Ιστότοπος για τους Φιλιατες και οχι μονο- με νέα και παλιά, ειδήσεις και σχόλια, λαογραφικά και φωτογραφικά θέματα και την εφημεριδα μας ¨τα ΝΕΑ των Φιλιατών¨ σε ηλεκτρονική μορφή


Ίσως είμαστε η μόνη πόλη, ο μόνος δήμος, που δεν έχει κάτι να δείξει για τη συμμετοχή του στον τελευταίο μεγάλο πόλεμο- πράγματα που μόνο εμείς δεν τα ξέρουμε..

Κι όμως,η μεταπολεμική Ελλάδα μας τίμησε με το ΜΕΓΑΛΟΣΤΑΥΡΟ και μας έκανε ΔΗΜΟ ΦΙΛΙΑΤΩΝ, απο κοινότητα που ήταν μέχρι τότε…

2
Μας τίμησε γιατί αντισταθήκαμε και υποφέραμε όσο λίγοι, χάσαμε την πρώτη μέρα την πρώτη ώρα του πολέμου τον πρόεδρο της τότε κοινότητας Φιλιατών αείμνηστο Παναγιώτη Κύρκο και τον γιό του Δημήτρη…
1
Εδώ, στην περιοχή ΤΑΚΑ έχασαν και οι Ιταλοί τον πρώτο τους σημαντικό νεκρό…
3
Πολλά τα στοιχεία που έχουμε να δείξουμε αλλά θέλουν την παρέμβαση της Δημοτικής αρχής. Παράδειγμα: Θα μπορούσαν με μικρή δαπάνη να τοποθετήσουν σε μια άκρη του δρόμου στου ΤΑΚΑ την επιτύμβια στήλη των Ιταλών που είναι παραπεταμένη. και άλλα πολλά. Διαβάστε παρακάτω την ελεύθερη μετάφραση του ημερολογίου του Ιταλού Φερντάντο Καμπιόνε (Fernando Campione, Guerra in Epiro. Diario di un combattente della Divisione «Siena» (51), Napoli, 1950) που επιμελήθηκε το ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΑ- με πολλά στοιχεία για το Φιλιάτι εκείνων των ημερων..
Το ημερολόγιο της εισβολής και της «κατάκτησης» της Θεσπρωτίας
Το ημερολόγιο από το οποίο έχει προέλθει η παρακάτω αφήγηση της ιταλικής «κατάκτησης» της Θεσπρωτίας γράφτηκε τον καιρό του πολέμου από τον Φερνάντο Καμπιόνε, μαχητή της 51ης Μεραρχίας, «Σιένα». Η μεραρχία αυτή κράτησε το παραλιακό μέτωπο, συμπεριλαμβανομένης και της σύντομης κατάληψης της Θεσπρωτίας, μόνη της σχεδόν, ως τις 19 Δεκεμβρίου 1940, οπότε έφθασαν στη ζώνη αυτή οι πρώτες μονάδες της Μεραρχίας «Ακουι». Ο συγγραφέας, με την ιδιότητά του ως «τεχνικού», είχε ήδη γνωρίσει την Αλβανία σε προγενέστερες εποχές όταν εργάστηκε σε έργα αποστράγγισης για την καταπολέμηση της ελονοσίας στη χώρα. Με τη στρατιωτική του ιδιότητα, χωρίς να είναι ακριβώς πολεμιστής, είχε την ευκαιρία να παρακολουθεί από κοντά όλες τις στρατιωτικές εξελίξεις και να ενημερώνεται άμεσα από τους επιτελικούς κύκλους της μεραρχίας. Το ημερολόγιο είδε το φως στη Νάπολη το 1950. Ηταν η εποχή που η Ιταλία έβρισκε τη θέση της στον Ψυχρό Πόλεμο και το στρατόπεδο του «Ελεύθερου Κόσμου», στο δυτικό δηλαδή. Αυτές οι πολιτικές εξελίξεις προκάλεσαν ένα είδος απολογητικής προσέγγισης της ιταλικής συμμετοχής στον τελευταίο Παγκόσμιο Πόλεμο. Καθώς ο ιταλικός στρατός επρόκειτο να ανασυγκροτηθεί και να αναλάβει σημαντικό ρόλο στο ΝΑΤΟ, η αποκατάσταση του κύρους των Ιταλών στρατιωτικών ήταν το ζητούμενο. Οι επιδόσεις των ιταλικών Ενόπλων Δυνάμεων στον πόλεμο στο πλευρό του Αξονα δεν ήταν ακριβώς τα επιζητούμενα πρότυπα, τόσο από πλευράς στρατοπέδου όσο και από πλευράς επιδόσεων. Το κλίμα του 1950 απαιτούσε, λοιπόν, μια επιλεκτική θεώρηση των γεγονότων. Η ανδρεία του Ιταλού στρατιώτη έπρεπε να αναδειχθεί, καθώς και η ιδέα των απλησίαστων στόχων που του έθετε η ηγεσία της χώρας. Η τελευταία, η φασιστική της εκδοχή, έπρεπε να στιγματιστεί, όχι όμως υπερβολικά, έτσι που να δικαιώνει τους πλέον αποφασισμένους αντίπαλους του φασισμού: τους αριστερούς και τους κομμουνιστές. Το αποτέλεσμα ήταν ένα «ήπιο» ημερολόγιο, όπου η ανδρεία των στρατιωτών συνοδεύεται από την ιδέα της γενικής εγκατάλειψής τους και του «υπερανθρώπου» των προσπαθειών τους απέναντι σε έναν ισχυρό αντίπαλο. Ο τελευταίος ήταν η εξίσου φτωχή Ελλάδα, η οποία σίγουρα δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υπερδύναμη – ακόμα και στα 1940. Οπωσδήποτε, με όλες αυτές τις επιφυλάξεις σε ισχύ, έχουμε μια καλή περιγραφή για το πώς φαινόταν ο πόλεμος από την απέναντι πλευρά του μετώπου. Την πρώτη ημέρα του πολέμου, επέτειο της «πορείας στη Ρώμη» του 1922 και της ανόδου του φασιστικού κόμματος στην εξουσία, ξεκίνησε η εισβολή των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Οι Ιταλοί στρατιώτες είχαν αρχίσει να καταλαμβάνουν τις θέσεις εξόρμησης από τις 25 του μήνα και ελάχιστα αιφνιδιάστηκαν από τη διαταγή για προέλαση. Την περίμεναν κιόλας. Οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές και η κακοκαιρία των προηγούμενων ημερών είχαν ήδη κάνει δυσάρεστη την παραμονή στο ύπαιθρο και η λάσπη είχε δυσκολέψει τις κινήσεις. Εάν ήταν να γίνει κάτι καλό, θα έπρεπε να γίνει γρήγορα, πριν έρθει ο χειμώνας. Σε τελευταία ανάλυση οι αξιωματούχοι του φασιστικού κόμματος ή του στρατού που περιόδευαν τις μονάδες που θα πραγματοποιούσαν την εισβολή διαβεβαίωναν ότι επρόκειτο για μία «ρύθμιση» τοπικών «εκκρεμοτήτων». Μετά βίας, έλεγαν, θα μπορούσε να ονομαστεί πόλεμος η όλη επιχείρηση. Θα έμπαιναν στην Ελλάδα, θα τη διασφάλιζαν από τυχόν βρετανική παρουσία και θα ολοκλήρωναν έτσι τον πόλεμο στα Βαλκάνια. Με βάση τις προηγούμενες γερμανικές επιτυχίες στο νέο αυτόν πόλεμο, οι διαβεβαιώσεις των ιθυνόντων μπορούσαν και να γίνουν πιστευτές. Οι δυνάμεις της Μεραρχίας «Σιένα» θα προχωρούσαν στον παραλιακό τομέα προς τα νότια κατά μήκος των ακτών της Ηπείρου. Οργανώθηκαν δύο μεγάλες επιθετικές αιχμές γύρω από τα αντίστοιχα συντάγματα Πεζικού της μεραρχίας, το 31ο και το 32ο. Η προέλαση ξεκίνησε αργά και προσεκτικά, παρόλο που, την πρώτη αυτή ημέρα του πολέμου, η αφύσικη ηρεμία ήταν το χαρακτηριστικό του μετώπου. Οι ελληνικές προφυλακές αποσύρονταν μπροστά στην αργή ιταλική προέλαση και το μόνο που θύμιζε πόλεμο ήταν λίγες ριπές αυτόματων όπλων και σποραδικοί πυροβολισμοί χωρίς ένταση. Μόνο στις 29, στη δεύτερη ημέρα της προέλασης, οι ιταλικές δυνάμεις έφθασαν στη συνοριακή κωμόπολη, στους Φιλιάτες, όπου διέκοψαν την προέλαση για να προετοιμάσουν κέντρα εφοδιασμού και να εξετάσουν τρόπους για τη διάβαση του Καλαμά. Οι βροχές, που μετέτρεψαν δρόμους και χωράφια σε λασπότοπους, είχαν «φουσκώσει» τα νερά του ποταμού και το Μηχανικό έπρεπε να βρει τρόπους να γεφυρώσει το ατίθασο ρεύμα. Την τρίτη ημέρα του πολέμου στο παραλιακό μέτωπο, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν είχαν πρακτικά ξεκινήσει ακόμα. Η ιταλική διοίκηση έφερε 900 Αλβανούς εργάτες για να βελτιώσουν τον άθλιο δρόμο που οδηγούσε από την Κονίσπολη στους Φιλιάτες. Οι τελευταίοι έγιναν θέατρο μεγάλων κατασκευαστικών εργασιών που δεν θύμιζαν ακριβώς κατάσταση πολέμου. Η υπενθύμιση του τελευταίου ήρθε με απρόσμενο τρόπο. Ο συνταγματάρχης διοικητής του 32ου Συντάγματος σκοτώθηκε σε ατύχημα την ημέρα αυτή στους Φιλιάτες.
Την 1η Νοεμβρίου, οι ιταλικές δυνάμεις άρχισαν και πάλι να κινούνται με τους συνήθεις υποτονικούς ρυθμούς τους. Η τοπική απραξία και η αδυναμία ζεύξης του Καλαμά διασκεδάζονταν από θύελλα φημών που ήθελαν τον πόλεμο να τελειώνει νικηφόρα για την Ιταλία σε άλλους τομείς του μετώπου. Το απόγευμα της 1ης Νοεμβρίου κυκλοφόρησε η φήμη ότι η μεραρχία αρμάτων «Κένταυροι» διέσπασε τις ελληνικές γραμμές και κατέλαβε τα Γιάννενα. Μόνο που δεν πανηγύρισαν οι στρατιώτες της «Σιένα». Οπωσδήποτε όμως δεν θεώρησαν σωστό να βιαστούν για έναν πόλεμο που τελείωνε όπου να ’ναι. Οι αποσκευές και η σωστή εγκατάσταση των αξιωματικών, η λειτουργία του κατοχικού κράτους (λειτουργία υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας Αλβανίας, εγκατάσταση ιταλικών αρχών δίπλα στις ελληνικές κ.λπ.) στη φτωχή κατάκτηση των Φιλιάτων εξακολούθησαν να είναι η κύρια μέριμνα της ιταλικής διοίκησης και η επανάληψη της προέλασης δεν διακρινόταν ως πρώτη προτεραιότητα. Τα πρώτα στοιχεία (οι βάρκες Μηχανικού) για τη ζεύξη του Καλαμά ήρθαν με καραβάνι 300 ζώων από την Αλβανία στις 3 Νοεμβρίου. Είχαν περάσει ήδη επτά ημέρες από την έναρξη του πολέμου…Το επιθετικό πέρασμα του ποταμού γινόταν, όμως, επιτακτική ανάγκη, καθώς το ελληνικό Πυροβολικό από την απέναντι όχθη βελτίωνε συνεχώς τις θέσεις του και τα πυρά του. Η επίθεση αποφασίστηκε για τις 4, αναβλήθηκε όμως και πάλι, καθώς η Αεροπορία είχε αλλού υποχρεώσεις. Τελικά στις 5 Νοεμβρίου ξεκίνησε η επίθεση για το πέρασμα του Καλαμά με ισχυρούς βομβαρδισμούς της Αεροπορίας και του Πυροβολικού. Το μεσημέρι στοιχεία δύο ταγμάτων του 32ου Συντάγματος πέρασαν στη νότια όχθη του Καλαμά. Από απέναντι οι Ελληνες αντιστέκονταν με πυκνά πυρά. Η θέα των πρώτων νεκρών και τα βογγητά των πληγωμένων κλόνισαν τους στρατιώτες που πρώτη φορά μετείχαν σε μάχη. Επικράτησε σύγχυση και χρειάστηκαν προσπάθειες των βαθμοφόρων για να εξασφαλιστεί το προγεφύρωμα και να ολοκληρωθεί η γέφυρα πάνω στο ποτάμι. Τρία ελληνικά αεροπλάνα επιτέθηκαν σε αυτή μόλις σχεδόν ολοκληρώθηκε και προκάλεσαν ζημιές. Μερικές ώρες ακόμα χρειάστηκαν για να σταθεροποιηθεί η κατάσταση. Στις 6 Νοεμβρίου οι Ελληνες αποσύρθηκαν νοτιότερα και η ηρεμία επανήλθε στο παραλιακό μέτωπο. Την ίδια ημέρα ξεκαθάρισε η γενική εικόνα. Οι Μεραρχίες των «Κενταύρων» και η «Φερράρα» που κινήθηκαν προς τα Γιάννενα είχαν καθηλωθεί σε αυτό που οι Ιταλοί θεωρούσαν «οχυρωμένη ζώνη» στο Καλπάκι. Η Μεραρχία «Σιένα» θα έπρεπε πλέον να κινηθεί μόνη της. Οι απώλειες της προηγούμενης ημέρας και οι κακές ειδήσεις από τους άλλους τομείς του μετώπου προκάλεσαν απογοήτευση και εκνευρισμό στους στρατιώτες. Η πυρκαϊά που ξέσπασε σε ένα σπίτι στους Φιλιάτες κινδύνεψε να μετατραπεί σε πογκρόμ κατά των Ελλήνων κατοίκων της πόλης: η φήμη ότι «πράκτορες του εχθρού» είναι δραστήριοι πίσω από τις ιταλικές γραμμές είχε ευρύτατα κυκλοφορήσει ανάμεσα στους Ιταλούς στρατιώτες. Στις 8 Νοεμβρίου, δώδεκα ημέρες μετά την εισβολή, οι Ιταλοί συνέχιζαν να οργανώνουν το ισχυρό προγεφύρωμα που είχαν δημιουργήσει τις προηγούμενες ημέρες νότια του Καλαμά. Οι διαταγές επέμεναν για επανάληψη της επίθεσης. Οι πληροφορίες για το τι συνέβαινε στις ελληνικές γραμμές ήταν αντιφατικές. Αλλες από αυτές ήθελαν τον ελληνικό στρατό να έχει υποχωρήσει βαθιά στα νότια και μόνο δυνάμεις προφυλακών να κρατούν το μέτωπο. Υπήρχε, επίσης, ενθάρρυνση από τη φιλική υποδοχή που δέχονταν οι ιταλικές μονάδες από τους μουσουλμάνους αγρότες της περιοχής (πρόκειται για τους Τσάμηδες). Από την άλλη πλευρά, όμως, υπήρχε άγνοια και ανησυχία για την πορεία των επιχειρήσεων στους άλλους κύριους- τομείς του μετώπου.Στις 9 Νοεμβρίου, κάτω από τις πιέσεις του ιταλικού στρατηγείου, οργανώθηκαν δύο επιθετικές αιχμές, οι οποίες, η καθεμία, αποτελούντο από ένα Σύνταγμα Ιππικού -το «Αόστα» και το «Μιλάνο»- και στοιχεία Πεζικού και Μηχανικού. Η αποστολή τους δεν ήταν οπωσδήποτε τόσο επιθετική όσο θα την ήθελαν οι Ιταλοί επιτελείς. Οι επιθετικές αιχμές θα προχωρούσαν προσεκτικά ως την περιοχή της Παραμυθιάς, θα αιχμαλώτιζαν ή θα κατέστρεφαν τις εκεί αποθήκες του ελληνικού στρατού και θα αχρήστευαν το εκεί μικρό αεροδρόμιο, βοηθητικό της ελληνικής Αεροπορίας. Στην περίπτωση που θα συναντούσαν οργανωμένη ζώνη άμυνας των Ελλήνων, θα υποχωρούσαν καθώς δεν είχαν τα μέσα (πυροβολικό κ.λπ.) για να επιτεθούν σε μια τέτοια περίπτωση. Την ίδια ημέρα άρχισε να ξεκαθαρίζει στους αξιωματικούς τουλάχιστον του παραλιακού τομέα της εισβολής η κατάσταση στους άλλους τομείς του μετώπου. Στην Πίνδο η Μεραρχία «Τζούλια» πιεζόταν αφόρητα και είχε πλέον σοβαρές απώλειες. Στο κέντρο σε ανάλογη πίεση βρισκόταν η Μεραρχία «Φερράρα». Η στρατιωτική λογική, διαπίστωναν οι επικεφαλής, θα επέβαλε την ενίσχυση των επιθέσεων στον παραλιακό τομέα έτσι ώστε να δημιουργηθούν απειλές για τον ελληνικό στρατό και να μειωθεί η πίεση στην Πίνδο και το κέντρο. Εντονες συζητήσεις ξέσπασαν για την έλλειψη μέσων και ενισχύσεων που θα επέτρεπαν στις δυνάμεις του Καλαμά να αναλάβουν ευρύτερες επιχειρήσεις. «Πού είναι οι μεραρχίες που θα έρχονταν από την Ιταλία;», ήταν το βασικό ερώτημα των ημερών. Στοιχεία των συνταγμάτων του Ιππικού έφθασαν στο Μαργαρίτι και έστειλαν αναγνωριστικές περιπόλους ακόμα νοτιότερα χωρίς να συναντήσουν σημαντική αντίσταση και, πολύ περισσότερο, μια νέα γραμμή άμυνας των Ελλήνων. Οι απορίες θέριεψαν στους Ιταλούς αξιωματικούς. Πώς ήταν δυνατόν να έχει προετοιμαστεί τόσο άσχημα η επιχείρηση ενάντια στην Ελλάδα; Σε τι είδους περιπέτειες είχαν ρίξει τους Ιταλούς στρατιώτες οι ιθύνοντες της Ρώμης; Οι απορίες έγιναν θυμός όταν έφτασε στην περιοχή μια ομάδα δημοσιογράφων –της υπηρεσίας Τύπου και Προπαγάνδας του καθεστώτος– για να περιγράψει με μεγαλοπρεπή χρώματα την «επική διάβαση» του Καλαμά. Προφανώς στη Ρώμη αναζητούσαν επικοινωνιακούς «θριάμβους» για να αμβλύνουν τη γενική εντύπωση αποτυχίας που πλέον έφθανε από το ελληνικό μέτωπο. Στις 10 και τις 11 Νοεμβρίου ο πόλεμος φαινόταν να έχει σταματήσει στην παραλιακή ζώνη. Οι Ιταλοί δεν προχωρούσαν και οι Ελληνες δεν φαίνονταν ακόμα πουθενά. Αξιωματούχοι του στρατού, του φασιστικού κόμματος και της πολιτικής διοίκησης της ιταλικής Αλβανίας επισκέπτονταν τους Φιλιάτες, καθώς αυτή η κωμόπολη πλέον ήταν ό,τι είχε απομείνει ως εδαφικό λάφυρο από τα μεγαλόπνοα σχέδια της εισβολής και της κατάληψης της Ελλάδας. Οι φήμες και οι συζητήσεις είχαν φουντώσει σε κάθε επίπεδο. Τι γινόταν αλλού, τι θα γινόταν σε αυτή τη γωνιά του μετώπου; Τα βρετανικά αεροπλάνα που εμφανίστηκαν για πρώτη φορά και έπληξαν το μικρό λιμάνι της Σαγιάδας δεν προκάλεσαν θύματα, προκάλεσαν όμως νέες ανησυχίες Οι τρεις Ελληνες που αυτομόλησαν την ίδια ημέρα στις ιταλικές γραμμές ανακρίθηκαν, χωρίς όμως να δώσουν σαφείς πληροφορίες για την κατάσταση και τις προθέσεις του εχθρού. Στις 11 γιορτάστηκαν στους Φιλιάτες, όσο πιο εντυπωσιακά επέτρεπαν οι περιστάσεις, τα γενέθλια του Βασιλέα Αυτοκράτορα της Ιταλίας. Στις 12 Νοεμβρίου οι ανησυχίες φούντωσαν και πάλι. Από τον Βορρά έφθανε ο απόηχος ισχυρών πυρών πυροβολικού που τίποτε καλό δεν προμήνυαν. Οι ανησυχίες καταπολεμήθηκαν με νέο κύμα φημών που μετέφερε ένας αδειούχος αξιωματικός που έφθασε στους Φιλιάτες: τρία συντάγματα βερσαλλιέρων με βαρέα όπλα έφθασαν με μεταγωγικά αεροπλάνα και έρχονταν στο μέτωπο. Πλήθος ατμοπλοίων ξεφόρτωναν ενισχύσεις στο Δυρράχιο… Πέρα όμως από τις φήμες, τίποτε άλλο δεν έφθανε στο μέτωπο του Καλαμά, εκτός ίσως από μερικούς Αλβανούς «εθελοντές» αμφίβολης πολεμικής χρησιμότητας. ΟΙ Ιταλοί αξιωματικοί που τους διοικούσαν προέρχονταν από τις αποικίες και βεβαίωναν ότι ετούτοι οι στρατιώτες τους ήσαν ισάξιοι των ιθαγενών στρατευμάτων της ιταλικής Αυτοκρατορίας. Ελάχιστα ικανοποιούσαν τους αξιωματικούς του τακτικού στρατού ετούτες οι διαβεβαιώσεις. Οι αναφορές προς την ανώτερη διοίκηση στο Τεπελένι έφευγαν καθημερινά με ταχυδρομικά περιστέρια. Κάθε αναφορά γραφόταν σε δύο αντίτυπα και στελνόταν με δύο διαφορετικά περιστέρια. Θα μπορούσε να απορήσει κανείς πώς η χώρα που γέννησε τον Μαρκόνι βρισκόταν ακόμα προσηλωμένη σε τεχνικές του καιρού του Μακιαβέλλι! Στις 13 Νοεμβρίου η ελληνική πίεση στο παραλιακό μέτωπο πήρε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Το ελληνικό Πυροβολικό δραστηριοποιήθηκε στον τομέα της Ηγουμενίτσας και χρειάστηκε να μεταφερθούν προς τα εκεί μερικές πυροβολαρχίες των 105 για να απαντήσουν. Μια ολόκληρη εφοδιοπομπή του 31ου Συντάγματος διαλύθηκε από το ελληνικό Πυροβολικό. Οι μονάδες αναπτύχθηκαν στην πρώτη γραμμή και οι πρώτες ενισχύσεις που έφθασαν στον τομέα –τη 17η ημέρα του πολέμου! προωθήθηκαν στις θέσεις μάχης (στοιχεία του 2ου Συντάγματος Βερσαλλιέρων). Η περίοδος της ηρεμίας τελείωνε. Την επομένη, στις 14, η πίεση των Ελλήνων εκδηλώθηκε έντονα στον τομέα της Ηγουμενίτσας. Οι Ιταλοί κράτησαν τις θέσεις τους με μικρές απώλειες, η αισιοδοξία όμως περιορίστηκε σε αυτό. Στην απέναντι πλευρά μια έντονη κινητικότητα μαρτυρούσε την άφιξη σημαντικών ενισχύσεων και την προετοιμασία επιθετικών επιχειρήσεων. Μέχρι την άφιξη επαρκών ενισχύσεων από την Ιταλία, παρατηρούσε στο ημερολόγιό του ο Φερνάντο Καμπιόνε, ο ιταλικός στρατός στην Αλβανία επρόκειτο να περάσει πολύ δύσκολες ημέρες. Στις 15 Νοεμβρίου, καθώς ενισχύονταν οι ελληνικές θέσεις στις νότιες όχθες του Καλαμά, η ιταλική ηγεσία του τομέα άρχισε να αμφιβάλλει για το πόσο ακόμα θα μπορούσε να κρατήσει τις γραμμές της και, πιο ειδικά, το προγεφύρωμα στα νότια του ποταμού. Οι αμφιβολίες επεκτάθηκαν σε όλη την τύχη του μετώπου και του πολέμου. Πικρές συζητήσεις για τον τυχοδιωκτισμό της όλης επιχείρησης διεξάγονταν ανάμεσα σε όλα τα στελέχη. Οι στρατιώτες, λιγότερο πληροφορημένοι, ένιωθαν και αυτοί ότι κάτι δεν πάει καλά. Η δική τους αρχική προέλαση αποδείχθηκε τόσο αδύναμη ώστε έσβησε μόνη της, χωρίς να χρειαστεί την αντίσταση του εχθρού. Οι ενισχύσεις που θα διατηρούσαν και θα αύξαιναν τη δυναμική της δεν έφτασαν ποτέ, ενώ οι αναμενόμενες παρεμβάσεις της Αεροπορίας και του Ναυτικού δεν πραγματοποιήθηκαν. Οι δυνάμεις εισβολής βρίσκονταν έτσι καθηλωμένες λίγα χιλιόμετρα πέρα από τα σύνορα με μοναδική φιλοδοξία τους να προασπίσουν τη μόνη ελληνική κωμόπολη που κρατούσαν ακόμα τα ιταλικά όπλα: τους Φιλιάτες. Οπωσδήποτε επρόκειτο για ταπεινωτική κατάσταση ενός στρατού που ξεκινούσε με προοπτική την Αθήνα, την Πάτρα και τελικά τη Θεσσαλονίκη! Στις 16 Νοεμβρίου η πίεση του ελληνικού στρατού αυξήθηκε σε όλο το μήκος του μετώπου και ειδικά στην περιοχή του παραλιακού τομέα, όπου έφθαναν συνεχώς νέες μονάδες. Η ιταλική διοίκηση της ζώνης συνειδητοποίησε ότι δεν θα μπορούσε πλέον να κρατήσει τις θέσεις της για πολύ καιρό ακόμα και εξέδωσε τις πρώτες διαταγές και οδηγίες για την αναπόφευκτη υποχώρηση. Οι εργασίες για κατασκευή δρόμου από τους Φιλιάτες προς τα νότια εγκαταλήφθηκαν, τα βαρύτερα υλικά άρχισαν να μετακινούνται προς τα βόρεια, ενώ το Μηχανικό ανέλαβε να υπονομεύσει τις γέφυρες και να προετοιμάσει καταστροφές και εμπόδια στους δρόμους που οδηγούσαν προς τον Βορρά. Οι ειδήσεις από τις γειτονικές μονάδες προκαλούσαν φόβο. Η Μεραρχία «Φερράρα» είχε υποστεί μεγάλες απώλειες τις προηγούμενες ημέρες. Τα Συντάγματα του Ιππικού «Αόστα» και «Γκουίντε» αποσπάστηκαν εσπευσμένα από το παραλιακό μέτωπο για να μεταφερθούν στα βόρεια, εκεί όπου το μέτωπο κινδύνευε να καταρρεύσει. Αντί για τις ενισχύσεις που περίμενε η ιταλική διοίκηση στους Φιλιάτες, έχανε σημαντικές της μονάδες. Στις 17 Νοεμβρίου η εικόνα άρχισε να μοιάζει με εικόνα διάλυσης. Οι μουσουλμάνοι κάτοικοι της περιοχής, ειδικά όσοι είχαν εκτεθεί στην υποδοχή του ιταλικού στρατού, άρχισαν να φεύγουν για την Αλβανία, φοβούμενοι τα αντίποινα των Ελλήνων. Τα πλέον πολύτιμα υλικά έπαιρναν τον ίδιο δρόμο. Το Μηχανικό έκανε πλέον φανερά τις προετοιμασίες καταστροφών. Οι φήμες, από υπέρμετρα αισιόδοξες την προηγούμενη περίοδο, είχαν τώρα γίνει υπέρμετρα καταστροφικές: «Πολλά εχθρικά υποβρύχια κατέστρεφαν τις νηοπομπές που μετέφεραν εφόδια και ενισχύσεις από την Ιταλία και ο στρατός της Αλβανίας είχε ουσιαστικά αποκοπεί», «οι ιταλικές μονάδες στον Βορρά είχαν διαλυθεί και οι Ελληνες μπορούσαν να φτάσουν στο Αργυρόκαστρο ή ίσως και στο Τεπελένι», «η Αεροπορία έφυγε για τη Λιβύη αφήνοντας καμιά εκατοστή μόνο αεροπλάνα στην Αλβανία» και άλλα πολλά. Δεν ήταν ακόμα ο γενικός πανικός, αλλά όλοι καταλάβαιναν ότι και αυτός δεν θα αργούσε πολύ να έρθει. Στην πρώτη γραμμή οι απώλειες πολλαπλασιάζονταν. Οι Ελληνες πλησίαζαν ολοένα τις ιταλικές γραμμές και οι ιταλικές περίπολοι σπάνια πλέον επέστρεφαν σώες πίσω στη γραμμή άμυνας. Το Πυροβολικό άρχισε να έχει σοβαρές απώλειες από τη δράση του ελληνικού αντίστοιχου. Ως ένδειξη έσχατης απελπισίας, εκατό περίπου εργάτες οδοποιίας εξοπλίστηκαν και ανέλαβαν να υπερασπιστούν έναν τομέα του μετώπου. Το Πυροβολικό και οι όλμοι έριχναν ακατάπαυστα με πρόθεση μάλλον να εξαντλήσουν τα πυρομαχικά τους –ώστε να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού–, παρά να αλλάξουν τη ροή της μάχης. Στις 18 Νοεμβρίου η εικόνα της ήττας πήρε νέες διαστάσεις. Οι μονάδες που βρίσκονταν ακόμα στα νότια του Καλαμά περνούσαν στη βόρεια όχθη. Μέσα στην ημέρα εκδηλώθηκαν στασιαστικά φαινόμενα στις μονάδες των Αλβανών «εθελοντών». Οι «εθελοντές», Τσάμηδες σε σημαντικό ποσοστό, ένιωθαν ότι κινδυνεύουν και αυτοί και οι οικογένειές τους στην κατάρρευση του ιταλικού στρατού. Ηθελαν λοιπόν να φύγουν για τα σπίτια τους για να φροντίσουν για τη σωτηρία των ανθρώπων τους και των νοικοκυριών τους. Τίποτε δεν μπορούσε να τους μεταπείσει και ουσιαστικά η συμμετοχή τους στον πόλεμο τερματίστηκε σε αυτό το σημείο Σημαντικό μέρος του οπλισμού τους, ειδικά τα αυτόματα όπλα, δόθηκαν στους Ιταλούς στρατιώτες, ιδιαίτερα στους φασίστες του Τάγματος των Μελανοχιτώνων. Οι Αλβανοί δεν ήσαν οι μόνοι που έφευγαν. Δύο από τα τρία τάγματα του 3ου Συντάγματος Γρεναδιέρων κλήθηκαν να καλύψουν άλλους τομείς του μετώπου, όπου η κατάσταση φαινόταν πιο απειλητική. Η Μεραρχία «Σιένα» έβλεπε τις δυνάμεις της να λιγοστεύουν όσο αυξανόταν η εχθρική απειλή. Οι εχθρικές συγκεντρώσεις στη Μενίνα και στο Δραμέσι γίνονταν ολοένα και πιο ισχυρές. Με το σκοτάδι εκκενώθηκαν οι θέσεις νότια του Καλαμά και το προγεφύρωμα έπαψε να υπάρχει. Η αποχώρηση των βοηθητικών μονάδων στο εσωτερικό της Αλβανίας συνεχιζόταν. Οι επίσημοι του φασιστικού Κόμματος, της Αντιβασιλείας της Αλβανίας και του Στρατού έπαψαν να επισκέπτονται την «κατακτημένη πόλη» των Φιλιατών. Η γενική εικόνα της αποτυχίας δεν μπορούσε πλέον να αντιστραφεί με επικοινωνιακά τεχνάσματα. Στις 19 Νοεμβρίου οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν στην πρώτη γραμμή και οι επιθετικές πρωτοβουλίες εντάθηκαν από την ελληνική πλευρά. Με την εγκατάλειψη των ιταλικών θέσεων νότια του ποταμού, τα ελληνικά στρατεύματα ανακατέλαβαν τις θέσεις και τις οχυρώσεις τις οποίες είχαν εγκαταλείψει όταν οι Ιταλοί πέρασαν τον Καλαμά. Αυτό σήμαινε ότι τις επόμενες ώρες τα πυρά του πυροβολικού και των αυτόματων όπλων θα γίνονταν πιο ακριβή και φονικά από την ελληνική πλευρά. Δεν υπήρχαν εφεδρείες για να καλύψουν όλες τις διαφαινόμενες απειλές. Στους Ιταλούς βαθμοφόρους η πίεση ήταν αφόρητη και αντιληπτή. Οπωσδήποτε κανείς δεν περίμενε από αυτούς να εμπνεύσουν κάτι περισσότερο στους άνδρες τους. Ολοι αισθάνονταν ότι είχαν εγκαταληφθεί στην τύχη τους και ότι το μοιραίο ήταν αναπόφευκτο. Την επομένη η κατάσταση έγινε χειρότερη. Το υλικό του Μηχανικού, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί για τη ζεύξη του Καλαμά (βάρκες κ.λπ.), δεν έγινε δυνατό να διασωθεί, καθώς οι Ελληνες είχαν πλέον εγκατασταθεί στέρεα στην απέναντι όχθη. Χρειάστηκε να καταστραφεί επιτόπου από στρατιώτες του 32ου Συντάγματος. Η δράση του Πυροβολικού συνεχιζόταν με μικρές μόνο διακοπές και η πίεση, ιδιαίτερα από την πλευρά της Μενίνας, ολοένα και αυξανόταν. Δεν ήταν όμως ετούτη η πίεση που έκρινε την έκβαση των αγώνων σε αυτήν την παραλιακή γωνιά του μετώπου. Οι εξελίξεις στο κέντρο και την ανατολική πλευρά του ελληνο-ιταλικού μετώπου ήταν ακόμα πιο καταστροφικές για την ιταλική πλευρά και το μεσημέρι το Σώμα Στρατού διέταξε τη Μεραρχία «Σιένα» ν’ απαγκιστρωθεί από το μέτωπο του Καλαμά και να υποχωρήσει πίσω από τα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ολο αυτό το μικρό ιταλικό κράτος που είχε εγκατασταθεί στους Φιλιάτες και τη στενή ζώνη ως τις όχθες του Καλαμά έπρεπε τώρα να ξηλωθεί και να φύγει προς τα σύνορα. Τα εφόδια και τα υλικά που θα στήριζαν τη σχεδιαζόμενη προέλαση προς τον Νότο έπρεπε είτε να διασωθούν είτε να καταστραφούν για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Οι κινήσεις της εκκένωσης έγιναν πολύ γρήγορα αντιληπτές από τον πληθυσμό. Μέσα σε λίγο χρόνο ολόκληρες οικογένειες από το μουσουλμανικό πληθυσμό φορτώθηκαν όλα όσα μπορούσαν να μεταφέρουν και πήραν και αυτές το δρόμο για τα σύνορα. Το επιτελείο της μεραρχίας υπολόγιζε ότι η εκκένωση της περιοχής θα απαιτούσε τρεις τουλάχιστον ημέρες για να γίνει με τάξη. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρχε τόσος χρόνος. Οι Ελληνες επιτίθεντο πλέον σε όλη τη γραμμή του μετώπου. Πολίτες, σιωπηλοί στρατιώτες, μουλάρια, κάρα, αυτοκίνητα, άλογα, γελάδια και πρόβατα αναμίχθηκαν στους λιγοστούς δρόμους που οδηγούσαν πίσω στην Αλβανία. Ο σχεδιασμός απέβλεπε στην «ελαστική άμυνα». Οι ιταλικές δυνάμεις δεν έπρεπε να αγκιστρωθούν σε κανένα σημείο, αλλά, υποχωρώντας διαδοχικά σε νέες γραμμές άμυνας, να εξαντλήσουν τη δυναμική του αντιπάλου. Σε τελευταία ανάλυση, όσο ο τελευταίος απομακρυνόταν από τις δικές του βάσεις εφοδιασμού τόσο οι Ιταλοί θα έρχονταν πιο κοντά στις δικές τους: στα λιμάνια της Αυλώνας και του Δυρραχίου. Ενας «επιθεωρητής» του Φασιστικού Κόμματος έφθασε στο μέσον της υποχώρησης στη Μεραρχία «Σιένα» για να «ανυψώσει το ηθικό»: «Περνούμε», δήλωσε, «μια περίοδο κρίσης στην Αλβανία. Οφείλουμε να την ξεπεράσουμε ώστε όλα να γυρίσουν στο καλύτερο». Επειτα από ένα σχεδόν μήνα πολέμου, οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες της μεραρχίας είχαν οπωσδήποτε σχηματίσει διαφορετική εικόνα για αυτό που συνέβαινε. Στις 22 Νοεμβρίου το ιταλικό μέτωπο στον Καλαμά άντεχε ακόμα. Από τα παρατηρητήρια οι βαθμοφόροι παρατηρούσαν το ελληνικό Πεζικό να περισφίγγει τις θέσεις άμυνας. «Οι στρατιώτες (των Ελλήνων), μικροσκοπικοί στο κατάφυτο θαμνώδες έδαφος, σε αραιή διάταξη, προχωρούσαν με γρήγορα ατομικά άλματα που ακολουθούνταν από παύσεις και απρόβλεπτες κινήσεις. Σκοπός τους ήταν να περικυκλώσουν την κορυφή (Προφήτη Ηλία) εκμεταλλευόμενοι κάθε πτυχή του εδάφους. Στο τέλος ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς με τα κιάλια ποιοι ήταν οι δικοί μας και ποιοι οι εχθροί». Οι Ελληνες γεφύρωσαν πρόχειρα τον Καλαμά σε διάφορα σημεία, κοντά στη Μενίνα ήταν το πιο απειλητικό για τους Ιταλούς σημείο. Ιταλικά αναγνωριστικά αεροπλάνα έριχναν με ερματισμένους φακέλους πληροφορίες για τα σημεία κινδύνου έτσι ώστε το Πυροβολικό να καθορίζει προτεραιότητες. Επιθέσεις και αντεπιθέσεις διαδέχονταν η μία την άλλη σε αυτή την ημέρα κόλασης. Τα αεροπλάνα πρόσθεταν στον ορυμαγδό το θόρυβο των μηχανών τους, αλλά και τις βαριές εκρήξεις των βομβών τους, συνήθως πολύ πιο ισχυρές από τις αντίστοιχες του Πυροβολικού. Το απόγευμα, ακόμα και οι αξιωματικοί του επιτελείου στην ιταλική πλευρά απορούσαν πώς το μέτωπο κρατούσε ακόμα. Παρ’ όλα αυτά, η εκκένωση των αποθηκών στους Φιλιάτες συνεχιζόταν και εφοδιοπομπές τετραπόδων, με τους Αλβανούς ημιονηγούς τους, μετέφεραν προς τα πίσω κάθε είδους υλικά – τιςαποσκευές των αξιωματικών σε πρώτη προτεραιότητα. Στο στρατηγείο της «Σιένα» χαράχθηκαν διάφορες διαδρομές διαφυγής με πεζοπορία προς τα σύνορα, σε περίπτωση αιφνίδιας κατάρρευσης του μετώπου. Το απόγευμα διαπιστώθηκε ότι οι ελληνικές επιθέσεις είχαν πρόσκαιρα συγκρατηθεί και σχετική ηρεμία επικρατούσε στη γραμμή του μετώπου. Σε άλλες καταστάσεις αυτό θα ήταν ένα θετικό νέο. Στην περίπτωση, όμως, αυτή η είδηση ερμηνεύθηκε ως ευκαιρία για απαγγίστρωση και υποχώρηση. Μόλις έπεσε το σκοτάδι, φάλαγγες Ιταλών στρατιωτών διέσχιζαν τους Φιλιάτες με κατεύθυνση τα σύνορα. Το επιτελείο και οι υπηρεσίες της μεραρχίας που είχαν απομείνει ξεκίνησαν την κίνησή τους από τους πρώτους: στις πέντε και μισή το απόγευμα.Η τελευταία αυτή υποχώρηση γινόταν σε απόλυτη ησυχία. Καθώς το σκοτάδι πύκνωνε, το Πυροβολικό από καιρό σε καιρό σταματούσε και έριχνε κάποιες βολές προς τις ελληνικές γραμμές για να δείξει «δραστηριότητα» και να συσκοτίσει, κατά το δυνατόν, τις προθέσεις και τις κινήσεις των Ιταλών. Οι τελευταίοι από τους πολίτες που είχαν πάρει απόφαση να ακολουθήσουν τους Ιταλούς ξυπνούσαν μέσα στη νύκτα και βιαστικά προστίθεντο στις στρατιωτικές φάλαγγες. Εξω από τους Φιλιάτες, ένα φορτηγό που μετέφερε βενζίνη σταμάτησε στην άκρη του δρόμου χωρίς ο οδηγός του να μπορεί να ξεκινήσει και πάλι. Μερικοί βαθμοφόροι άρχισαν να αναζητούν μέσο για τη ρυμούλκησή του. Σε αντίθετη περίπτωση, το αυτοκίνητο και το φορτίο του θα έπρεπε να πυρποληθούν. Δύσκολη απόφαση, που αφενός θα έδινε σινιάλο στον εχθρό, αφετέρου θα προκαλούσε ανησυχίες και ίσως πανικό στα στρατεύματα που υποχωρούσαν.Στο πέρασμα της Σαγιάδας προς τα σύνορα, η κατάσταση του δρόμου και το πλήθος ανθρώπων και οχημάτων προκάλεσαν ένα τρομερό μποτιλιάρισμα. Τίποτε δεν μπορούσε να κινηθεί. Οι βαθμοφόροι προσπαθούσαν να λύσουν τα αμέτρητα προβλήματα μέσα στο σκοτάδι, με μικρή όμως επιτυχία. Καθώς περνούσε η ώρα, ολοένα και περισσότεροι άφηναν τα οχήματα και προχωρούσαν προς τα σύνορα με τα πόδια. Οι εργάτες που ακολουθούσαν τις φάλαγγες των τροχοφόρων με αποστολή την καταστροφή του δρόμου –με κύλισμα βράχων, σκαψίματα, κορμούς και εμπόδια– ανέλαβαν επίσης το καθήκον να καταστρέψουν τα παγιδευμένα οχήματα. Πλήθος υλικών, όμως, έπρεπε απλά να εγκαταλειφθούν, καθώς έλειπαν τα μέσα και οι άνθρωποι για τη μεθοδική καταστροφή τους. Ελειπε ο χρόνος επίσης. Καθώς ξημέρωνε και οι κατάκοποι Ιταλοί στρατιώτες έφθαναν στις νέες θέσεις άμυνας και άρχισαν να φτιάχνουν οχυρώματα και καταυλισμούς, ένας νέος φόβος απλώθηκε στον παραλιακό τομέα. Προς τη θάλασσα οι ακτές ήταν αφύλακτες και προσβάσιμες από τη θάλασσα. Οι Ελληνες, έλεγαν οι φήμες, ετοίμαζαν απόβαση πίσω από τις ιταλικές γραμμές. Οι μονάδες των Τελωνοφυλάκων που φρουρούσαν τα παράλια ομολογούσαν με δέος ότι δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν μια στρατιωτική ενέργεια. Στις μέρες που θα ακολουθούσαν οι κίνδυνοι της θάλασσας θα ήταν η μόνιμη φοβία των Ιταλών σε αυτή τη γωνιά της Αλβανίας.Στις 22 Νοεμβρίου, 26 ημέρες μετά την εισβολή, το τελευταίο τμήμα της ελληνικής επικράτειας που είχε θριαμβευτικά κατακτηθεί, η περιοχή των Φιλιατών, πέρασε πάλι στα ελληνικά χέρια. Για τους Ιταλούς των Τιράνων και της Ρώμης ήταν ένα πρόσθετο χτύπημα. Δεν θα υπήρχαν πλέον φωτογραφίες και ρεπορτάζ από τις ιταλικές δυνάμεις κυρίαρχες σε μια ελληνική κωμόπολη. Η εισβολή στην Ελλάδα είχε τελειώσει. Το στοίχημα πλέον της φασιστικής κυβέρνησης της Ρώμης ήταν να κρατήσει το λάφυρο που απέκτησε τον Απρίλιο του 1939, την Αλβανία. Τις τελευταίες ημέρες του Νοεμβρίου 1940 ακόμα και αυτό το στοίχημα φαινόταν τελείως αμφίβολο.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Μετείχαν: Ο «Ντούτσε» Μουσολίνι, οι «εξοχότατοι» Τσιάνο, Μπαντόλιο, Σοντού, Ιακομόνι, Ροάττα, Βισκόντι Πράσκα.
2. Περίπου 20.000 Τσάμηδες κατοικούσαν στο νεοσύστατο τότε Νομό Θεσπρωτίας, ενώ σχεδόν άλλοι τόσοι είχαν καταφύγει ως πρόσφυγες ή μετανάστες σε προγενέστερες εποχές στο αλβανικό έδαφος, στον Νότο κυρίως. Η ιταλική φασιστική προπαγάνδα είχε μεθοδικά «δουλέψει» με τον τσάμικο αλυτρωτισμό και από αυτή την ομάδα είχαν προέλθει μονάδες «εθελοντών» που υπηρετούσαν στον ιταλικό στρατό. 3. Fernando Campione, Guerra in Epiro. Diario di un combattente della Divisione «Siena» (51), Napoli, 1950, Alfredo Guida, Editore.4. Πρόκειται ίσως για σύγχυση του συγγραφέα. Το λιμάνι της Σαγιάδας βομβαρδίστηκε τη νύχτα 30 προς 31 Οκτωβρίου από ελληνικά αντιτορπιλικά. 5. Θα παρηγορούσε ίσως τους Ιταλούς διοικητές του παραλιακού μετώπου η γνώση ότι οι «δικοί τους» Αλβανοί εθελοντές ήσαν οι τελευταίοι που είχαν απομείνει ως συγκροτημένες μονάδες σε ολόκληρο το ελληνο-ιταλικό μέτωπο. Στους άλλους τομείς του μετώπου η «απόσυρση» ή η «αποσκίρτηση» των αλβανικών μονάδων είχε γίνει πολύ νωρίτερα, ευθύς μόλις εκδηλώθηκαν οι πρώτες δυσκολίες στις δυνάμεις εισβολής.

Comments on: "ΦΙΛΙΑΤΕΣ, ώρα να τιμήσουμε τη συμμετοχή μας στον πόλεμο του ’40" (1)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ετικετοσύννεφο

Αρέσει σε %d bloggers: