Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


αφιερωμένο σε όλους τους ξενιτεμένους-όχι μόνο στους εικονιζόμενους- μια όμορφη εικόνα «πρωινό της Μεγ. Παρασκευής στην πάνω πλατεία»… μόνο 2 απο τους 8 μένουν εδώ!

1 Φιλιάτες, Με......

(απο την εφημερίδα ΘΕΣΠΡΩΤΙΑ του 1936)

Ο ΝΟΥΣ ΜΟΥ

Δημοσιεύομεν ευχαρίστως κι’ ως ακριβώς έχει το παρακάτω ποίημα γιατί μέσα του κλείνει τη νοσταλγία και τον μεγάλο πόνο του ξενίτη προς την γλυκειάν πατρίδα, γιατί ο στίχουργήσας τις γραμμές αυτές κελι από κληρονομιά στον εσωτερικό του άνθρωπο έναν κόσμο ευαγγελικό, γιατί ο θρηνωδός αισθάνεται διάπλατη την πατριωτική έννοια.

Χαρακτηριστικό ακόμη ιδιαίτερο του έμμετρου θρήνου του, είναι και η θύμησι προσώπων, που εξέλειπαν ή ευρίσκονται ακόμη εις ζωήν, τα οποία ανήκουν ή ανήκον εις αρχαίας πατριαρχικάς οικογενείας, που άλλοτε είχον επιβληθεί ευεργετική ως επί της κοινωνίας, εκ μιας των οποίων οικογενειών προέρχεται και ο ίδιος.

Εις εσένα Θεσπρωτία
υποσχέθηκα σαν τάμα
πως κι εγώ καμία ημέρα
θα σου γράψω ένα γράμμα.

Γιατ’ εσύ κάθε εβδομάδα
δεν λυπάσαι, δεν μ’ αφίνεις
ακουσίως έναν πόνον
της καρδιάς μου να μου ξύνης.

Από τέταρτον αιώνος
κι άλλα δύο χρόνια ακόμα
της γενετειράς μου χώρας
εγκατέλειψα το χώμα

Σε διαβάζω με λαχτάρα
απ’ την μια στην άλλην άκρη
και χωρίς να θέλω τρέχει
απ’ το μάτι μ’ ένα δάκρυ.

Αυτό το μικρό χαρτάκι
όλα μου τ’ ανακατεύει
στη στιγμή κάνει τον νούν μου
να πετά να ταξειδεύη

Έρχεται αυτού κοντά σας
σας θωρώ τη δυστυχία
μ’ ανοιχτά τα μάτια βλέπω
Κρίμα είνε οπτασία!

Κ’ όπου πάνω και γνωρίζω
και φωνάζω νάτο, νάτο
πόσα βλέπω πόσα βλέπω
προχωρώντας παρακάτω.

Τη Σαγιάδα και τους μύλους
και την Σκέφαρη την Λιόψη
σαν τα βλέπω κιτρινίζω
και αλλάζω αμέσως όψι.

Εις την Σπάταρη κυττάζω
αν ακόμα εκεί ζη
τον καλόν τον αγωγιάτη
τον Ζεϊνέλη τον Χατζή.

Αν και έχω απ’εκείνον
μια ανάμνησιν πικράν
γιατί πρώτα τ’ άλογά του
μ’ έφεραν τόσον μακράν.

Νάτο κ ένα που με ρίχνει
απ’ τον πόνο στο κρεβάτι
εδώ σταματά ο νου μου
στο γλυκό μου το Φιλιάτι.

Πρώτα στην Αγιά Τριάδα
εκεί πέρα στο λοφίσκο
τους δικούς μου κλαίγω λίγο
που τα μνήματα δεν βρίσκω.

Ποιος θυμάται ευεργέτας
αν παρέλθουν οι καιροί
ποιος θα πη «αυτά την κτίσαν,
και ας ανάψω ένα κερί».

Να την Σίδερι την βλέπω
της Μανούλας μου χωργιό
τον Αηγιάννη με τ’ ωραίο
το μικρό καμπαναριό.

Πάγω και φιλώ το μνήμα
στέκω λίγω σκεπτικός
εις τον Ντάϊκο τον Δημήτρη
της μανούλας μου αδελφός

Τύπος μιάς καρδιάς αγίας
γιός αντάξιος γονέων
της λαμπράς οικογενείας
των γνωστών Μπαξεβανέων.

Τους παλιούς όλους γνωρίζω
σ’ όλους θέλω να μιλήσω
θέλω και του Γεώργη  Φίλιου
τη φαλάκρα να φιλήσω

Αναιβένω εις την Μάλια
Το Φοινίκι αμέσως είδα
Βλέπω κι ένα σπίτι νέο
Του σεπτού Βασίλη Τζήβα

Μα δεν είναι φαντασία
Ζωντανό ένα πράμα τόσο
Π’ αγκαλιάζω και φιλάω
Τη θειούλα μου τη Φρόσω

Στέκω και στο Γηρομέρι
Για να θυμιθώ τα πλούτια
Των Βουγίδιδων και  άλλων
Και του Χρήστου του Κολιούτα

Πάγω στη Φανερωμένη
Και γυρνώ στο μοναστήρι
Αναιβένω στις σκαρπάτες
Και τραβώ για το Φατήρι

Την Πλεσίβιτσα και Κότσκα
Μες τα ματια τα χω νατα
Που αγαπιόνταν κειν τα χρόνια
Σαν ο σκύλος με τη γατα

Κι ενθυμούμαι κειν τα χρόνια
Τολμηροί παλλικαράδες
Με Χαράλαμπο τον Σιόλη
Σκοτωθήκαν με τα Αγάδες

Και τη Βάναρη περνάω
Και αφήνω τους χωριάτες
Για να ιδω κάτι ακόμα
Στους αγαπητούς Φιλιάταις

Και τους γύφτους αγναντεύω
Και τις γύφτισσες μια μία
Αυτοί μ είχαν κουναρίσει
Παρεξήγηση καμία

Και πηγαίνω στις Κογκέλες
Και γυρίζω πάλε πίσω
Κι όταν φθάσω εις τα πούσια
Όλους θα τους χαιρετίσω

Προσπαθώ να μην περάσω
Απ το σπίτι το δικό μου
Μην γνωρίζων την αλήθεια
Χάσω και το λογικό μου

Γιατί εκεί αν πάγει ο νους μου
Σκέψεις έρχονται παλιές
Περασμένα μεγαλεία
Διηγώντας τα να κλαίς

Μόνο τρέχω μες την θειά μου
Και της λέγω κούσε Κούλα
Σου φιλούμε όλοι το χέρι
Σε φιλάει κι μαννούλα

Και νομίζω πως με βλέπει
Πούμαι δάκρυα γεμάτος
Να μη την στεναχωρήσω
Φεύγω απ εκεί τρεχάτος

Και πηγαίνω άνω κάτω
Τα ξαδέρφια να ζητήσω
Ύστερα από τόσα χρόνια
Δεν μπορώ να τα γνωρίσω

Για τον Φώντα και Αλέκο
Όλγα και τον Κωνσταντίνο
Χαρίλαο Παρασκευή
Το δάκρυ πικρό πίνω

Και γυρίζω πάλι πίσω
Και φωνάζω είδα είδα
Και ξυπνώ κι αναστενάζω
Αχ αγαπητή πατρίδα

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΔΑΓΚΑΣ
Κάϊρω 21/2/1936

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: