Αυτά θα έλεγε και η γιαγιά μου. 

Και βέβαια η Ηπειρώτικη παράδοση δεν θα μπορούσε να μην ακολουθήσει τη μοίρα της παράδοσης των υπόλοιπων περιοχών της πατρίδας μας…

Πλήρης εμπορευματοποίηση

Ας το καταλάβουμε πως

Αν αρκεστούμε ότι παράδοση είναι τα πανηγύρια, τα κοντοσούβλια και τα κουτάκια μπίρες ας ετοιμαστούμε να  αποχαιρετίσουμε την Αλεξάνδρεια που φεύγει! ….

Παράδοση τελικά δεν είναι μόνο το τραγούδι, ο χορός και το τσίπουρο. Είναι τρόπος και στάση, ζωής και σκέψης. Είναι η διατήρηση της φυσικής ομορφιάς και των μνημείων της Ηπειρώτικης τέχνης. Κάτι που οι μέχρι τώρα κρατούντες, φρόντισαν, «τη βοηθεία και φροντιδι» των αστικών ΜΜΕ – εργολάβων, αλλά και του διαδικτύου, να εκφυλίσουν, να αλλοιώσουν και τελικά να την εκμηδενίσουν……

 Με λίγα λόγια κοράκια …

Για σιγά όμως. Κάπου ακούω τη φωνή του Παλαμά. 

Κάλλιο φυτρώστε, αγριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,

κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,

και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,

παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.

Και είναι φωνή, ατόφια ελληνική, γνήσια και ορθή!

Αν είναι να χτίσουμε πύργους ή να λειτουργήσουμε ναούς, θρονιάζοντας εκεί μια ψεύτικη παράδοση, δεν χρειάζεται! Κακό κάνουμε. Κάτι παραπάνω. Είμαστε ιερόσυλοι!

«…φυτρώστε, ουρλιάστε, φουσκώστε…»

Πληθυντικός αριθμός. Πολύ σωστά, γιατί η λαϊκή παράδοση περιλαμβάνει το σύνολο των έργων ή δραστηριοτήτων που εκφράζουν το λαό της και χαρακτηρίζεται από την ανωνυμία και τη συλλογικότητα.

Με εξαίρεση φωτεινές περιπτώσεις, αν τη βρει κανείς αυτή τη συλλογικότητα, «να μού σφυρίξει κλέφτικα».

Η παράδοση «φορτώνεται» από την πρωτεύουσα και μεταφέρεται, όπου δει ή μάλλον όπου «οικονομεί». Και βεβαίως, να τα νταούλια, να οι καραγκούνες, να και τα αμπδήματα που θα έλεγε και η γιαγιά μου. Και έτσι πιστεύουμε ότι υπηρετούμε την παράδοση. Θα έρθουν οι άρχοντες, θα χειροκροτήσουν οι αρχόμενοι, θα εκδοθεί και δελτίο τύπου που θα αναφέρει ότι ο τάδε ή η τάδε παρευρέθη

Και θα πάνε όλοι καλλιά τους.

Είμαστε όλοι μας υπεύθυνοι.

Χρειάζεται ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ. Και η αντίσταση καλό θα είναι να αρχίσει από εμάς τους ίδιους και από τον συλλογικό φορέα που ονομάζεται Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία Ελλάδας. Άξια συγχαρητηρίων είναι για τη σημερινή ημερίδα. Εύγε. Θα έχει αξία όμως αυτό το ΕΥΓΕ, αν όχι αφειδώλευτα έδινε και τη συμμετοχή της σε διάφορα πολιτιστικά δρώμενα ή και εκδηλώσεις όπου συμφύρεται η κοινωνική προσφορά μαζί με εκτελεστές καψουροτράγουδων στο όνομα της λεβεντομάνας Ηπείρου.

Καψαλιστήκαμε για τα καλά κυρίες και κύριοι.Σκρούμπος γίναμε.

Θλίψη μας πιάνει, όταν στα υποτιθέμενα ηπειρώτικα πανηγύρια, και εδώ στην πρωτεύουσα, όταν βλέπεις μια ορχήστρα με ντραμς, ηλεκτρική κιθάρα και αρμόνιο να καθορίζουν δήθεν τα ηπειρώτικα ακούσματα και να μεταλαμπαδεύουν τάχα την ηπειρώτικη παράδοση στην Αττική.

Πώς και με τι θα στήσεις το χοροστάσι και πού θα βρεις το “ηπειρώτικο λιακωτό”;  (Με το αρμόνιο;)

Πού θα βρεις τα δασωμένα  ζάβατα και  πώς και γιατί σαν πέσει το σκοτάδι  θα σε  χαιρετήσουν τ’ αστέρια με την έκφραση της περήφανης φτώχειας και του γενναίου, πλην όμως αποφασιστικού ηπειρώτικου ανασασμού; (Θα λακίσουν από τους ήχους  της ηλεκτρικής κιθάρας).

Πώς θα ευωδιάζεται η ατμόσφαιρα  από τη λουλουδιασμένη ιτιά, όπως την «περιγράφει» το κλαρίνο;  ( Αποκόβεται από τον τόπο της. Αιτία το ντραμς).

Γιατί πρέπει να το καταλάβουμε…

Μοιροκαμένοι οι Ηπειρώτες, πάντα μοιρολογούν, σε κάθε συναπάντημά τους.

▪Την ξενιτιά.

▪Τους αποθανόντας συγγενείς και φίλους.

Πάντα

Συνοδεύουν το παράπονο των νεκρών:

«Καλά τό χουνε τα βουνά, καλόμοιρ’ ειν’ οι κάμποι,που Χάρο δεν παντέχουνε, Χάρο δεν καρτερούνε,το καλοκαίρι πρόβατα και το χειμώνα χιόνια».

Και για να λέμε και αλήθειες

Πάντα το ηπειρώτικο πανηγύρι ξεκινά με το μοιρολόγι. Σ’ αυτό συμφύρονται η ζωή και o θάνατος, το πένθος και η χαρά.

(Μέσα από την ηχητική μυσταγωγία της δωρικής πεντατονικής αρμονίας γιατί, κύριοι των πολιτιστικών Συλλόγων μάς υποχρεώνεται  να μοιρολογήσουμε την ΠΑΡΑΔΟΣΗ).

Εμείς, ξέρουμε:

(Στα πρωτοφανέρωτα μνημούρια(!!!), «ανάβουμε τη λαμπάδα μας»)

Μνημόσυνο αληθινό που μετατρέπεται  σε ερωτική πράξη, τελετουργία,  θρησκευτική επαφή▪ επίπονη κι ασταμάτητη προσπάθεια ανίχνευσης κι αποκάλυψης, μνήμης και προφητείας.

Και γι’ αυτό μπορεί να παρατηρήσει κάποιος ότι σ’ αυτές τις “μνημονικές τελετές”, στα πανηγύρια..

παίζει το κλαρίνο «αργά», ύστερα «πιο αργά» και στο τέλος «ακίνητα».

Και ο χορός δίχως φιγούρες εγωλατρίας, αληθινή εκδήλωση ενδιάθετης βούλησης.

Και «βαράει» για τα καλά το συναίσθημα, που εκδηλώνεται  με το κλάμα. Κλάμα να δουν τα μάτια σας.
Κλάμα στα πανηγύρια, μόνο οι ηπειρώτες το συνηθίζουν… Είναι, όμως, τόσο εκφραστικό, τόσο λυτρωτικό! Τόσο όμορφο!

Εδώ, όμως, τι να κλάψουμε;

Την κατάντια του ηπειρώτικου πανηγυριού;

Χρίστος Τούμπουρος

www.epirotesrodopis.blogspot.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: