Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Ο αείμνηστος μάστορας καλατζής Φώτο Μπάλλος με τα αγγειά του έξω απο το εργαστήρι στην Καμύτσιανη (ο αείμνηστος μπάρμπα Φώτος ήταν μάστορας- έτσι έλεγαν όσους εκτός απο το καλάϊσμα έφτιαχναν και χειροποίητα αγγειά, μαστραπάδες, μαυρόκολες, απλωτές, σινιά κλπ.)

%cf%86%cf%86%cf%86%cf%86%cf%86%cf%86%cf%86%cf%86%cf%86

(το παρακάτω κείμενο είναι του Μιχάλη Πασιάκου)

Kαλάισμα, το και γάνωμα, το. Η κάλυψη ενός σκεύους με καλάι (μείγμα από κασσίτερο και μολύβι) για να μη σκουριάσει. Αυτοί που καλάιζαν τ’ αγγειά, οι καλατζήδες ήταν κυρίως από τα χωριά της Μουργκάνας κι έτσι όλοι οι Μουργκανιώτες αναφέρονταν ως καλατζήδες. Ετυμ. μεσν. < τουρκ. kalay, αραβ. αρχής. (Μπαμπινιώτης, Λεξικό, σ. 814).
Κάλαϊ, είναι ο κασσίτερος και στα αλβανικά από τα οποία είναι πιθανότερο να δανειστήκαμε τη λέξη απ’ ότι από τα αραβοτουρκικά. Να σημειώσουμε εδώ ότι η ρίζα καλ- έχει μακρά ιστορία και είναι προελληνική.
Ο Ι. Θωμόπουλος, (Πελασγικά, σ. 609), γράφει: «…Καλχαίνω σημαίνει και πορφύρω ήτοι ποιώ τι πορφυρούν, πορφυρόχρουν, από του κάλχη ή χάλκη ‘η πορφύρα’ δια το χρώμα. Η λέξις Πελασγική• πρβλ. αλβαν. άλ-ι πορφυρόφρους, βαθέως κόκκινος, ελλην. αλουργής ‘ο εκ γνησίας πορφύρας κατασκευασθείς’ κάλλη• άνθη πορφυρά, κάλλαι• οι των αλεκτρυόνων πώγωνες (το κόκκινον λειρίον), και παν πορφυροειδές χρώμα, καλλαί• τα βαπτά έρια (Ησυχ.), κάλαϊς ‘ο πολύτιμος λίθος’, καλάινον χρώμα ‘το πορφυρούν’ κάλλος κυρίως ‘το ανθηρόν, κόκκινον χρώμα του προσώπου’ , καλλωπίζομαι, καλλύνομαι κυρίως ‘βάφω κόκκινον το πρόσωπον’ . Ενταύθα ανήκει και χαλκός ‘ο έχων κοκκινωπόν χρώμα (μπρούτζος), αλβ. κάλλαι ‘κασσίτερος’ (και τουρκ.)…»
Ετυμολογώντας το χαλκό, ο Μπαμπινιώτης (Λεξικό, σ. 1929) αφού επισημάνει τη Μυκηναϊκή του εκδοχή (ka-ko), θεωρεί τη λέξη αβεβαίου ετύμου πιθανό δάνειο από γλώσσα της Εγγύς Ανατολής. Αναφέρει όμως την εκδοχή ότι μπορεί η λέξη να ανάγεται στη βασική σημασία ‘κόκκινο μέταλλο’ οπότε συνδέεται με το ουσιαστικό κάλχη / χάλκη / χάλχη ‘πορφυρή βαφή’ .
Ας συμπληρώσουμε εδώ και το άλ-ικο το κατακόκκινο χρώμα, το οποίο ο Μπαμπινιώτης (Λεξικό, σ. 118) ετυμολογεί από το τουρκικό al κόκκινος, περσικό ᾱl.
Αυτές οι πανάρχαιες λέξεις είναι λογικό να παραμένουν στα χείλη των λαών με κοινή ρίζα ή κοινή ιστορική πορεία. Όσο για τους Τούρκους, οι οποίοι δεν είναι Ινδοευρωπαϊκός λαός, άρα δεν υπάρχει γλωσσική συγγένεια, ας αναλογιστούμε εδώ το ρόλο που έπαιξε η κοινή ιστορική πορεία των λαών.
Η εύκολη λύση είναι να υποθέσουμε ότι όλες τις κοινές λέξεις οι Τούρκοι τις πήραν από τα Περσικά, άρα από μια συγγενή Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα.
Αν σκεφτούμε όμως ότι οι Τούρκοι «επικάθησαν» ως ηγετική ομάδα πάνω στο τεράστιο υπόβαθρο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας το οποίο ήταν ένα συνονθύλευμα λαών οι οποίοι επηρεάστηκαν από τους αλλόγλωσσους κατακτητές αλλά ταυτόχρονα τους επηρέασαν βαθύτατα σε όλους τους τομείς ακόμα και στη γλώσσα, τότε καταλαβαίνουμε γιατί η τουρκική γλώσσα έχει τόσες ομοιότητες με τη νεοελληνική.
Η αρχική γλώσσα των Τούρκων νομάδων σε καμιά περίπτωση δεν είναι η ίδια με τη γλώσσα των κατακτητών οι οποίοι ηγούνταν μιας τεράστιας αυτοκρατορίας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: